Πρόγραμμα νέων φρεγατών για το Πολεμικό Ναυτικό μετά την επίσκεψη της ΥΠΑΜ Γαλλίας

Η Φλοράνς Παρλί, υπουργός Άμυνας της Γαλλίας, μας επισκέφθηκε και παρέστη στην υπογραφή των συμβάσεων για τα μαχητικά Rafale, τα όπλα τους και την εν συνεχεία υποστήριξη (FOS). Η πρόταση που πολλοί περίμεναν πολλοί για το πρόγραμμα φρεγατών του Πολεμικού ναυτικού δεν ήρθε. Χωρίς όμως να σημαίνει ότι το θέμα δεν ετέθη κατά τη διάρκεια των συζητήσεων με την ελληνική πολιτική ηγεσία. Κατά συνέπεια, έχει νόημα να επιχειρηθεί η χαρτογράφηση του προγράμματος σε αυτό το χρονικό σημείο, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του ρεπορτάζ.

Καταρχάς, θα πρέπει να τονιστεί ότι το Πολεμικό Ναυτικό απορρίπτει κάθε αναφορά στο ενδεχόμενο διενέργειας διεθνούς διαγωνισμού με το επιχείρημα ότι η καθυστέρηση θα είναι πολύ μεγάλη και δεν θα μπορέσει να ολοκληρωθεί προ της παρέλευσης διετίας. Η αγωνία για την έκβαση της υπόθεση και η αίσθηση του επείγοντος είναι ευδιάκριτα στην ηγεσία του Κλάδου.

Εάν θέλαμε να είμαστε απόλυτα δίκαιοι -όσο σχετικός κι αν είναι ο όρος- θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η υπόθεση των φρεγατών “σέρνεται” από το 2018. Εν ολίγοις, εάν είχε τότε προκηρυχθεί διαγωνισμός πλέον θα ολοκληρωνόταν. Άρα χρόνος υπήρχε. Ήταν όμως η πολιτική ηγεσία, με συναίνεση ασφαλώς της προηγούμενης ηγεσίας του Πολεμικού Ναυτικού, που χρεώνεται την ευθύνη επιλογής -ή συναίνεσης σε- πιο “(γεω)πολιτική” διαδικασία επιλογής.

Με ό,τι αρνητικό αυτό συνεπάγεται όπως διαπιστώνουμε σήμερα. Διότι αυτό που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης, είναι ότι κάποιας μορφής έστω διαγωνιστική διαδικασία δίνει την ευκαιρία να είμαστε όλοι βέβαιοι για το τι προσφέρει κάθε υποψήφιος προμηθευτής, ενώ οι συνθήκες ανταγωνισμού που δημιουργούνται οδηγεί σε εξάντληση των περιθωρίων των εταιριών – χωρών με σκοπό να εξασφαλίσουν το συμβόλαιο.

Ο λόγος που δεν επελέγη αυτή η κατά γενική ομολογία βέλτιστη διαδικασία, συνδέεται αφενός με τον “(γεω)πολιτικό χειρισμό” της υπόθεσης και αφετέρου με την επιθυμία της πολιτικής ηγεσίας να κάνει όλες τις ελληνικές επιθυμίες ένα “πακέτο”. Νέες φρεγάτες, ενδιάμεση λύση, ναυπηγεία, αναβάθμιση φρεγατών MEKO.

Θεωρητικά, το πλεονέκτημα που θα εξασφαλιζόταν είναι η επίτευξη ομοιοτυπίας στα συστήματα που αξιοποιεί επιχειρησιακά το Πολεμικό Ναυτικό. Ως αντίλογος θα μπορούσε να προβληθεί η μονοσήμαντη εξάρτηση της χώρας από έναν και μόνο προμηθευτή και όχι μόνο.

Εξίσου σημαντικό είναι ότι οι δυσαρεστημένοι είναι πολλοί και ισχυροί, το οποίο αντιβαίνει ως λογική με την επιδίωξη μεγιστοποίησης των γεωπολιτικών ανταλλαγμάτων. Εάν υποτεθεί ότι υπάρχει τρόπος εξασφάλισης ότι θα αποδειχθούν και στην πράξη.

