Το “στοιχειωμένο” ASPIS II και το σίριαλ της… “εγκατάλειψης” της αναβάθμισης των F-16

Τα Γενικά Επιτελεία δεν φημίζονται για την… πολυλογία τους, ούτε και για στάση άμεσης και δεσμευτικής απάντησης σε ό,τι γραφτεί ή ειπωθεί στα μέσα μαζικής ενημέρωσης (ΜΜΕ) της χώρας. Συνειδητά έχει επιλεγεί εδώ και δεκαετίες μια στάση που δίνει έμφαση όχι στην αποδέσμευση πληροφοριών, αλλά στην όσο το δυνατόν ταχύτερη ενημέρωση επί των θεμάτων που ρωτούν διαπιστευμένοι και μη συντάκτες.

Στο πλαίσιο αυτό, η χθεσινοβραδινή ανακοίνωση του ΓΕΑ, ήταν λογικό να προκαλέσει αίσθηση, αφού διά της ατόπου συνάγεται, ότι το θέμα που “σχολιάστηκε”, ξεπέρασε κάποια άτυπα “όρια”. Ας δούμε όμως πρώτα τη λιτή ανακοίνωση:

Το Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας, με αφορμή πρόσφατα άρθρα που είδαν το φως της δημοσιότητας, διευκρινίζει τα ακόλουθα:
>το πρόγραμμα αναβάθμισης των αεροσκαφών F-16 περιλαμβάνει την αναβάθμιση συστημάτων των αεροσκαφών σε διαμόρφωση VIPER, το οποίο θα διαρκέσει περίπου 8 έτη με τις τελευταίες παραδόσεις αεροσκαφών το 2027, ενώ οι εργασίες αναβάθμισης θα εκτελεστούν στην ΕΑΒ ΑΕ.

>οι εργασίες στο πρώτο F-16 που θα αποτελέσει και το πρωτότυπο αεροσκάφος της αναβάθμισης έχουν ξεκινήσει τον Ιανουάριο του 2020 στις εγκαταστάσεις της ΕΑΒ και συνεχίζονται σύμφωνα με το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα χωρίς αποκλίσεις.

Το ΓΕΑ λοιπόν, αποφάσισε να απαντήσει σε μια κάπως αόριστη αναφορά περί “παγώματος” του προγράμματος εκσυγχρονισμού μέχρι το 2030. Η παρεξήγηση και οι λανθασμένες εντυπώσεις δημιουργήθηκαν από αυτή την ασαφώς διατυπωμένη αναφορά.

Ενώ κατά πάσα πιθανότητα πρόθεση ήταν να καταγραφεί το ενδεχόμενο καθυστέρησης του προγράμματος πέραν του 2027 που έχει συμβατικώς καθοριστεί (αυτό αναφέρει το σχετικό συμβόλαιο), μπορούσε να διαβαστεί ως πρόθεση να ξαναδεί η χώρα το πρόγραμμα εκείνη την περίοδο!

Αυτό όμως δεν θα είχε το παραμικρό νόημα. Ήδη το πρόγραμμα έχει υπερβεί κατά μια δεκαετία τουλάχιστον το επιβαλλόμενο χρονικό σημείο εκκίνησης. Εάν είχαν γίνει όσα έπρεπε, όταν έπρεπε, το κόστος σήμερα μετεξέλιξης των F-16 στην κορυφαία τους έκδοση, την “V” (Viper) θα ήταν σημαντικά μικρότερο του σημερινού.

Ταυτόχρονα προβάλλεται δήθεν φημολογία, σύμφωνα με την οποία θα ακυρωθεί η αναβάθμιση των F-16 και αντί αυτού θα αγοράσουμε πέμπτης γενιάς F-35. Αστεία πράγματα. Το μέλλον των δυο αυτών μαχητικών στο ελληνικό οπλοστάσιο είναι συνδεδεμένο. Με το “πλεονέκτημα” να το έχουν τα F-16!

Αυτά κάνουν όλες τις δουλειές χωρίς F-35, το αντίθετο όμως δεν ισχύει. Δεν αγοράζεις αεροσκάφος αυτών των δυνατοτήτων και του κόστους που συνεπάγεται η τεχνολογία αιχμής για να κυνηγάς Τούρκους στο Αιγαίο. Το θέλεις για άλλες δουλειές… Το F-16 είναι πολυεργαλείο χαμηλού κόστους. Ό,τι χρειαστεί μπορεί να το φέρει σε πέρας.

