Ξεκάθαρος ο Χατζηδάκης: Το φυσικό αέριο είναι το “μεταβατικό καύσιμο” για την Ελλάδα

Με μια ξεκάθαρη τοποθέτηση που βοηθάει και στην αντιμετώπιση της πόλωσης στο θέμα του ενεργειακού μέλλοντος της χώρας, ο αρμόδιος υπουργός Κωστής Χατζηδάκης έδωσε πριν λίγο το στίγμα της ελληνικής ενεργειακής πολιτικής, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μιλώντας στην εκπομπή του γνωστού δημοσιογράφου Παύλου Τσίμα, στον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΚΑΙ, ο Χατζηδάκης τοποθετήθηκε στο θέμα του κλίματος που απασχολεί την παγκόσμια επικαιρότητα, καθώς επίσης και την τοποθέτηση της Ελλάδας στο ζήτημα.

Ο υπουργός δήλωσε ότι η Ελλάδα συμμετέχει σε όλα τα επίπεδα, τόσο στη διεθνή συζήτηση όσο και στις ενέργειες που γίνονται στην κατεύθυνση της προστασίας του περιβάλλοντος και εργάζεται με σκοπό την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συνδρομή από πλευράς Ελλάδας.

Ωστόσο, ξεκαθάρισε ότι το φυσικό αέριο θα είναι το “μεταβατικό καύσιμο” στην Ελλάδα, αναγνωρίζοντας ότι η χώρα μας το χρησιμοποιεί πολύ λιγότερο από άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην ουσία υπονόησε, εάν έγινε αντιληπτό ορθά, ότι από μόνη της η ενίσχυση της χρήσης του έναντι του πετρελαίου θα έχει άμεσο ενεργειακό αποτύπωμα χωρίς μάλιστα επιβάρυνση οικονομική.

Αντιθέτως, η προοπτική εντοπισμού του αγαθού σε θαλάσσιες ζώνες ελληνικής δικαιοδοσίας θα μειώσει περεταίρω την οικονομική επιβάρυνση. Διασταλτικά και ερμηνευτικά, η αναφορά του υπουργού θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως αποδοχή του επιχειρήματος ότι από την εξοικονόμηση κονδυλίων που θα επιτρέψει η χρήση και ενδεχομένως σε κάποιο βάθος χρόνου εξαγωγή του φυσικού αερίου, θα καταστεί δυνατή η ενίσχυση των πρωτοβουλιών για μετάβαση σε ένα “πράσινο” μέλλον με τρόπο όμως βιώσιμο. Τόσο οικολογικά όσο και οικονομικά.

Ο υπουργός διετύπωσε τη θέση περί του αερίου ως “μεταβατικού καυσίμου”, συζητώντας με τον έμπειρο δημοσιογράφο για τις φωνές που έχουν ακουστεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση και διατυπώνουν την άποψη ότι υπάρχει ασυμβίβαστο ανάμεσα στην προώθηση από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχεδίων όπως αυτό του EastMed, ενώ την ίδια στιγμή να υπερακοντίζει η ΕΕ στον τομέα των αποκαλούμενων ως Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ).

Ο Χατζηδάκης ξεκαθάρισε ότι η εθνική θέση της Ελλάδας συμπυκνώνεται στο αέριο ως “μεταβατικό καύσιμο”. Η θέση αυτή είναι απόλυτα ορθή τόσο στο επίπεδο της ουσίας του περιβαλλοντικού προβλήματος της γης, καθότι είναι ρεαλιστική και όχι ευχολόγιο που συνεπάγεται απολύτως προβλέψιμες, σοβαρές και πολυεπίπεδες επιπτώσεις (οικονομικές και γεωστρατηγικές) για την Ελλάδα.

Επίσης, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το ότι η Ιστορία έχει καταγράψει και αποδείξει τη χειραγώγηση των οικολογικών κινημάτων για την αθέατη εξυπηρέτηση άλλων στρατηγικών στόχων πλήθους ενδιαφερομένων χωρών.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η ιστορικά τεκμηριωμένη προσπάθεια της πρώην ΕΣΣΔ να προκαλέσει μέσω της αξιοποίησης περιβαλλοντικών κινημάτων, σφοδρές αντιδράσεις και κοινωνική αναταραχή, με αφορμή την παρουσία πυρηνικών όπλων στην ευρωπαϊκή ήπειρο που τη στόχευαν. Την ίδια στιγμή, η σοβιετική ηγεσία φρόντιζε διαρκώς να επεκτείνει το πυρηνικό της οπλοστάσιο.

Το λιγότερο που οφείλει να κάνει η Ελλάδα, είναι να διερευνήσει ποιοι θα ωφελούνταν από ενδεχόμενη παραίτηση της Ελλάδας από την αξιοποίηση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων που φέρονται να υπάρχουν σε θαλάσσιες ζώνες της δικαιοδοσίας της. Αυτό προφανώς ΔΕΝ σημαίνει αυτόματα ότι όποιος ενίσταται το πράττει με “επιλήψιμη υστεροβουλία“.

Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να επιχειρείται η “αξιοποίηση” της γνήσιας οικολογικής συνείδησης και πεποίθησης πολλών, από την πλευρά χωρών, τα συμφέροντα των οποίων θα πληγούν εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση εξασφαλίσει την ενεργειακή της τροφοδοσία για τις δεκαετίες που ακολουθούν, από τους υδρογονάνθρακες της Μεσογείου.

Εκτός από χώρες, ασφαλώς υπάρχουν και συμφέροντα ιδιωτικά – βιομηχανικά, που παρουσιάζουν ταυτότητα με τις προαναφερθείσες χώρες στον τομέα των απωλειών. Συμφέροντα τα οποία είτε συνδέονται με το εν λόγω χρυσοφόρο εισαγωγικό εμπόριο από άλλες πηγές, ή/και επωφελούνται από την επιδοτούμενη και οικονομικά μη βιώσιμη “ευημερία” των ΑΠΕ.

Αυτή είναι μια πρακτική η οποία υπονομεύει τη δυνατότητα των ΑΠΕ να αναδειχθούν σε αξιόπιστη ενεργειακή εναλλακτική λύση. Γι’ αυτό οι θέσεις που εξέφρασε στη ραδιοφωνική συνέντευξη ο αρμόδιος υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας και κατ’ επέκταση η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, είναι σωστές.