Ρωσία: Γιατί το Συμβούλιο Ασφαλείας ανησυχεί για την κατάσταση στα Βαλκάνια

Όπως προκύπτει από τις δηλώσεις του γραμματέα Τύπου του προέδρου της Ρωσίας, ο Βλαντιμίρ Πούτιν πραγματοποίησε συνάντηση με τα μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας για ένα μάλλον απροσδόκητο θέμα. Δεν επικεντρώθηκε στην Ουκρανία ή στις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά στην κατάσταση στα Βαλκάνια. Δεν υπάρχει όμως τίποτα περίεργο σ’ αυτό: σύντομα αυτή η περιοχή θα μας υπενθυμίσει γιατί ονομάζεται “πυριτιδαποθήκη”.

Γράφει ο Dmitri Bavirin
ΠΗΓΗ: https://vz.ru/

Η συνάντηση των μόνιμων μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, όπως ήταν φυσικό, πραγματοποιήθηκε πίσω από κλειστές πόρτες. Μπορούμε μόνο να υποθέσουμε ποιες ήταν οι απόψεις που εκφράστηκαν σε αυτό. Αλλά το γεγονός ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας έθεσε το θέμα των Βαλκανίων στο επίκεντρο της ημερήσιας διάταξής του δεν είναι τυχαίο.

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος στη Γεωργία, οι διεθνείς αναλυτές άρχισαν να ψάχνουν στο χάρτη για το επόμενο σημείο όπου η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα πολεμούσαν για τα συμφέροντά τους. Εκείνη την εποχή, πολύ λίγοι άνθρωποι μίλησαν για την Ουκρανία, αλλά οι περισσότεροι εμπειρογνώμονες διεθνών σχέσεων θυμήθηκαν αρκετά γρήγορα ότι τα Βαλκάνια θεωρούνταν η “πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης”.

Και αποφάσισαν ότι πρέπει να αναζητηθούν γεωπολιτικές εντάσεις, ειδικά από τότε που το ΝΑΤΟ επεκτάθηκε τον Απρίλιο του 2009 με την Αλβανία και την Κροατία. Προβλέψιμα, στη Μόσχα δεν άρεσε αυτό.

Είναι απαραίτητο να καταλάβουμε ότι η αναζήτηση ενός τέτοιου σημείου είναι από πολλές απόψεις ένα καθαρό παιχνίδι εικασίας και η επιλογή των Βαλκανίων θα μπορούσε να υπαγορευτεί μόνο από το γεγονός ότι απλώς πρέπει να βρούμε κάποιο σημείο – αυτό είναι το έργο των αναλυτών. Μετά την ΕυρωμαΪντάν και τη “ρωσική άνοιξη” στο Ντονμπας, έγινε φανερό ότι είχαν πέσει έξω, αλλά τα χιλιόμετρα των άρθρων που έγραψαν δεν πήγαν στο βρόντο:

Το 2014, οι ΗΠΑ αύξησαν τις προσπάθειές τους για να αποβάλουν τη Ρωσία από τα Βαλκάνια. Μάλιστα, η “αποβολή” δεν είναι μια μεταφορά, αλλά μια κανονική θέση, επαναλαμβανόμενη πολλές φορές από Αμερικανούς πολιτικούς και εμπειρογνώμονες.

Πριν από τρεις ημέρες, ο υπουργός Εξωτερικών Πομπέο μιλώντας για τη μελλοντική προσχώρηση της “Μακεδονίας” στο ΝΑΤΟ, το έθεσε λίγο πιο διπλωματικά, αλλά η ουσία είναι η ίδια: «Είναι απαραίτητο να ενισχυθούν τα Βαλκάνια από τις κακόβουλες επιρροές της Ρωσίας».

Σε γενικές γραμμές, οι θέσεις κάθε αμερικανικού “γερακιού” για το θέμα “κακόβουλη επιρροή της Ρωσίας” στην περιοχή θα πρέπει, θεωρητικά, να ικανοποιούν τους Ρώσους πατριώτες με αυτοκρατορικές διαθέσεις. Κατά κανόνα, μας ειλικρινά μας ικανοποιεί να μας επαινούν και να υπερβάλουν για τις δυνατότητές μας.

