Η Ευρώπη μπορεί να συντρίψει την τουρκική “ψυχολογία του θρασύδειλου”

Ήταν στις αρχές Αυγούστου του 2017 όταν η τουρκική –ακραιφνώς φιλοκυβερνητική– εφημερίδα Yeni Söz, εξαπέλυε απίστευτες απειλές, ισχυριζόμενη ότι οι τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις μπορούν να καταλάβουν τη Γερμανία και τη Γαλλία εντός τριών ημερών! Συγκεκριμένα, αξιοποιώντας –κατά το υπερβολικότερον– απόψεις που είχε διατυπώσει ο Αμερικανός αναλυτής Τζορτζ Φρίντμαν, ανέφερε ότι η κατάληψη της Γερμανίας θα ήταν υπόθεση ενός απογεύματος, της δε Γαλλίας μιας και μόνης ώρας!

Του ΖΑΧΑΡΙΑ Β. ΜΙΧΑ
(Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας – ΙΑΑΑ/ISDA)

Οι απίθανες αυτές αναφορές αναπαράχθηκαν από ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης. Δεν χρειάζεται καν να επισημανθεί η απουσία παραμικρής αναφοράς στο “εμπόδιο Ελλάδα”, στον δρόμο για τις πύλες του Βερολίνου και των Παρισίων. Οι απόψεις του Φρίντμαν στηρίζονταν σε δημοσκόπηση της εταιρίας Gallup του 2015, σύμφωνα με την οποία η διάθεση αντίστασης των ευρωπαϊκών κρατών σε οποιαδήποτε έξωθεν επιβουλή είναι προβληματική.

Μόλις το 18% των Γερμανών, το 29% των Γάλλων και το 27% των Βρετανών δήλωναν ότι θα πολεμούσαν για τη χώρα τους. Πάνω σε αυτά τα ευρήματα “πάτησε” η τουρκική φυλλάδα για να εξαπολύσει τον σωβινιστικό πυρετό της. Η περίοδος εκείνη είχε σημαδευτεί από την εργαλειοποίηση του προσφυγικού-μεταναστευτικού ζητήματος από την Άγκυρα με σκοπό να ασκήσει πίεση στην Ελλάδα, ως πρώτη ζώνη άμυνας και εν τέλει στην ίδια την Ευρώπη.

Οι μεγαλοστομίες και οι απροκάλυπτοι εκβιασμοί αποτελούν οργανικό μέρος της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Εξάλλου, δεν χρειάζεται να είσαι Έλληνας για να διαπιστώσεις ότι η γειτονική χώρα, στη συλλογική της έκφραση διεθνώς, πάσχει από ένα αθεράπευτο αυτοκρατορικό σύνδρομο. Παθαίνει διαρκείς κρίσεις μεγαλείου και συμπεριφέρεται με τρόπο ασεβή και προσβλητικό απέναντι σε οποιονδήποτε τολμήσει έστω να εγείρει ενστάσεις στις τουρκικές θέσεις.

Συμπεριφέρεται σαν να είναι αποκλειστικός και αυθεντικός ερμηνευτής του τι είναι και τι όχι “δίκαιο”. Αποκορύφωμα είναι η στάση των Τούρκων στο ζήτημα των θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Οι στρατιωτικοί εκβιασμοί βαφτίζονται “απάντηση στον μαξιμαλισμό” των άλλων. Διακηρύσσουν ότι τα νησιά δεν δικαιούνται θαλασσίων χωρών πέραν των χωρικών υδάτων εύρους έξι ναυτικών μιλίων και ερμηνεύουν “αυθεντικά” τις περί του αντιθέτου σαφείς αναφορές του Δικαίου της Θάλασσας, ως μη ισχύουσες στην περιοχή!

Η συμπεριφορά της Τουρκίας υποκρύπτει βαθύτατη υπαρξιακή ανησυχία και ανασφάλεια για τη βιωσιμότητά της στα σημερινά σύνορα. Η επιθετική συμπεριφορά αποτελεί φυγή προς τα εμπρός, μια απόπειρα συγκάλυψης επικίνδυνων εσωτερικών αδιεξόδων, διά της απόπειρας καθορισμού της ατζέντας με επεκτατικό τρόπο.

Παράλληλα, αναδεικνύει το τουρκικό σύμπλεγμα κατωτερότητας, αφού χώρες όπως η Ελλάδα αρνείται να τις αντιμετωπίσει με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζει τις μεγαλύτερες, όπως η Γαλλία και η Γερμανία. Οπότε εάν είναι προετοιμασμένη να χρησιμοποιήσει τέτοια γλώσσα για το Βερολίνο και το Παρίσι, αντιλαμβάνεται κανείς ποια είναι η τουρκική αντίληψη για την Αθήνα. Σκοπίμως, εμφανίζεται κατά κυριολεξία να την αγνοεί.

