SCALP EG: Γιατί τα χρειαζόμαστε στην Πολεμική μας Αεροπορία, με όλα τα στοιχεία…

Σε συνέχεια της αναφοράς μας στα όπλα οριζόντιας πλεύσης – μακρού πλήγματος, που ονομάσαμε χάρη συντομίας “στρατηγικά”, επανερχόμαστε στο ίδιο ζήτημα με τεχνικά και επιχειρησιακά στοιχεία. Που απαντούν στο ερώτημα που θέτει ο τίτλος. Η απόκτηση των κατευθυνόμενων βλημάτων οριζόντιας πλεύσης αέρος–εδάφους μεγάλων αποστάσεων SCALP EG της εταιρείας MBDA από τη Πολεμική Αεροπορία, αναμφισβήτητα προσέδωσε ένα σημαντικό πλεονέκτημα, το οποίο ξεφεύγει από τα επίπεδα του τακτικού.

Γράφει ο Στέργιος Θεοφανίδης

Η τουρκική απάντηση στο SCALP EG άργησε να έλθει και ήταν το βλήμα AGM-84Κ SLAM-ER που είναι ουσιαστικά η έκδοση αέρος-εδάφους του γνωστού ναυτικού βλήματος επιφανείας-επιφανείας RGM-84 HARPOON. Αυτή η απάντηση όμως δεν είναι ισοδύναμη λόγω της τεχνολογικής και επιχειρησιακής (υπολείπεται σε επιδόσεις) υστέρησης του συγκεκριμένου βλήματος συγκριτικά με το SCALP EG.

Ακόμη και με το τουρκικό SOM τα πράγματα δεν θα διαφοροποιηθούν σημαντικά αν και η απειλή είναι σημαντική, ας μην κοροϊδευόμστε… Οι Γάλλοι μετά την επιτυχία του προγράμματος εστίασαν στην ανάπτυξη και επιχειρησιακή εκμετάλλευση της ναυτικής έκδοσης του SCALP EG. Το SCALP NAVAL παρέχει πλέον στο Γαλλικό Ναυτικό δυνατότητες προσβολής στόχων ξηράς παρόμοια με αυτή που έχει το Ναυτικό των ΗΠΑ με το στρατηγικό Tomahawk.

Κύρια αποστολή του SCALP EG (Emploi Général – γενικής χρήσης) είναι η προσβολή επίγειων στόχων υψηλής αξίας του αντιπάλου. Τυπικά μεταξύ αυτών των στόχων περιλαμβάνονται στρατηγεία, αεροδρόμια, ναύσταθμοι και εγκαταστάσεις: ελλιμενισμού, αποθήκευσης πυρομαχικών, αλλά και στόχοι υποδομής (ηλεκτροδότηση, γέφυρες κλπ). Αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με τη μεγάλη ακτίνα του και την εξαιρετική του ακρίβεια, μπορεί να το κατατάξει στα στρατηγικά όπλα.

Το πρόγραμμα ανάπτυξης του όπλου προέρχεται από το αντίστοιχο του Apache της MBDA που υλοποιήθηκε στη δεκαετία του ‘80. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄90, όταν κατέστη σαφές ότι επιχειρησιακά το ζητούμενο ήταν η δυνατότητα προσβολής επίγειων στόχων από μεγάλες αποστάσεις, από το Apache προέκυψε το SCALP EG.

Το όπλο έχουν προμηθευτεί η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιταλία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η χώρα μας. Είναι επίσης γνωστό και ως Storm Shadow (αγγλική έκδοση) ή Black Saheen (έκδοση Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων). Τα μαχητικά-βομβαρδιστικά που είναι πιστοποιημένοι φορείς είναι τα βρετανικά Tornado GR4, τα ιταλικά Tornado IDS, τα γαλλικά Dassault Rafale και Mirage 2000, τα ελληνικά και αραβικά Mirage 2000-5/-9 καθώς και τα Eurofighter Typhoon πλέον.

Το SCALP EG είναι ένα υποηχητικό όπλο φιλοσοφίας «fire and forget» βάρους 1230 κιλών, μέγιστης διαμέτρου 630 εκατοστών και ανοίγματος πτερυγίων τριών μέτρων. Η ώση του στροβιλοκινητήρα Turbomeca Microturbo TRI 60-30 μπορεί να αποδώσει ταχύτητα πλεύσης 0,8 Μach και η χωρητικότητα σε καύσιμο, ακτίνα μεγαλύτερη των 250 χιλιομέτρων.

Ο σχεδιασμός του SCALP ενσωματώνει σε μεγάλο βαθμό τεχνολογία χαμηλής παρατηρησιμότητας (stealth). Η άτρακτος είναι κατασκευασμένη έτσι ώστε να ανακλά το μεγαλύτερο μέρος της προσπίπτουσας ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας. Επιπλέον, έχουν χρησιμοποιηθεί υλικά RAM (Radar Absorbing Materials), οπότε ο συνδυασμός καθιστά τον εντοπισμό και την κατάρριψη του όπλου εξαιρετικά δύσκολη υπόθεση.

