UAV ΠΗΓΑΣΟΣ: Η συναρπαστική ιστορία του πρώτου ελληνικού Μη Επανδρωμένου Αεροσκάφους

Επειδή πρέπει να ξεφύγουμε λίγο από την επικαιρότητα του κορονοϊού, αλλά και επειδή πολλά έχουν κατά καιρούς γραφτεί σχετικά με την ολιγωρία μας έναντι των Τούρκων στο χώρο των UAV, αναφερόμαστε με λεπτομέρειες, για πρώτη φορά στον ηλεκτρονικό ειδικό Τύπο, στο ιστορικό της ανάπτυξης του UAV “Πήγασος” της Πολεμικής Αεροπορίας. Από όσα θα διαβάσουν οι αναγνώστες μας, η προσπάθεια ξεκίνησε σε καθαρά ερασιτεχνική βάση. Ούτε εκατομμύρια δαπανήθηκαν – επενδύθηκαν, ούτε βοήθεια από το εξωτερικό υπήρξε, όπως έγινε στην περίπτωση της Τουρκίας πολλά χρόνια αργότερα. Η καθυστέρηση στην ανάπτυξη του αεροσκάφους στη μορφή που έχει πάρει σήμερα (Πήγασος ΙΙ), αποδίδεται απλά και μόνον στην εγκατάλειψη του προγράμματος επί μία σχεδόν δεκαετία 1989-1999…

Γράφει ο Στέργιος Δ. Θεοφανίδης

Οι παγκόσμιες εξελίξεις στο χώρο των μη επανδρωμένων αεροσκαφών ήταν ραγδαίες τα τελευταία 25 χρόνια. Όταν κατά τη δεκαετία του ’80 πολλές χώρες ξεκινούσαν αυτόνομα -σε αρκετές περιπτώσεις- τη διαδικασία σχεδίασης τέτοιων αεροσκαφών, τα δεδομένα διέφεραν σημαντικά σε σχέση με αυτά που ισχύουν σήμερα.

Τα RPV (η αρχική ονομασία [remotely piloted vehicles] των UAV) έπρεπε να είναι μικρά σε μέγεθος για να μην εντοπίζονται εύκολα τόσο οπτικά όσο και ηλεκτρομαγνητικά, να έχουν μικρό βάρος, για να μπορούν να μεταφέρουν αναλογικά (με το μέγεθος και το βάρος τους) μεγάλο φορτίο εξοπλισμού αποστολής, να έχουν μεγάλη ακτίνα και ικανότητα μετάδοσης των στοιχείων ή των εικόνων που συλλέγουν σε πραγματικό χρόνο.

Κι ενώ η τεχνολογία των σύνθετων υλικών και των μικρών εμβολοφόρων κινητήρων είχε φτάσει σε επίπεδα που επέτρεπαν την κατασκευή μικρών και ελαφρών αεροσκαφών με πολύ καλές επιδόσεις ταχύτητας, ύψους και αυτονομίας, το βάρος των συστημάτων απεικόνισης υπερύθρων (FLIR), αλλά και των συμβατικών για την καταγραφή εικόνων με το φως της ημέρας, ήταν ο κύριος παράγοντας για την επιβολή σημαντικών περιορισμών στην επιχειρησιακή τους αξιοποίηση.

Οι εξελίξεις στο χώρο των ηλεκτροοπτικών, αλλά και των ηλεκτρονικών στη δεκαετία του ’90, ήταν αυτές που έφεραν την επανάσταση στο χώρο των UAV. Νέα ψηφιακά συστήματα απεικόνισης, θερμικά και μη, με σημαντικά μικρότερο βάρος και όγκο, αλλά με πολύ μεγαλύτερες δυνατότητες σε ό,τι αφορά την ευκρίνεια της εικόνας που αποδίδουν ακόμη και όταν εστιάζουν σε αντικείμενα ακίνητα ή κινούμενα που βρίσκονται χιλιόμετρα μακριά, ήταν το κλειδί της καθιέρωσης των μη επανδρωμένων αεροσκαφών στο χώρο της από αέρος αναγνώρισης, και όχι μόνο… Αυτή ήταν η κύρια αποστολή των UAV κατά την αρχική περίοδο της ανάπτυξης και της επιχειρησιακής τους αξιοποίησης.