Η Τουρκία πιστεύει βαθύτατα ότι χώρες όπως η Ελλάδα οφείλουν να υποτάσσονται στη βούληση του περιφερειακού ηγεμόνα, δηλαδή της ίδιας. Δεν αναγνωρίζει καν στους Έλληνες δικαίωμα να κάτσουν στο τραπέζι επί ίσοις όροις μαζί της, παρά μόνο υπό το βάρος τετελεσμένου. Έχοντας δημιουργήσει μια ανισοβαρή κατάσταση, η Άγκυρα θα κάνει μια ανεπαίσθητη υποχώρηση από την αρχική μαξιμαλιστική της θέση, προσδοκώντας μάλιστα να της αναγνωριστεί μεγαθυμία απέναντι στον αδύνατο!

Στις σχέσεις της με την Ευρώπη, η Τουρκία ασφαλώς αξιοποιεί την απροθυμία των ευρωπαϊκών κοινωνιών για αντίσταση, η οποία οφείλεται σε πληθώρα παραγόντων που δεν είναι αντικείμενο της παρούσας ανάλυσης. Αποτελεί αξίωμα στη στρατηγική ότι το πλεονέκτημα σε μια διένεξη περνάει στα χέρια όποιου δείχνει και είναι στην πραγματικότητα διατεθειμένος να θυσιάσει τα περισσότερα και σε ανθρώπινες ζωές εάν μία αντίθεση μεταλλαχθεί σε ένοπλη σύγκρουση.

Η εμπλοκή της Τουρκίας –όχι πάντα μόνο δι’ αντιπροσώπων– σε πολεμικά μέτωπα, όπως στη Συρία, στο Κουρδιστάν, στη Λιβύη και εσχάτως στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Ωστόσο, ακόμα κι αυτό το πλεονέκτημα έχει το δικό του περιοριστικό πλαίσιο, το οποίο επιβάλλεται κυρίως από την οικονομία. Οι αγριάδες στερούνται περιεχομένου όταν δεν αντιστοιχούν σε “πορτοφόλι” που μπορεί να υποστηρίξει τις ρητορικές μεγαλοστομίες.

Η Άγκυρα ξεκίνησε ήδη να αναδιπλώνεται εν όψει της επικείμενης Συνόδου Κορυφής της ΕΕ, διότι διακρίνει ότι η ρητορική της την έχει αποξενώσει και από κράτη-μέλη που στήριζαν τις δικές τους γεωστρατηγικές επιλογές στον τουρκικό χώρο. Εξαιτίας αυτού, εξάλλου, εμφανίζονταν όλο το προηγούμενο διάστημα σχεδόν ως απολογητές και προστάτες της Τουρκίας.

Εδώ θα κριθούν όλα. Η Ενωμένη Ευρώπη οφείλει στην επικείμενη Σύνοδο Κορυφής να στείλει στην Τουρκία ένα αυστηρό έμπρακτο μήνυμα σε σχέση με το παρελθόν, που περιοριζόταν σε ρητορικές καταδίκες. Η συμπεριφορά της Τουρκίας είναι τέτοια που αναχαιτίζεται μόνο εάν προσκρούσει σε αυστηρές κυρώσεις. Ο Ερντογάν δεν πρόκειται να συνετιστεί και αργά ή γρήγορα θα επανέλθει εάν δεν πληρώσει τίμημα. Όπως όμως ισχύει για την ψυχολογία κάθε θρασύδειλου, με έφεση στο γεωστρατηγικό bullying, η ισχυρή αντίδραση είναι η μόνη που μπορεί να επηρεάσει τη συμπεριφορά του.

Η Τουρκία είναι κράτος εθισμένο να παίζει συνεχώς με τα όρια ανοχής των αντιπάλων του, με τελικό στόχο να τα διευρύνει, ποντάροντας ότι ο “πολιτισμένος” αντίπαλος θα υποχωρήσει προς χάριν της ειρήνης. Εάν, όμως, υποστεί αυστηρή τιμωρία θα ανακρούσει πρύμναν. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι θα το σκεφτεί πολλές φορές πριν επανέλθει στην ίδια τακτική.

Η Γαλλία φαίνεται έτοιμη και αποφασισμένη να ακολουθήσει την οδό της αυστηρής απάντησης. Δεν ισχύει το ίδιο και για τη Γερμανία, αν και οι πιέσεις που ασκούνται εκεί από την κοινωνία προς την καγκελάριο είναι πλέον έντονες. Ο όγκος των αρνητικών δημοσιευμάτων για την Τουρκία στα γερμανικά Μίντια έχουν ανέλθει σε ιστορικό υψηλό. Αυτό μπορεί να μην αρκεί για να αλλάξει την στρατηγική της κυβέρνησης, αλλά οπωσδήποτε διαμορφώνει κλίμα, το οποίο δεν μπορεί για πολύ να το αγνοεί η Μέρκελ και ο διάδοχός της.

Εάν η Μέρκελ αδιαφορήσει, το χάσμα που θα ανοίξει ανάμεσα στην πολιτική της και στο κλίμα που διαμορφώνεται στην κοινωνία, η οποία αισθάνεται προσβεβλημένη, θα αποτυπωθεί αναπόφευκτα στις κάλπες. Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να χαθεί η ευκαιρία η Σύνοδος Κορυφής να δώσει μια ισχυρή απάντηση, που θα ξεκαθαρίζει με πράξεις ότι η Τουρκία έχει υπερβεί τα όρια.