Στην πραγματικότητα, όμως, για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, τα Βαλκάνια παρέμειναν για τη ρωσική εξωτερική πολιτική μια κατεύθυνση τρίτου επιπέδου, διατηρώντας κάποιους «πιστούς» και μια «λαϊκή διπλωματία».

Τώρα είναι πολύ αργά για να αναζητήσουμε τους ενόχους, ειδικά αφού υπάρχει η σημαντική δικαιολογία – “και σε πιο σημαντικές περιπτώσεις δεν έγινε το σωστό”. Αλλά το γεγονός παραμένει: τα αμερικανικά λόμπι τεχνητά διόγκωσαν την κλίμακα της επιρροής μας στα Βαλκάνια, έτσι ώστε το Υπουργείο Εξωτερικών να βάλει τα χέρια του βαθιά στο θησαυροφυλάκιο μέχρι τους αγκώνες και το Κογκρέσο να διαθέσει πρόσθετα κονδύλια γι ‘αυτό.

Στο επίπεδο των μέσων μαζικής ενημέρωσης, αυτή η ατζέντα δεν ενδιαφέρει τόσο ούτε τις Ηνωμένες Πολιτείες ούτε και τη Ρωσία, αλλά τα πάθη εντάθηκαν. Ως αποτέλεσμα, η Ουάσιγκτον διεξήγαγε πολλές αρκετά επιτυχημένες ειδικές επιχειρήσεις για να την “αποβολή”… είναι πολύ αργά για δάρκυα πλέον. Τώρα μένει μόνο να αναγνωρίσουμε την ήττα.

Η βασική λεία της Δύσης είναι, βεβαίως, το Μαυροβούνιο. Ωστόσο, ήταν το πιο εύκολο. Ναι, ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας του Μαυροβουνίου είναι φιλοσέρβικό και εναντίον του ΝΑΤΟ. Ναι, η Ρωσία είχε θέσεις εκεί από την πλευρά της «διπλωματίας του λαού» (ωστόσο, τα τελευταία χρόνια, η τοπική ρωσόφωνη κοινότητα λόγω της εισροής ουκρανών μεταναστών άρχισε να παρασύρεται σε άλλη κατεύθυνση).

Αλλά στο Μαυροβούνιο υπήρξε ο Μίλο Τζουκάνοβιτς, ο οποίος έχει γατζώσει τη δημοκρατία από το 1990 – από τότε που εμφανίστηκε ως δημιούργημα του Μιλόσεβιτς. Τώρα είναι πρόεδρος, όπως ονομάζεται η σημερινή του θέση, αλλά αυτό δεν έχει μεγάλη σημασία: στο Μαυροβούνιο, έχει όλες τις εξουσίες – όπως είχε Τοto Riina στη Σικελία.

Ο Ντζουκάνοβιτς οδήγησε το Μαυροβούνιο στο ΝΑΤΟ το συντομότερο δυνατόν, παρά τις διαμαρτυρίες του τοπικού πληθυσμού, ενώ παράλληλα καθάρισε εντελώς την αντιπολίτευση και προκάλεσε προφανώς άγριες και αβάσιμες κατηγορίες για “απόπειρα πραξικοπήματος” από τη Μόσχα. Τώρα το Μαυροβούνιο είναι η πιο αντιρωσική χώρα στα Βαλκάνια.

Ακολούθησε η μάχη για τη “Μακεδονία”. Μπορεί να διαχωριστεί σε δύο στάδια – μια υποβολιμιαία κυβερνητική κρίση έθεσε υπό αμφισβήτηση την εδαφική ακεραιότητα της δημοκρατίας και τη μετονομασία της χώρας. Οι Έλληνες και οι “Μακεδόνες” πείστηκαν να συμφωνήσουν – η διαμάχη για την κληρονομιά του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η οποία διήρκεσε αρκετές δεκαετίες, σταμάτησε μέσα σε λίγους μήνες, ανοίγοντας το δρόμο για τα Σκόπια στο ΝΑΤΟ.

Είναι αλήθεια ότι ο πληθυσμός κάπως δεν συντάχθηκε – αγνόησε το δημοψήφισμα για τη μετονομασία της “Μακεδονίας”, αλλά η Ουάσινγκτον και το ΝΑΤΟ δεν νοιάζονται για τη τήρηση των νομικών ζητημάτων, όταν διακυβεύεται η “σωτηρία μιας μικρής χώρας από τη ρωσική επιρροή”.