Διότι οι πιο… κακεντρεχείς διακρίνουν πίσω από τη διαδικασία που επελέγη, την πολιτική επιλογή -καταρχήν- υποστήριξης της αμερικανικής λύσης – πακέτο που συμπεριλάμβανε όλες τις παραμέτρους ενδιαφέροντος της Ελλάδας. Αυτό όμως, ένα ισχύει, θα σήμαινε ότι η διαδικασία εξασφάλισης και άλλων προτάσεων ήταν μάλλον προσχηματική, με σκοπό τη νομιμοποίηση μιας εκ προοιμίου επιλογής.

ΟΙ… ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΩΣ “ΚΟΜΜΕΝΟΙ”
Όμως, όπως αποδεικνύεται, πολλά μπορούν να “στραβώσουν” στην πορεία. Πού βρισκόμαστε όμως τώρα; Ας ξεκινήσουμε ανάποδα και ας διακινδυνεύσουμε την εκτίμηση ότι οι δυο πρώτοι “κομμένοι” είναι οι Ισπανοί και οι Ιταλοί. Ο λόγος είναι απλός, αφού τεκμηριώνεται εύκολα η πεποίθηση που έχει διαμορφωθεί ότι έχουν επιλέξει και προτεραιοποιήσει την Τουρκία έναντι της Ελλάδας.

Ίσως αυτό ισχύει περισσότερο για τη Μαδρίτη και λιγότερο για τη Ρώμη. Αυτή δείχνει να είναι όμως η κατάσταση. Δύσκολο φαντάζει και το ενδεχόμενο συνεργασίας με τους Βρετανούς, παρότι οι προτάσεις τους σε “απόλυτες τιμές” παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Κι εδώ όμως η εξέταση του γεωπολιτικού παράγοντα προβληματίζει όσον αφορά τα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό.

Προβληματίζει παρότι το Ηνωμένο Βασίλειο με τους εξαιρετικούς μηχανισμούς -κατάλοιπα αυτοκρατορικού παρελθόντος- που διαθέτει, δείχνει να έχει αντιληφθεί καλά τη διαδικασία σεισμικών αλλαγών στην Ανατολική Μεσόγειο και σπεύδει να προσαρμόσει την πολιτική του. Η οικοδόμηση εμπιστοσύνης δεν θα είναι εύκολη διαδικασία.

Όλο αυτό το “πακέτο” οδηγεί στο συμπέρασμα με υψηλό βαθμό ασφάλειας, ότι η λύση του Πολεμικού Ναυτικού δεν θα αναζητηθεί στη Βρετανία. Παρότι επιχειρησιακά οι προτάσεις τους είναι εξαιρετικά σοβαρές, η ηγεσία του Πολεμικού Ναυτικού συνυπολογίζει και τον μεγαλύτερο χρόνο προσαρμογής και αξιοποίησης συστημάτων που δεν υπηρετούν στις τάξεις του. Δεν είναι παράλογο.

Παρόμοιοι πολιτικού χαρακτήρα προβληματισμοί υπάρχουν και για τους Γερμανούς, παρότι οι προτάσεις με επίκεντρο τη νέα γενιά των MEKO τις A200, δεν έχουν λίγους οπαδούς. Η παρελθούσα εμπειρία με την εμπλοκή στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, προκαλεί δικαιολογημένα σοβαρές αναστολές, πέραν της ιδιαίτερης σχέσης της χώρας με την Τουρκία.

Ο αντίλογος είναι η αύξηση της ελληνικής διαπραγματευτικής ισχύος απέναντι στο Βερολίνο, διά της μεθόδου της σοβαρής εμπλοκής γερμανικών κατασκευαστών σε προγράμματα των Ενόπλων Δυνάμεων, κάτι που ισχύει και για χερσαία συστήματα πέραν των Ναυτικών, εάν υποτεθεί ότι ο αεροπορικός τομέας έχει “κλείσει” από το δίδυμο ΗΠΑ-Γαλλίας. Θα φανεί και σύντομα. Ας πάμε όμως στους τρεις βασικούς υποψήφιους.

ΓΑΛΛΟΙ
Ξεκινώντας από τους Γάλλους η έλευση της Φλοράνς Παρλί δεν κόμισε κάποια πρόταση. Ίσως η γαλλική πλευρά επέλεξε να βολιδοσκοπήσει την ελληνική αποδεσμεύοντας προσεκτικά και σε ιδιωτικό επίπεδο κάποια στοιχεία, ώστε να αξιοποιήσουν την πρώτη αντίδραση, με σκοπό η πρόταση που θα καταθέσουν να είναι πιο δελεαστική.