Ωστόσο, είναι άλλο πράγμα να επιχειρηματολογήσει κανείς για το είδος του εκσυγχρονισμού που θα αποτελούσε βέλτιστη λύση ή ποια αεροσκάφη του στόλου των F-16 έπρεπε να επιλεγούν πρώτα προς εκσυγχρονισμό και άλλο να μένει ως εντύπωση το ότι, ακόμα και μη συνεργασία του συστήματος αυτοπροστασίας ASPIS II μπορεί αν οδηγήσει σε… ακύρωση το πρόγραμμα. Ας δούμε αυτό το θέμα και θα ακολουθήσει άλλο δημοσίευμα που θα ασχολείται με το πρόγραμμα αναβάθμισης των F-16.

Κάπως έτσι “παντρευτήκαμε” το ASPIS…

Στο θέμα του ASPIS II έχει αναφερθεί και το DP. Πρόκειται για ένα καρκίνωμα δεκαετιών. Αρχικά, πουλήθηκε -άρα έγινε αποδεκτό, για να μη ρίχνουμε βολικά και διαρκώς το φταίξιμο στους άλλους- στην Ελλάδα, με το ισχυρό επιχείρημα ότι θα ήταν αποκλειστικά της Πολεμικής Αεροπορίας. Πρόκειται για ισχυρισμό ορθό σε έναν τουλάχιστον βαθμό.

Το πρόβλημα είναι ότι ο συγκεκριμένος τομέας του Ηλεκτρονικού Πολέμου (EW: Electronic Warfare) παρουσίασε αλματώδη ανάπτυξη και οι καινοτομίες δεν εμφανίζονται κάθε χρόνο, αλλά κάθε… εξάμηνο!

Η Ελλάδα, είτε ελλείψει κονδυλίων είτε άλλων εμμονών, έχει επιλέξει σήμερα τη διατήρηση ενός συστήματος που υστερεί τεχνολογικά, σε έναν τομέα ο οποίος με τα σύγχρονα δεδομένα του αεροπορικού πολέμου, αφενός αυξάνει δραματικά την επιβιωσιμότητα των αεροσκαφών και των πληρωμάτων τους, ενώ αφετέρου, αποτελεί συνολικότερα πολλαπλασιαστή ισχύος.

Εμείς τι κάναμε; Ακόμα θυμούνται τον Γιάννο Παπαντωνίου να εξέρχεται του ΚΥΣΕΑ και να ανακοινώνει την αγορά νέων μαχητικών αεροσκαφών “τα οποία θα φθάσουν στην Ελλάδα με ενσωματωμένο το ASPIS II“, όπως είχε περίπου αναφέρει στις δηλώσεις του τότε.

Ο λόγος είναι διότι την εποχή εκείνη, στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι Ισραηλινοί πρόσφεραν στην Ελλάδα γη και ύδωρ στον τομέα του ηλεκτρονικού πολέμου, προτείνοντας ένα εξαιρετικά προηγμένο για τα δεδομένα της εποχής σύστημα αυτοπροστασίας για τα F-16 και έχοντας χρησιμοποιήσει το πανίσχυρο λόμπι τους στις Ηνωμένες Πολιτείες για να αποσπάσουν το “ΟΚ” από το Πεντάγωνο.

Επίσης, δεσμεύτηκαν για τη δημιουργία “Οίκου Ηλεκτρονικού Πολέμου” (EW House) στην ΕΑΒ. Αυτό ίσως ήταν και το μοιραίο τους λάθος. Οι ΗΠΑ έχαναν αγορές από τους Ισραηλινούς, οι οποίοι ακόμα κι αν υποτεθεί ότι εάν δεν διέθεταν πιο προηγμένα συστήματα από τα αμερικανικά, δεν είχαν να αντιμετωπίσουν τους περιορισμούς στην εξαγωγή των συστημάτων.

Άρα, θα χανόταν και η Ελλάδα με αποτέλεσμα να τρομάξουν και πολλοί εγχώριοι “παίκτες” και να ανέβουν “στα κάγκελα”. Οι Ισραηλινοί εξασφάλισαν λοιπόν την αμερικανική συναίνεση ειδικά για την Ελλάδα και έχοντας προσδώσει συμβολική σημασία στην υλοποίηση της πρώτης συμφωνίας για κάποιο σημαντικό εξοπλιστικό πρόγραμμα με την Ελλάδα, ανέμεναν την τελική μας απόφαση.

Η οποία ήταν αυτή που προαναφέραμε και ανακοίνωσε ο Γιάννος Παπαντωνίου. Αυτό που συνέβη ήταν απλό: Όχι μόνο δεν ήρθαν τα αεροσκάφη όπως είχε ανακοινωθεί, αλλά μας ταλαιπώρησαν για 15 χρόνια μέχρι να βρεθεί κάποια λύση. Παρόλο που επέλεξαν το ASIS II επειδή υποτίθεται δεν είχε ρίσκο, αποδείχθηκε στην πράξη ότι είχε και μάλιστα τεράστιο, ενώ το ισραηλινό ήταν ήδη ενσωματωμένο στα μαχητικά της ισραηλινής Αεροπορίας.