Μια ιδιαίτερη ιστορία είναι η Βοσνία και Ερζεγοβίνη. Στην πραγματικότητα, η χώρα είναι μια συνομοσπονδία υπό εξωτερικό έλεγχο – αυτά είναι τα αποτελέσματα του πολέμου, που κατοχυρώνονται από τις Συμφωνίες του Ντέιτον.

Αυτό αντικειμενικά εμποδίζει την Β-Ε να αναπτυχθεί και να μετακινηθεί οπουδήποτε αλλού, αλλά στα μάτια της Μόσχας αυτό δεν είναι «ένα σφάλμα, αλλά ένα χαρακτηριστικό»: οι Βόσνιοι και Κροάτες θέλουν το ίδιο – στη Δύση, αλλά οι Σέρβοι πιστεύουν ότι στο πλαίσιο της “μετάλλαξης” της χώρας μπορεί να εξαπατηθούν και προτιμούν να παραμείνουν ακίνητοι, χρησιμοποιώντας τη δύναμη της αρνησικυρίας τους.

Το περασμένο φθινόπωρο, ο Μίλοραντ Ντόντικ – ένας άνθρωπος με ανοιχτά γεωπολιτικό προσανατολισμό προς τη Ρωσία, σχετικά εύκολα επανεξελέγη επικεφαλής της Σέρπσκα Ρεπούμπλικα (RS). Οι Ατλαντιστές αμφισβήτησαν έντονα την νίκη του, αλλά, παρά την παρουσία των δικών τους πρακτόρων στην RS, δεν τόλμησαν να προχωρήσουν.

Στη Δύση, είναι αδικαιολόγητα υπερήφανοι για το γεγονός ότι «κατάφεραν να τερματίσουν τον πόλεμο στη Βοσνία». Και δικαιολογημένα φοβούνται ότι απότομες (ή οποιεσδήποτε) δράσεις για την αναθεώρηση της συμφωνίας του Ντέιτον θα βαφτούν πάλι με αίμα.

Και σίγουρα θα βαφτούν αν ο καλά στερεωμένος στην καρέκλα του Ντόντικ εκπληρώσει την υπόσχεσή του να κηρύξει την ανεξαρτησία της Σέρπασκα Ρεσπούμπλικα σε μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις – είσοδο της Βοσνίας Ερζεγοβίνης στο ΝΑΤΟ, αναγνώριση του Κοσσυφοπεδίου και απόπειρα «έγχρωμης επανάστασης» στην περιοχή που του έχει ανατεθεί.

Παραμένει η Σερβία, την οποία εκφοβίζουν εδώ και καιρό. Πιθανόν, θα είχαν τελειώσει (τουλάχιστον μερικές από τις σερβικές πνευματικές ελίτ έχουν ήδη περάσει στην αντιρωσική πλευρά), αλλά υφίστανται δύο εμπόδια.

Πρώτον, η τακτική του Προέδρου Αλέξανδρου Βούτσιτς που βρίσκεται σε δύο βάρκες – η φιλία με τη Ρωσία, και παράλληλα ένταξη στην ΕΕ απροσδόκητα δούλεψε. Δουλεύει με την έννοια ότι του επιτρέπει να διατηρεί τόσο τη δημοτικότητα μεταξύ του λαού όσο και να εφανίζεται νομιμόφρων στις Βρυξέλλες.

Σε άλλες περιπτώσεις, η Ουάσιγκτον σίγουρα θα είχε προσπαθήσει να αλλάξει τον Βούτσιτς με κάποιον ιδεολογικά πιο κοντά σ’ αυτές, αλλά η υφιστάμενη ισορροπία συμφερόντων ταιριάζει με την ΕΕ, στην οποία η Σερβία είναι πολύ πιο κοντά από τις ΗΠΑ.

Υπάρχει η εντύπωση ότι οι Ευρωπαίοι έπεισαν τους Αμερικανούς “να μην επισκευάσουν το έπιπλο πριν αυτό σπάσει”, κι έτσι δεν πέταξαν τον Βούτσιτς από τη δεύτερη βάρκα.

