Προχωρήστε σε δημοψήφισμα και όλοι ας αναλάβουν τις ευθύνες τους, για την άμυνα

Το χειρότερο είναι ότι η ελληνική εξωτερική και αμυντική πολιτική εμφανίζεται ακόμη και σήμερα ανίκανη ή αρνούμενη να διαπιστώσει το απολύτως προφανές. Εδώ και μισό αιώνα η Άγκυρα έχει καταστήσει απολύτως σαφείς τους τελικούς αντικειμενικούς στρατηγικούς σκοπούς με διακηρύξεις και πράξεις. Στην Αθήνα όμως εμφανίζονται να αρνούνται να συνδέσουν τις… κουκίδες ώστε να αναδυθεί η γραμμή που μαθηματικά καταλήγει στη γεωπολιτική εξαφάνιση της χώρας.

Γράφει ο ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ

Παράλληλα με αυξανόμενο ρυθμό τα τελευταία 50 χρόνια η χώρα κάνει οτιδήποτε δυνατό ώστε να αποδυναμωθεί όσο το δυνατόν περισσότερο, επαφιέμενη όλο και περισσότερο στην παρέμβαση του ξένου παράγοντα ο οποίος την κρίσιμη στιγμή ελπίζεται ότι θα παρέμβει να «συγκρατήσει» την κατάσταση προτού αυτή εξελιχθεί εκτός ελέγχου.

Από τις «κουμπαριές» στις συναντήσεις όπου πας «σφαγμένος»

Το κωμικοτραγικό είναι ότι κάθε Έλληνας πρωθυπουργός θεωρεί πρώτιστη υποχρέωσή του να «γράψει» ιστορία στα ελληνοτουρκικά. Μάλιστα, για τον σκοπό αυτό έχουν χρησιμοποιηθεί και κοινωνικές σχέσεις («κουμπαριές») που για τους Έλληνες «μαυρογιαλούρους» μπορεί να έχουν αποδειχθεί αποτελεσματική μέθοδος απόκτησης ψηφοφόρων αλλά ενώπιον μίας αναθεωρητικής δύναμης (ή μίας κοινωνίας με παιδεία, στην εσωτερική διάσταση) έχουν μηδενικό αποτέλεσμα.

Δυστυχώς ούτε ο σημερινός πρωθυπουργός απέφυγε την «παγίδα» της θεαματικής εξέλιξης στον ελληνοτουρκικό σχηματισμό. Ναι, πολλοί θα ισχυριστούν ότι «κανάλια» επικοινωνίας / επαφές μεταξύ των δύο πλευρών θα πρέπει να υπάρχουν ώστε πάντα να υπάρχει η δυνατότητα απευθείας επικοινωνίας. Στην πράξη όμως;

Τι πιθανότητες υπήρχαν στη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν η Τουρκία να αλλάξει η πολιτική; Τι θα μπορούσε να πει ο Έλληνας πρωθυπουργός εκ του σύνεγγυς που θα έπειθε / οδηγούσε τον Ερντογάν να αλλάξει προσέγγιση και να προσαρμοστεί στα δεδομένα του Διεθνούς Δικαίου;

Θα τον απειλούσε μήπως με «Αρμαγεδδώνα»; Μα αυτό θα μπορούσε να γίνει και μία επίσημη δήλωση της ελληνικής κυβέρνησης. Ελπίδα παρέμβασης του προέδρου των ΗΠΑ Τράμπ; Μα ο εν λόγω δεν χάνει ευκαιρία που να μην διατυπώσει δημόσια τον θαυμασμό του για τον Ερντογάν.

Εμπρός στον δρόμο των «Πρεσπών»: «πάρε ό,τι θέλεις… παλιατζή [λέγε με Ταΐπ]»

Τυπικό παράδειγμα της «διεστραμμένης» οπτικής που κυριαρχεί στο ελληνικό πολιτικό σύστημα και κοινωνία είναι η συμφωνία των «Πρεσπών». Μήπως άνοιξε τον δρόμο στον Ερντογάν, στέλνοντας εντελώς διαφορετικά μηνύματα στην Τουρκία από αυτά που θέλαμε να πιστεύουν; Με βάση λοιπόν τη συμφωνία, η γειτονική χώρα εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ ως πλήρες μέλος και προοπτική ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα όμως τι κέρδισε;

Φυσικά, η απάντηση δεν είναι οι αερολογίες τύπου «διαφύλαξη της ιστορίας της Μακεδονίας», κλπ. Ούτε βέβαια τα φληναφήματα περί αποφυγής μόνιμης τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στη γειτονική χώρα, η οποία εκ των πραγμάτων θα ήταν ποσοτικά περιορισμένη και στρατιωτικά εκτεθειμένη σε αποκλεισμό και καταστροφή εφόσον γινόταν απαραίτητο.

Ξαναρωτάμε λοιπόν, στην πράξη η χώρα τι κέρδισε; Μάλλον μόνο την ευαρέσκεια (φιλικό κτύπημα στην πλάτη;) των παρόντων κατοίκων του Λευκού Οίκου στην Ουάσινγκτον και της καγκελαρίας στο Βερολίνο.