Μπορεί να εξαπολυθεί από μέσο ή μικρό ύψος. Μετά την εκκίνηση του κινητήρα ακολουθεί καθοδική πορεία, ώστε να λάβει το προκαθορισμένο ύψος πτήσης (ακόμη και κάτω από τα 100 μέτρα!). Όταν βρεθεί σε αυτό το ύψος, κινείται πλέον αδρανειακά (Inertial) προς το στόχο, με ταχύτητα πτήσης 0,8 Mach, με προορισμό τις συντεταγμένες του στόχου που έχουν εισαχθεί στο σύστημα καθοδήγησής του.

Σε αυτή τη φάση της πτήσης, η κατεύθυνση του όπλου υποβοηθείται από GPS (σύντομα από το ευρωπαϊκό δίκτυο δορυφόρων Galileo) και την ψηφιακή βάση απεικόνισης εδαφικού αναγλύφου TERPROM (TERrain PROfile Matching). To TERPROM είναι μία βάση δεδομένων που χρησιμοποιεί αποθηκευμένα ψηφιακά στοιχεία υψών εδάφους που συνδυάζονται με τα δεδομένα INS και ραδιοϋψομέτρου για να υπολογίσουν τη θέση του όπλου πάνω από την επιφάνεια της γης.

Στην τελική φάση της πτήσης του, το όπλο ανέρχεται σε ένα μεγαλύτερο ύψος ώστε να βελτιώσει το οπτικό πεδίο του αισθητήρα IR που διαθέτει στο ρύγχος του. Σκοπός του τελευταίου είναι να αναγνωρίσει θετικά ( να ταυτοποιήσει… ) το στόχο και να προσδιορίσει το σημείο πρόσκρουσης.

Η τερματική κατεύθυνση προς τον στόχο επιτυγχάνεται μέσω του παθητικού υπέρυθρου αισθητήρα απεικόνισης (passive Imaging Infra-Red seeker – IIR seeker) σε συνδυασμό με το αυτόνομο σύστημα αναγνώρισης στόχων (Autonomous Target Recognition-ATR).

Ο παθητικός υπέρυθρος αισθητήρας ερευνά στο οπτικό του πεδίο και συγκρίνει τις επαφές του με τις πληροφορίες (φωτογραφίες του στόχου) οι οποίες είναι περασμένες στη μνήμη του αυτόνομου συστήματος αναγνώρισης στόχων. Ακολουθεί η διαδικασία αναγνώρισης και πρόσκτησης του στόχου (target identification and acquisition process).

Κατά τη διαδικασία αυτή και ενώ το όπλο προσεγγίζει το στόχο, η σύγκριση μεταξύ των επαφών του αισθητήρα IIR και του συστήματος ATR επαναλαμβάνεται συνεχώς με σκοπό τη βελτίωση της διακρίβωσης και τον προσδιορισμό της ακριβούς θέσης του στόχου και του σημείου πρόσκρουσης (πιθανότητα κυκλικού σφάλματος Θ 1m). Όταν αυτό επιτευχθεί το βλήμα λαμβάνει την κατάλληλη πορεία καθόδου ώστε να πλήξει το στόχο.

Είναι προφανές ότι για να είναι επιτυχής μία βολή βλήματος SCΑLP EG θα πρέπει να έχει προηγηθεί άριστη προετοιμασία εκ των προτέρων από το έδαφος. Και αυτό γιατί τόσο η επιλογή του στόχου, όσο και ο προγραμματισμός της διαδρομής του όπλου, λαμβάνουν χώρα πριν από την απογείωση με βάση τις υπάρχουσες αλλά και τις τελευταίες πληροφορίες.

Για την καταστροφή του στόχου, το SCALP είναι εφοδιασμένο με την πολεμική κεφαλή «Bomb Royal Ordnance Augmented Charge – BROACH» η οποία αναπτύχθηκε από την κοινοπραξία BAE Systems Land Systems Munitions & Ordnance, Thales Missile Electronics και QinetiQ. Η BROACH είναι συνολικού βάρους 450 κιλών και αποτελείται από δύο γομώσεις.

Η πρώτη είναι η μικρότερη και σκοπός της είναι το βλήμα να διατρήσει το έδαφος, το σκυρόδεμα, ή τη θωράκιση του στόχου, ώστε να είναι εφικτή η είσοδος του εντός προστατευμένων στόχων.

Η δεύτερη γόμωση είναι η ισχυρότερη και στοχεύει στην καταστροφή του στόχου μετά την είσοδο του βλήματος στο εσωτερικό του. Οι ακριβείς χρόνοι πυροδοτήσεως των δύο γομώσεων ρυθμίζονται μέσω δύο πυροσωλήνων μεταβλητού χρόνου, έτσι ώστε να εκτελεστούν τις κατάλληλες χρονικές στιγμές αναλόγως των χαρακτηριστικών των στόχων.

Τέλος, το όπλο μπορεί να επανακατευθυνθεί εναντίον εναλλακτικού στόχου από το μαχητικό-φορέα και είναι επίσης εξοπλισμένο με έναν μηχανισμό αυτοκαταστροφής ο οποίος ενεργοποιείται στην περίπτωση που η διαδικασία αναγνώρισης και πρόσκτησης του στόχου δεν είναι επιτυχής, ή…