USAF: Νέα αναβάθμιση για στρατηγικά βομβαρδιστικά, σειρά των B-1B Lancer

Μετά την απόφαση της Αμερικανικής Αεροπορίας να μετατρέψει τα στρατηγικά βομβαρδιστικά πτερύγων μεταβλητής γεωμετρίας, σε πλατφόρμες αξιοποίησης συμβατικών όπλων μεγάλης ακτίνας, προέκυψε το 2018 η ανάγκη υλοποίησης προγράμματος αναβάθμισης των κινητήρων F101 της General Electric που φορούν τα αεροσκάφη αυτά. Πρόκειται για 289 μονάδες συνολικά οι οποίες θα παραδοθούν στην USAF με 0 ώρες. Δηλαδή θα είναι σαν να έχουν μόλις εγκαταλείψει τη γραμμή παραγωγής και φυσικά εξοπλισμένοι με ψηφιακές μονάδες ελέγχου της λειτουργίας τους FADEC (Full Authority Digital Engine Control).

Γράφει ο Στέργιος Θ. Θεοφανίδης

Όταν λήφθηκε η απόφαση για την αναβάθμιση των κινητήρων, το αμερικανικό Πεντάγωνο είχε ήδη ανακοινώσει ότι στον επιχειρησιακό σχεδιασμό της Αεροπορίας των ΗΠΑ, περιλαμβάνεται η παραμονή του B-1B σε ενεργό υπηρεσία μέχρι το έτος 2040 τουλάχιστον.

Με βάση αυτό το δεδομένο η τελευταία “έτρεξε” παράλληλα μία μελέτη ανάλυσης της δομικής κατάστασης και ακεραιότητας των αεροσκαφών τύπου, προκειμένου να βεβαιωθεί ότι θα αντεπεξέλθουν στις επιχειρησιακές απαιτήσεις μίας εικοσαετίας ακόμη τουλάχιστον χωρίς προβλήματα που ενδέχεται να επιβάλλουν και την καθήλωση του στόλου…

Για την ολοκλήρωση της μελέτης αυτής χρησιμοποιήθηκε ένα αεροσκάφος και τα ευρήματα υπήρξαν εξόχως αποκαλυπτικά, διότι επιβάλλουν μία μακρά λίστα εργασιών δομικής ενίσχυσης που πρέπει να γίνουν σε περιοχές της ατράκτου, στις ρίζες των πτερύγων, στις βάσεις προσαρμογής των μηχανισμών κίνησης των πτερύγων και στο οριζόντιο ουραίο πτέρωμα.

Αποφασίστηκε λοιπόν άμεσα, σχεδόν παράλληλα με την αναβάθμιση των κινητήρων F101 και η διενέργεια προγράμματος επέκτασης της δομικής ζωής των B-1B (SLEP – Service Life Extension Program), που θα αρχίσει να υλοποιείται στις αρχές του 2020.

Η εξέλιξη αυτή ουσιαστικά ολοκληρώνει τον πλήρη εκσυγχρονισμό των βομβαρδιστικών Lancer, τα οποία έχουν στο σύνολό τους απαλλαγεί από τον αρχικό ηλεκτρονικό τους εξοπλισμό. Πέντε χρόνια μετά τον τερματισμό της παραγωγής των αεροσκαφών του τύπου το 1988, η USAF αποφάσισε (1993) να τα αξιοποιεί μόνο ως συμβατικά βομβαρδιστικά και όχι πυρηνικά, ενεργοποιώντας λίγα χρόνια αργότερα το πρώτο πρόγραμμα αντικατάστασης του ηλεκτρονικού εξοπλισμού αποστολής τους.

Οι έξι υπολογιστές αποστολής του αεροσκάφους που ήταν της IBM (AP-101), ήταν πανομοιότυποι με αυτούς των διαστημικών λεωφορείων (space shuttle) της ΝΑSA! Η ιδιαιτερότητά τους ήταν ότι αναγνώριζαν ως φορτίο μόνο τα πυρηνικά όπλα που μετέφερε το αεροσκάφος και η γλώσσα προγραμματισμού και επικοινωνίας τους (λογισμικό) ήταν η πανάρχαιη Jovial της δεκαετίας του ‘60!

Οι έξι αυτοί υπολογιστές αντικαταστάθηκαν από τέσσερις μικρότερους και χαοτικά ταχύτερους από πλευράς επεξεργασίας δεδομένων, οι οποίοι χρησιμοποιούν λογισμικό ADA για να “επικοινωνούν” τόσο με τα συστήματα του αεροσκάφους, όσο και με τα δεκάδες συμβατικά όπλα που φέρει το B-1B (συμβατικές βόμβες, LGB, JDAM, JSOW, JASSM κ.ο.κ.).

Την επιτυχή ολοκλήρωση του αρχικού αυτού προγράμματος εκσυγχρονισμού του εξοπλισμού αποστολής του αεροσκάφους το 2006, διαδέχθηκε άλλο ένα πρόγραμμα αναβάθμισης ηλεκτρονικού εξοπλισμού.

Μέσω του προγράμματος Integrated Battle System (IBS), ύψους 918 εκατομμυρίων δολαρίων (άλλα 391 εκατομμύρια κόστισαν οι έρευνα και ανάπτυξη μαζί με τις μηχανολογικές μελέτες), τα B-1B απέκτησαν από το 2015 και μετά τέσσερις μεγάλες οθόνες απεικόνισης στοιχείων πολλαπλών λειτουργιών στον πίνακα οργάνων (MFD – Multi Function Displays), σύστημα λήψης-μετάδοσης δεδομένων και στοιχείων στοχοποίησης σε πραγματικό χρόνο, Link-16, και ψηφιακό σύστημα διάγνωσης και απεικόνισης βλαβών που έχει μειώσει κατακόρυφα το φόρτο εργασίας των τεχνικών.

Σε ό,τι αφορά στα 62 εναπομείναντα σε υπηρεσία (από τα 100 που κατασκευάστηκαν) B-1B, απομένει η αντικατάσταση των παλαιών μονάδων αδρανειακής ναυτιλίας (INS) με νέες τεχνολογίας δακτυλίων λέιζερ (IRS) καθώς και αντικατάσταση του παθητικής ηλεκτρονικής σάρωσης (PESA) ραντάρ AN/APQ-164 από το AESA ΑΝ/ΑPG-83 Scalable Agile Beam Radar – Global Strike (SABR-GS).