Σήμερα έχουν εξελιχθεί στα πλέον πολύτιμα εργαλεία επιτήρησης μεγάλης έκτασης περιοχών για μεγάλα χρονικά διαστήματα που μπορεί να υπερβαίνουν τις 20 ώρες, ενώ χρησιμοποιούνται και ως εναέριοι αναμεταδότες, ως μέσα συντονισμού αποστολών έρευνας και διάσωσης και παροχής βοήθειας σε καταστάσεις αντιμετώπισης φυσικών καταστροφών και φυσικά ως πλατφόρμες-αεροσκάφη ηλεκτρονικής παρακολούθησης και επιτήρησης (ELINT/SIGINT).

Τέλος, αντίστοιχες πρόοδοι στον χώρο των συστημάτων ελέγχου των μη επανδρωμένων αεροσκαφών επέτρεψαν την ανάπτυξη μεγάλων UAV και κατ’ επέκταση και οπλισμένων τέτοιων αεροσκαφών (UCAV). Η Ελλάδα, όσο κι αν αυτό φανεί περίεργο σε αρκετούς, συγκαταλέγεται μεταξύ των πρωτοπόρων στον χώρο των UAV. Και αυτό το αποδεικνύει η ίδια η ιστορία της εξέλιξης του συστήματος Πήγασος από την Πολεμική Αεροπορία. Μία ιστορία που ξεκινά στα τέλη της δεκαετίας του ‘70!

Η αρχική περίοδος ανάπτυξης

Το πρόγραμμα «Πήγασος» έχει τις ρίζες του στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Το 1979 για την ακρίβεια… Την εποχή εκείνη ήταν πραγματικά ελάχιστες οι αεροπορικές δυνάμεις που είχαν αρχίσει να ασχολούνται με σχέδια ανάπτυξης και μαζικής κατασκευής μη επανδρωμένων αεροσκαφών, τα οποία τότε αποκαλούνταν RPV (Remotely Piloted Vehicles).

Σε ό,τι αφορά δε τον χώρο των αμυντικών βιομηχανιών, δεν είχε γίνει καμία κίνηση προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης και της σχεδίασης μη επανδρωμένων αεροσκαφών, από τη στιγμή που από την πλευρά των ενόπλων δυνάμεων δεν είχε εκδηλωθεί συγκεκριμένο ενδιαφέρον και δεν είχαν καθοριστεί επιχειρησιακές ανάγκες και προδιαγραφές.


Άτρακτοι UAV Πήγασος, αποσυναρμολογημένες στο ΚΕΑ κατά την περίοδο της ανάπτυξης του Πήγασος ΙΙ

Η ιστορία του αμιγώς ελληνικού προγράμματος «Πήγασος» λοιπόν, ξεκινά ακριβώς πριν από 40 χρόνια, μέσα στο 1980. Μία ομάδα αξιωματικών του ΚΕΤΑ, του Κέντρου Έρευνας και Τεχνολογίας Αεροπορίας, που αργότερα ενσωματώθηκε στο ΕΤΗΜ, εισηγείται τη σχεδίαση και ανάπτυξη ενός μη επανδρωμένου αεροσκάφους, μικρών διαστάσεων, το οποίο θα μπορούσε να αξιοποιηθεί σε ρόλους επιτήρησης πεδίου μάχης, αναγνώρισης, αλλά και ως σύστημα αναμετάδοσης ηλεκτρομαγνητικών εκπομπών.

Η εισήγηση έγινε δεκτή από το ΓΕΑ και έτσι ξεκίνησε η ανάπτυξη του ελληνικού RPV, που πολύ σύντομα -δεν γνωρίζουμε ακριβώς πότε- πήρε το όνομα «Πήγασος». Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι στα αρχικά εκείνα στάδια της σχεδίασης και της ανάπτυξης του αεροσκάφους, η όλη προσπάθεια είχε καθαρά ερασιτεχνικό χαρακτήρα.

Οι περισσότεροι δε από τους εμπλεκόμενους μηχανικούς της Πολεμικής Αεροπορίας στο πρόγραμμα, ήταν φανατικοί αερομοντελιστές και αξιοποίησαν τις γνώσεις τους στο πλαίσιο της σχεδίασης και της ανάπτυξης του “Πήγασος”.