Δεύτερον, το δυσάρεστο αποτέλεσμα για την Ουάσινγκτον προήλθε από την είσοδο της Κροατίας στο ΝΑΤΟ. Για λόγους συμμόρφωσης με τα «ατλαντικά πρότυπα», η χώρα επιδόθηκε σε ενίσχυση του στρατιωτικού της εξοπλισμού, γεγονός που προκάλεσε ανάλογη κούρσα και στη Σερβία.

Ο Βούτσιτς είναι ρεαλιστής και δεν θέλει μια διαμάχη με τη Δύση, αλλά το “αίμα νερό δεν γίνεται” και είναι απίθανο να ξεχάσει την απέλαση των συγγενών του από την Κροατία κατά την εθνοκάθαρση στα μέσα της δεκαετίας του ’90.

Το χρόνια οικονομικά αφερέγγυο Βελιγράδι δεν θα μπορούσε να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα παρά μόνο προς μια κατεύθυνση – τη Μόσχα, και οι διαπραγματεύσεις για το πώς ακριβώς οι Ρώσοι ειδικοί και ο ρωσικός εξοπλισμός θα αναβαθμίσουν τις σερβικές ένοπλες δυνάμεις έχουν ήδη ξεκινήσει.

Αυτές είναι οι γεωπολιτικές ισορροπίες στα Βαλκάνια. Ωστόσο, δεν πρέπει να σκεφτόμαστε ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας συγκεντρώθηκε για να τους συζητήσει ξανά: δεν μετακινούμε τα πιόνια στο σκάκι.

Στα Βαλκάνια δεν μυρίζει απλά, αλλά βρωμάει νέο πόλεμο. Και παρόλο που η Σερβία ξεκίνησε τη στρατιωτική της μεταρρύθμιση κυρίως λόγω της Κροατίας, αυτή μπορεί να χρειαστεί για άλλους σκοπούς.

Το αυτοαναξηρυγμένο Κοσσυφοπέδιο τελικά αυτονομήθηκε, αγνοώντας τη γνώμη τόσο της ΕΕ όσο και του ΝΑΤΟ. Η κυβέρνησή του έχει επικεφαλής έναν που εκλέγεται με το σύνθημα της «ενοποίησης των αλβανικών εδαφών».

Οι μαχητές του μετατρέπονται σε τακτικό στρατό και οι διπλωμάτες του προχώρησαν σε έναν ηλίθιο εκβιασμό θάβοντας εντελώς την ιδέα της ανταλλαγής εδαφών με τη Σερβία σε εθνοτική βάση, ζητώντας επιπλέον από το Βελιγράδι να δώσει τρεις κοινότητες – Πρέσεβο, Μεντβέντια και Μπουγιάνοβατς, για τις οποίες οι Αλβανοί έχασαν τον πόλεμο το 2001.

Το γεγονός ότι κάτι συμβαίνει γύρω από την αυτοανακηρυχθείσα δημοκρατία το δείχνει τουλάχιστον πως από τον Οκτώβριο του περασμένου έτους, 11 χώρες έχουν ήδη αποσύρει την αναγνώρισή τους για την ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου (το Σουρινάμ ήταν το πρώτο, η Μαδαγασκάρη ήταν η τελευταία ).

Αλλά για να θυμηθούν τα ρωσικά μέσα ενημέρωσης αυτή τη “καταραμένη γη”, έπρεπε να πέσουν πρώτα πυροβολισμοί. Μέχρι τώρα είναι στον αέρα και αφορούν συγκεκριμένες πολιτικές, αλλά αυτό είναι μόνο προς το παρόν.

Τώρα μιλάμε για μια άμεση και καθόλου αμελητέα απειλή για την ασφάλεια της Σερβίας. Η ηγεσία της δημοκρατίας, όπου έχει συνηθίσει να έχει στρατό σε επιφυλακή με φόντο τις αλβανικές προκλήσεις στα σύνορα, δεν θα μπορούσε να μην στραφεί στη Μόσχα τουλάχιστον για συμβουλές και πιθανότατα για πιο ενεργή υποστήριξη.

Τι αποφασίστηκε σε σχέση με αυτό στο Συμβούλιο Ασφαλείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, θα το μάθουμε σύντομα. Το κύριο είναι να μην καθυστερήσουμε.