Θέμος Στοφορόπουλος (1940-2020)… Εις μνήμην: Η τουρκική επιθετικότητα

«Η Ελλάδα και η Κύπρος είναι αναγκασμένες να σταθούν στα πόδια τους εγκαταλείποντας την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να επιβιώσουν ως αποικίες του ιμπεριαλισμού», αρχίζει το αφιέρωμα σε μια εμβληματική μορφή της ελληνικής διπλωματίας ο δημοσιογράφος Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος, μια ημέρα μετά τον θάνατό της, προχθές…

Και συνεχίζει: Με αυτή την φράση ολοκλήρωσε τον πρόλογο που μου έκανε την μεγάλη τιμή να γράψει για το βιβλίο μου Η Κύπρος στο Στόχαστρο, το 2017, ο πρώην Πρέσβης της Ελλάδος στη Λευκωσία Θέμος Στοφορόπουλος, που έφυγε, χτυπημένος από την «επάρατο».

Ο Στοφορόπουλος υπήρξε από τις λαμπρότερες μορφές της ελληνικής διπλωματίας, τους ελάχιστους «μεγάλους διπλωμάτες» των δεκαετιών μετά τη μεταπολίτευση, άνθρωπος που άφησε εποχή στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών και που τον χαρακτήρισε διαχρονικά μια σπάνια μαχητικότητα και στην υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων και στη διατύπωση της γνώμης του.

Το άρθρο αξίζει να διαβαστεί, ακολουθώντας τον ενεργό σύνδεσμο της πρώτης παραγράφου. Εμείς, στη μνήμη του πραγματικά σημαντικού διπλωμάτη, αποφασίσαμε να αναδημοσιεύσουμε την απάντηση που είχε στείλει ο Θέμος Στοφορόπουλος στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, την 1η Αυγούστου 2009, με αφορμή ένα άρθρο που είχε διαβάσει. Μια απάντηση που παραμένει τόσο επίκαιρη:

Κύριε διευθυντά
Στην «Καθημερινή» της 17ης Ιουλίου (σε ένα από τα τόσο κατατοπιστικά άρθρα της κ. Δώρας Αντωνίου) διαβάσαμε την εξής δήλωση της υπουργού Εξωτερικών: «Η Ελλάδα δεν πρόκειται ποτέ να αποδεχτεί ότι μπορούν να πετάνε πάνω από κατοικημένα νησιά οι Τούρκοι, παραβιάζοντας κάθε συνθήκη και κάθε έννοια δικαίου».

Τάχθηκε, πάντως, η κ. Μπακογιάννη υπέρ της συνέχισης του διαλόγου, λέγοντας ότι «είναι τρόπος να εκτονωθεί η κατάσταση» και επανέλαβε ότι «μοναδική εκκρεμμότητα με την Τουρκία, μοναδικό θέμα που συζητά η Αθήνα είναι αυτό της υφαλοκρηπίδας». Θύμισε δε και «την ετοιμότητα της χώρας μας για παραπομπή του ζητήματος στη Χάγη».

Πολύ σωστά καταγγέλλει η υπουργός τις τουρκικές υπερπτήσεις πάνω από κατοικημένα ελληνικά νησιά, διότι αυτές προκαλούν, συν τοις άλλοις, ανησυχία ή και πανικό των κατοίκων που δεν μπορεί παρά να τις βλέπουν ως γυμνάσια προπαρασκευαστικά ενδεχόμενης επίθεσης, όπως και είναι.

Δεν πρέπει, όμως, καθόλου να συναχθεί από τις ανωτέρω υπουργικές δηλώσεις ότι τουρκικές υπερπτήσεις πάνω από ακατοίκητα νησιά παραβιάζουν λιγότερο «κάθε συνθήκη και κάθε έννοια δικαίου».

Σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας, όχι μόνο τα κατοικημένα νησιά, αλλά και τα ακατοίκητα, δικαιούνται υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) «αν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση ή δική τους οικονομική ζωή». Και όσα, όμως, βραχονήσια δεν πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις, έχουν και αυτά αιγιαλίτιδα ζώνη και, προφανώς, εναέριο χώρο, η παραβίαση του οποίου είναι εξίσου παράνομη.

Όλα δε τα ελληνικά νησιά και βραχονήσια στο Αιγαίο, μαζί με την όλη θαλάσσια περιοχή όπου βρίσκονται, αποτελούν το πρότυπο αρχιπέλαγος, με τη γεωγραφική έννοια του όρου. Ένα σύνολο, συνιστώσες του οποίου οι Τούρκοι θέλουν να μας πάρουν για να το θέσουν ολόκληρο υπό τον έλεγχό τους.

Όσο για τις συνεχιζόμενες «διερευνητικές» ελληνοτουρκικές συνομιλίες με μοναδικό, δήθεν, θέμα την υφαλοκρηπίδα, αυτές είναι άκρως επικίνδυνες. Διότι έτσι που τα έχουμε καταφέρει, μία από κοινού οροθέτηση της υφαλοκρηπίδας προϋποθέτει συμφωνία της Άγκυρας για το πλάτος της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης, αν όχι και για την ελληνικότητα ελληνικών νησιών.

Και στο (ούτως ή άλλως αμφίβολης αντικειμενικότητας) Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, η Τουρκία θα πήγαινε μόνο στη βάση συνυποσχετικού που θα μας υπαγόρευε. Η στάση μας οφείλεται στον φόβο τουρκικής επίθεσης και ανάγεται στον Κωνσταντίνο Καραμανλή.