Σε λιγότερο από ενάμιση χρόνο από την περίοδο που δόθηκε η έγκριση του ΓΕΑ για την εκκίνηση του προγράμματος, μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 1982, πραγματοποιούνται οι πρώτες πτήσεις του αεροσκάφους με τη χρήση ερασιτεχνικού συστήματος τηλεκατεύθυνσης και οι δοκιμές συνεχίζονται με την παράλληλη ενσωμάτωση τροποποιήσεων και βελτιώσεων τόσο στο αεροσκάφος, όσο και στο σύστημα τηλεκατεύθυνσης.

Σταδιακά, μέσα από αυτή τη διαδικασία αυξάνονται το ωφέλιμο μεταφερόμενο φορτίο, η ακτίνα και η αυτονομία, ενώ με τη χρήση ισχυρότερων συστημάτων τηλεκατεύθυνσης, επιτυγχάνονται μεγαλύτερες αποστάσεις ελέγχου και κατ’ επέκταση μεγαλύτερη επιχειρησιακή ευελιξία.

Την περίοδο 1984-85 παγιώνονται η σχεδίαση, τα τεχνικά χαρακτηριστικά του αεροσκάφους και το σύστημα ελέγχου του και αποφασίζεται το πέρασμα του προγράμματος στο στάδιο της μαζικής παραγωγής. Τη συγκεκριμένη διαδικασία προθυμοποιήθηκε να αναλάβει η ΕΑΒ, η οποία σε δεύτερο χρόνο θα αναλάμβανε και την εμπορική προώθησή του στην παγκόσμια αγορά από τη στιγμή που ορισμένες χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βορείου Αφρικής είχαν ήδη εκδηλώσει ενδιαφέρον για την απόκτησή του.

Το «Πήγασος» μπαίνει λοιπόν σε παραγωγή στην ΕΑΒ και λίγο αργότερα αρχίζουν και οι επιχειρησιακές δοκιμές στην 117 Πτέρυγα Μάχης σε συνεργασία με το ΚΕΑΤ. Ενώ έχει ολοκληρωθεί η κατασκευή 12 μονάδων στην ΕΑΒ, στην Ανδραβίδα οι δοκιμές που είχαν ξεκινήσει στο δεύτερο μισό του 1987 διακόπτονται μέσα στο 1989, μετά την απώλεια τεσσάρων αεροσκαφών.

Έπειτα από διεξοδική διερεύνηση αποκαλύπτεται ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων η απώλεια των αεροσκαφών οφειλόταν σε απόκλιση των ορίων εμφάνισης απώλειας στήριξης από τα σχέδια, λόγω κατασκευαστικών σφαλμάτων, τα οποία ήταν δύσκολο να εντοπιστούν. Το ΓΕΑ αποφασίζει τη διακοπή των δοκιμών, αλλά και της διαδικασίας παραγωγής και το πρόγραμμα «παγώνει» για αρκετά χρόνια.

Στα μέσα της δεκαετίας του ‘90 μάλιστα, θεωρείτο βέβαιο ότι το πρόγραμμα «Πήγασος» ματαιώθηκε και είχε περάσει οριστικά στο παρελθόν… Όλα αυτά παρά το γεγονός ότι οι επιδόσεις του ελληνικού RPV ήταν παραπάνω από ικανοποιητικές. Η αυτονομία του, ο μέγιστος χρόνος παραμονής του στον αέρα δηλαδή, έφτανε τις 12 ώρες, ενώ η επιχειρησιακή του οροφή ανερχόταν στο επίπεδο των 15.000 ποδών, νούμερο εκπληκτικό για αεροσκάφος αυτής της κατηγορίας, εφοδιασμένο με έναν μικρό εμβολοφόρο κινητήρα με ισχύ μικρότερη των 30 ίππων.

Η εμβέλεια του αεροσκάφους, που βέβαια καθοριζόταν από την ισχύ του συστήματος ελέγχου του, έφτανε τα 150 ναυτικά μίλια (270 περίπου χιλιόμετρα). Η μέγιστη ταχύτητα του αεροσκάφους ήταν 100 κόμβοι (185 χ.α.ω.), ενώ η οικονομική ταχύτητα πλεύσης για τη διενέργεια αποστολών επιτήρησης περιοριζόταν στους 75 κόμβους. Τέλος, το ωφέλιμο φορτίο που είχε τη δυνατότητα να μεταφέρει το RPV «Πήγασος» μπορούσε να έχει μέγιστο βάρος 25 κιλών. ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…