Οι δε Ισραηλινοί έπρεπε να περιμένουν σχεδόν άλλες δυο δεκαετίες και να έχουν έρθει τα πάνω κάτω στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, για να υπογραφτεί η πρώτη σημαντική διμερή συμφωνία. Αυτή για τη χρονομερισματική μίσθωση (leasing) των μη επανδρωμένων HERON.

Φυσικά, ο εκρηκτικός ρυθμός ανάπτυξης των τεχνολογιών στον τομέα του ηλεκτρονικού πολέμου συνεχιζόταν. Βασικό επιχείρημα εκείνης της εποχής ήταν ότι το προσφερόμενο ισραηλινό σύστημα ήταν πλήρως ψηφιακό, με την αρχιτεκτονική του να έχει αναπτυχθεί γύρω από το σύστημα DRFM (Digital Radio Frequency Memory).

Αυτό διόλου δε συγκίνησε ιδιαίτερα τους εθισμένους σε άλλες συμπεριφορές Έλληνες εμπλεκόμενους με τις προμήθειες των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων για τους λόγους που ήδη εξηγήθηκαν. Τότε είχε ακουστεί μάλιστα ο απαράμιλλης ανοησίας ισχυρισμός “το DRFM μια πλακέτα είναι, θα μετατρέψουμε και το ASPIS σε ψηφιακό”!

Η αποδοχή αυτής της ανοησίας και η αποφυγή του να δίδεται γραπτά ό,τι λέει ο καθένας ώστε να υπέχει ευθύνη, στοίχισε στην Πολεμική Αεροπορία 15 και πλέον χρόνια. Το χειρότερο από όλα ήταν ότι εξ ανάγκης, οι χειριστές των F-16 έμαθαν να μην περιμένουν και πολλά από το σύστημα αυτοπροστασίας. Στην πραγματικότητα τίποτα, αφού το σύστημα δεν λειτουργούσε.

Πρέπει να υπάρξουν αλλαγές, αλλά με πρόγραμμα και σύστημα…

Αυτό βέβαια έχει τη σημασία του και σήμερα και αποτελεί επιχείρημα που αναιρεί τον… δραματικό και εσχατολογικό χαρακτήρα των αναφορών περί μη συνεργασίας του ASPIS II με το ραντάρ ηλεκτρονικής σάρωσης AESA. Με αυτό το αεροσκάφος κάναμε αποτροπή στους Τούρκους, με αυτό τους κυνηγούσαμε. Και χωρίς σύστημα αυτοπροστασίας θα επιχειρούσαμε με ένα πολύ πιο σύγχρονο αεροσκάφος αν διαθέταμε F-16 Viper!

Εν κατακλείδι, το ιδανικό θα ήταν η Πολεμική Αεροπορία να περνούσε σε άλλη γενιά συστήματος αυτοπροστασίας και όχι να παραμένει σε αυτό που μας δημιούργησε τόσα προβλήματα. Από την άλλη… μόλις έλυσες το πρόβλημα να πετάξεις το σύστημα; Εξάλλου, οι των F-16 δεν εκπαιδεύθηκαν όπως οι πιλότοι των Mirage με το εξαιρετικό ICMS που ήξεραν και ξέρουν ότι έχουν έναν ισχυρό σύμμαχο στην προσπάθεια να επιβιώσουν.

Ωστόσο, οι σχέσεις της ελληνικής με την ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία έχει αλλάξει τα δεδομένα. Οι Έλληνες χειριστές έχουν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να αντιληφθούν σε όλες του τις διαστάσεις το πλεονέκτημα των Ισραηλινών συναδέλφων τους λόγω των εξαιρετικά προηγμένων συστημάτων ηλεκτρονικού πολέμου που χρησιμοποιούν.

Ας αφήσουμε τα πράγματα ως έχουν, ας δούμε όμως και μια φορά ένα πρόβλημα σε μακροχρόνιο ορίζοντα. Ας ξεκινήσουν οι δυο αεροπορικές δυνάμεις να ανταλλάσσουν εμπειρίες για το θέμα, να βάλουν κάτω τι χρειάζονται τα ελληνικά μαχητικά και να προταθούν λύσεις, να δοκιμαστούν και η Ελλάδα να προετοιμαστεί “συστημικά” για πιο ορθολογικές επιλογές στο μέλλον…