Στις 17 Αυγούστου 1984 (Πρόεδρος της Δημοκρατίας τότε) έλεγε σε κατ’ ιδίαν συνομιλία: «Ο διάλογος με τους Τούρκους είναι απαραίτητος. Ένας πόλεμος μαζί τους δεν θα μας βγει σε καλό. Θα πάθουμε ανυπολόγιστες καταστροφές».

Και στις 11 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους: «Η Τουρκία αν θέλει μπορεί να μας τσακίσει τα πλευρά. Εκείνο που έκανε στην Κύπρο μπορεί να το κάνει ανά πάσα στιγμή στο Αιγαίο, μ’ ένα νησί, χωρίς εμείς να μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο από το να τιμήσουμε τα όπλα μας» (Χρήστος Πασαλάρης, Οι Βαρόνοι των Media, Εκδοτικός Οίκος Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 2008, σελ. 304 και 310).

Όμως, είναι πια φανερό πως, στην πραγματικότητα, καθιστά τον πόλεμο όλο και πιο πιθανό η πολιτική των πάση ελληνική θυσία συνομιλιών ως μέσον προστασίας από τουρκική επίθεση (πολιτική που και ο Ανδρέας Παπανδρέου υιοθέτησε πλήρως στο Νταβός το 1988). Διότι η Τουρκία βλέπει ότι ο γκανγκστερισμός της αποδίδει.

>Ότι στην Κύπρο δεχόμαστε επί 35 χρόνια τη μεταμφίεση του Αττίλα σε διακοινοτική διαφορά.
>Ότι επανειλημμένα δεχθήκαμε συνομιλίες με την Τουρκία για τους μουσουλμάνους συμπολίτες μας και μάλιστα παρά τις φανερές βλέψεις της εναντίον της ελληνικής Θράκης και παρά την εκδίωξη των Ελλήνων από την Κωνσταντινούπολη, την Ιμβρο και την Τένεδο.
>Ότι δεχθήκαμε να είναι αντικείμενο συνομιλιών η οροθέτηση της υφαλοκρηπίδας σε ολόκληρο το Αιγαίο και όχι, όπως θα έπρεπε, μόνο στις περιοχές που γειτνιάζουν με τα ανατολικά ελληνικά νησιά.
>Ότι συνεχίσαμε τον διάλογο αφού δεχθήκαμε, κατά παραβίαση και του Συντάγματός μας, μετατροπή των Ιμίων σε «γκρίζα ζώνη».
>Ότι παζαρεύουμε κυριαρχικά μας δικαιώματα στις «διερευνητικές» ομιλίες, η διάρκεια των οποίων τους έχει προσδώσει προ πολλού χαρακτηριστικά διαπραγματεύσεων.

Αυτά διαπιστώνοντας, η Άγκυρα διευρύνει όλο και περισσότερο τη «διένεξη», περιλαμβάνοντας τώρα στις «γκρίζες ζώνες» και άλλα συγκεκριμένα ελληνικά νησιά, προσπαθώντας να οικειοποιηθεί την ΑΟΖ του Καστελόριζου και μη αναγνωρίζοντας στη νόμιμη κυβέρνηση της Κύπρου το δικαίωμα να ορίσει τέτοια ζώνη.

Έτσι, η πιθανότητα ένοπλης σύρραξης μεγαλώνει. Είτε ο τουρκικός επεκτατισμός, ενθαρρυνόμενος από τις συνεχείς υποχωρήσεις μας, θα φθάσει σε σημείο τέτοιο που κανονικά να μην έχουμε επιλογή άλλη από την ένοπλη άμυνα, είτε η Τουρκία θα μας επιτεθεί διότι θα κρίνει πως οι συνθήκες θα είναι κατάλληλες όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στο παγκόσμιο περιβάλλον.

Ήδη, όπως επισημαίνει ο διαπρεπής αρθρογράφος σας κ. Σταύρος Λυγερός, η Άγκυρα έχει καταφέρει να καλλιεργήσει διεθνώς την εντύπωση πως το Αιγαίο είναι τουλάχιστον προβληματική περιοχή. (Ανάλογη είναι η τουρκική επιτυχία ως προς την Κύπρο).

Ίσως, βέβαια, αποφύγουμε τον πόλεμο αν, ό,τι και αν μας κάνουν, συνεχίσουμε να πληρώνουμε σταδιακά στους προς Ανατολάς γείτονες ένα τίμημα που τελικά δεν θα είναι μικρότερο από εκείνο μιας στρατιωτικής ήττας μας. Οι Τούρκοι ξέρουν να επιμένουν μέχρι να το καταβάλλουμε ολόκληρο.

Μόνος τρόπος να σταματήσουμε την κατρακύλα, προστατεύοντας συγχρόνως την ειρήνη, είναι μια πειστική αποτρεπτική στρατηγική και, στο πλαίσιο αυτό, μια διπλωματική τακτική ανένδοτη στην ουσία, αλλά ευέλικτη στη μορφή, την οποία η διπλωματική μας υπηρεσία έχει την πείρα και την ικανότητα να εισηγηθεί και να εφαρμόσει, αν υπάρξει η αναγκαία βούληση της πολιτικής ηγεσίας.

Θέμος Χ. Στοφορόπουλος / Συνταξιούχος πρεσβευτής