Ωστόσο, αυτό που φαίνεται είναι ότι οι Γάλλοι δεν μπορούν να προχωρήσουν σε ναυπήγηση των πλοίων που προτείνουν σε ελληνικά ναυπηγεία. Όσο κι αν αυτό δεν ακούγεται καλά στην Ελλάδα για δυο κυρίως λόγους:

α) το κόστος θα εκτοξευθεί στην πρώτη ναυπήγηση και πιθανότατα θα καθυστερήσει η ολοκλήρωση, με αποτέλεσμα ο μικρός συνολικός αριθμός της παραγγελίας να μην επιμερίζει το επιπρόσθετο κόστος κατά τρόπον οικονομικά αποδεκτό και
β) έχουν δικά τους ναυπηγεία που επείγονται να υποστηρίξουν σε πολύ δύσκολες εποχές. Ο αντίλογος είναι ότι η απώλεια του συμβολαίου, λογικά συνιστά ακόμα μεγαλύτερη ζημιά.

Κατά συνέπεια, όλα δείχνουν ότι η πρόταση μάλλον θα προτείνει παραχώρηση υποκατασκευαστικού έργου στην ελληνική ναυπηγική βιομηχανία. Το ερώτημα είναι σε ποιο ναυπηγείο, καθώς Νεώριο και Ελευσίνα ελέγχεται από “αμερικανικά συμφέροντα” και τον Σκαραμαγκά φρόντισε το πολιτικό σύστημα να τον διαλύσει, με αποφάσεις και γενικότερα διαχείριση, μνημειώδους ανοησίας. Κι ας κομπάζει όποιος επιθυμεί περί “θαυμάτων” που συντελέστηκαν.

Διαφωνεί κανείς ότι το ένα από τα δυο μεγαλύτερα ναυπηγεία της Μεσογείου χρειάζεται πολύ σοβαρά ποσά (άνω των 100 εκατ. ευρώ) να επενδυθούν με σκοπό να τεθεί ξανά σε λειτουργία και να μπορέσει να ναυπηγήσει μεγάλο πολεμικό πλοίο;

Εάν υποτεθεί ότι “τακτοποιούμε” με κάποιον “μαγικό” τρόπο το επιπρόσθετο κόστος (όπως όλα τα υπόλοιπα προβλήματα). Ποιος θα τα επενδύσει ώστε να ενεργοποιηθεί εκ νέου; Τα προβλήματα ισχύουν και για απλή συμμετοχή ως υποκατασκευαστής.

Στον τομέα της ενδιάμεσης λύσης, όλα δείχνουν ότι το γαλλικό Ναυτικό δεν έχει τη δυνατότητα αποδέσμευση φρεγατών FREMM. Κατά συνέπεια, η πρόταση για ενδιάμεση λύση θα περιλαμβάνει φρεγάτες La Fayette. Όλα θα κριθούν στις προσθήκες που θα συμφωνηθεί να γίνουν ώστε να μπορούν να αναλάβουν το έργο των MEKO 200HN όταν θα ξεκινήσει η αναβάθμισή τους. Εάν τελικά η ελληνική πλευρά εμμείνει στην ανάθεση του συνόλου σε έναν προμηθευτή.

ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΙ
Η αναστολή παραλαβών νέων Πλοίων Παρακτίων Επιχειρήσεων (LCS: Littoral Combat Ships) από το αμερικανικό Ναυτικό, μέχρι την πειστική επίλυση του προβλήματος με το προωστήριο σκεύος των πλοίων, αποτέλεσε ισχυρότατο πλήγμα στην αμερικανική υποψηφιότητα η οποία στηρίζεται στο έκδοχο MMSC, μεγαλύτερου εκτοπίσματος των LCS της Lockheed Martin, βασισμένο σε μεγάλο βαθμό στη σαουδαραβική παραγγελία.

Αυτό εμφανίζεται να το συνειδητοποιεί και η αμερικανική πλευρά. Το δε Πολεμικό Ναυτικό θα επιθυμούσε πάνω από όλα να εξασφαλίσει τουλάχιστον δύο αντιτορπιλικά κατευθυνομένων βλημάτων Arleigh Burke και σε αυτό το πλαίσιο θα ήταν διατεθειμένο να συζητήσει τη ναυπήγηση τεσσάρων MMSC με άλλο σύστημα πρόωσης που θα περιόριζε την εντυπωσιακή του ταχύτητα, η οποία όμως θα παρέμενε υπέρ αρκετή.