Όταν λοιπόν ο κατά γενική ομολογία αδύνατος επιτυγχάνει μέσω διαπραγμάτευσης να αποσπάσει τα μέγιστα (ΝΑΤΟ, Ευρωπαϊκή Ένωση) και ο ισχυρός (;) απολύτως τίποτε σε πρακτικό επίπεδο, τότε δεν είναι στραβός ο γιαλός αλλά στραβά αρμενίζουμε.

Αλλά το χειρότερο είναι ότι πραγματικοί ή δυνητικοί σύμμαχοι ή αντίπαλοι μας κατανοούν ότι στερούμαστε αποφασιστικότητας να εφαρμόσουμε τις πολιτικές μας και να υποστηρίξουμε τις επιλογές μας. Με άλλα λόγια δεν είμαστε αξιόπιστοι και κατά συνέπεια προτιμητέοι ως σύμμαχοι, αλλά αντίθετα γινόμαστε πολύ ελκυστικοί ως αντίπαλοι.

Η χώρα που δεν μπορεί: Δημοψήφισμα Τώρα!

Ήρθε η ώρα άπαντες, πολιτική ηγεσία και πολίτες να τεθούν ενώπιον των ευθυνών τους. Και εξηγούμαστε: Όπως πλέον διαμορφώνεται η κατάσταση δύο βασικές επιλογές υπάρχουν:

α). Συνεννόηση – συμβιβασμό με την Τουρκία για την από κοινού εκμετάλλευση των όποιων υποθαλάσσιων ενεργειακών πόρων και προοπτικών που προσφέρει η Ανατολική Μεσόγειος.

β). Σθεναρή υπεράσπιση των ζωτικών συμφερόντων της χώρας και επίτευξη του μέγιστου ακόμη και αν απαιτηθεί προσφυγή σε στρατιωτική λύση για την επίτευξη αυτού.
Κοινό χαρακτηριστικό και των δύο επιλογών είναι ότι υπέχουν κόστος και ρίσκο (επικινδυνότητα).

Όμως και για τις δύο επιλογές ισχύει η βασική αρχή της σχέσης κόστους – απόδοσης. Στην περίπτωση της πρώτης επιλογής γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η κατανομή που θα συμφωνηθεί είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα αντανακλά τον συσχετισμό μεγέθους των δύο χωρών.

Επίσης σχεδόν βέβαια η επιλογή αποτελεί την προτιμότερη εξέλιξη για τους εντός και εκτός εισαγωγικών συμμάχους μας στις δύο όχθες του Ατλαντικού αλλά και των υπερεθνικών οργανισμών (ΝΑΤΟ, Ευρωπαϊκή Ένωση) όπου συμμετέχουμε. Προφανώς δε εύκολα θα βρεθούν επιδιαιτητές – μεσολαβητές για τη σύναψη συμφωνίας.

Η δεύτερη επιλογή υπέχει κόστη σε οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους αλλά και αυξημένο βαθμό επικινδυνότητας. Επίσης, η εφικτότητά της σε ό,τι αφορά το χρόνο που απαιτεί να οικοδομηθεί η υποστήριξή της αποτελεί κρίσιμη παράμετρο. Όμως και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται να γίνει η ποσοτικοποίηση του κόστους και του προσδοκώμενου οφέλους ώστε να μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα.

Οι δύο αυτές επιλογές είναι ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ να τεθούν το συντομότερο δυνατό σε δημοψήφισμα και οι πολίτες – φορολογούμενοι να εκφράσουν την προτίμηση τους ώστε να δρομολογηθούν οι κατά περίπτωση εξελίξεις.

Το δημοψήφισμα θα επιτρέψει επίσης στο να «εκδηλωθούν» δημόσια και με σαφήνεια όλες οι τάσεις από τους «Ελληναράδες» μέχρι τους «κοσμοπολίτες διεθνιστές» και τους κήρυκες του «νέου πατριωτισμού». Και φυσικά όλοι να αναλάβουν και τις ευθύνες τους.

Αυτό που δεν μπορεί να συνεχιστεί είναι αυτό το ενοχλητικό και κοστοβόρο μείγμα «αφασίας» και «αναποφασιστικότητας» (τελευταίο χαρακτηριστικό παράδειγμα η φαρσοκωμωδία με τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης).

Για να το διατυπώσουμε απλά, γιατί να ξοδεύουμε για την Εθνική Άμυνα αν τελικά προτιθέμεθα ή αποδειχθεί πιο συμφέρον να «τα βρούμε» με τους Τούρκους; Και αν δεν προτιθέμεθα ή δεν είναι συμφέρον να «τα βρούμε» με τους Τούρκους γιατί αντιμετωπίζουμε την Εθνική Άμυνα ως δευτερεύουσα δραστηριότητα;

Όπως αποδείχθηκε και τον Ιούλιο του 2015, οι μεγαλοστομίες οδηγούν στο απόλυτο αδιέξοδο. Αποτέλεσμα η άτακτη οπισθοχώρηση και η αύξηση του κόστους. Βέβαια, εξυπηρέτησαν τον πολιτικό σχεδιασμό αυτών που «καβάλησαν το κύμα» αλλά τα χρέη θα συνεχίσουν να πληρώνονται μέχρι το 2060 (αισιόδοξο σενάριο καθώς η χρεωκοπία του 1893 μας ταλαιπώρησε μέχρι το 1978, 95 χρόνια).