Διάφορες σκέψεις έχουν αναφερθεί για τις δυνατότητες του πλοίου στον τομέα της αντιαεροπορικής προστασίας, αλλά και σε αυτόν του ανθυποβρυχιακού πολέμου. Όμως, η διαφαινόμενη αδυναμία του US Navy να αποδεσμεύσει Arleigh Burke, δείχνει να μειώνει δραματικά τις πιθανότητες.

Η δε παράμετρος των ναυπηγείων εγείρει πλέον την υποψία στο Ναυτικό, ότι κι εκεί η εξίσωση απλά “δεν βγαίνει” οικονομικά. Τα 280 εκατ. ευρώ χρεών του ναυπηγείου, μη δυνάμενων να παραγραφούν με οποιονδήποτε τρόπο  (συνολικά ανέρχονται σε 400+ εκατ. ευρώ), σε συνδυασμό με τις επενδύσεις που χρειάζονται για να δύναται να εμπλακεί το ναυπηγείο στη ναυπήγηση μεγάλων μονάδων επιφανείας, καθιστά το εγχείρημα προβληματικής οικονομικής βιωσιμότητας.

Πολλοί συνέδεαν με αυτή τη συνειδητοποίηση με την μη εμφάνιση του αμερικανικού κρατικού χρηματοδοτικού κολοσσού DFC στη διαδικασία πώλησης του Σκαραμαγκά. Η αμερικανική πλευρά προέβαλε το “σχέδιο τρίαινα” για την αναζωογόνηση της ναυπηγικής και ναυπηγοεπισκευαστικής βιομηχανίας, με τον συνδυασμό και των τριών βασικών ναυπηγείων: Σκαραμαγκάς, Ελευσίνα και Νεώριο.

Η μη εμφάνιση της DFC όμως, έχει δώσει -εύλογα- τροφή σε συζητήσεις ότι το επιχειρηματικό σχέδιο δεν κρίθηκε βιώσιμο από την DFC που αποσύρεται διακριτικά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θα επιδειχθεί ενδιαφέρον για άλλους στρατηγικούς τομείς της οικονομίας.

ΟΛΛΑΝΔΟΙ
Εντυπωσιάζει η εκτίμηση που προέρχεται από επιχειρησιακούς αξιωματικούς του Πολεμικού Ναυτικού. Στις τάξεις τους, η ανησυχία είναι το πόσο σύντομα θα μπορέσει ο Κλάδος να αποκτήσει νέες μονάδες επιφανείας και πόσο σύντομα θα έρθουν τα πλοία της ενδιάμεσης λύσης, ώστε να μειωθούν τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν.

Μπορεί να εκπλήσσει, όμως για την περίπτωση των Ολλανδών η στάση φαίνεται να είναι εξαιρετικά θετική. Κρατώντας χαμηλά τον πήχη και με γνώμονα αποκλειστικά το να μπορούν να κάνουν τη δουλειά τους, χαρακτηρίζουν τις λύσεις που προτείνονται από επαρκείς έως επαρκέστατες, υπό την αίρεση διαπίστωσης στην πράξη της κατάστασης των φρεγατών “M” Karel Doorman (ενδιάμεση λύση) από κλιμάκιο του Πολεμικού Ναυτικού.

Ωστόσο, προβάλουν το “(γεω)πολιτικό επιχείρημα” για να εκτιμήσουν ότι οι πιθανότητες επικράτησης είναι σημαντικά μειωμένες. Εκτός κι αν υπάρξουν εκπλήξεις, το περιεχόμενο των οποίων δεν μπορεί κανείς να προσδιορίσει εύκολα. Ούτε είναι δυνατό να εκτιμηθεί εάν υφίσταται ενδεχόμενο συνεργασιών μεταξύ των υποψηφίων, σε οποιονδήποτε συνδυασμό.

Το σίριαλ συνεχίζεται και το Πολεμικό Ναυτικό πλέον δεν βλέπει την ώρα να προχωρήσει μπροστά. Διότι τα πολλά “politics” αποδεικνύεται στην πράξη ότι βλάπτουν το επιχειρησιακό σκέλος της εθνικής άμυνας. Και οι ναύαρχοι που έχουν στα χέρια την “καυτή πατάτα” αποτελεσματικής αντιμετώπισης του τουρκικού αναθεωρητισμού, το αντιλαμβάνονται πολύ καλά και ανησυχούν.