ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ’73: Τα αγνά κίνητρα έφεραν μια χειρότερη Χούντα που οδήγησε τον ΑΤΤΙΛΑ το 1974 στην Κύπρο

Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο της νιότης μου, «Ερασιτέχνης Επαναστάτης», εστιάζω στα χρόνια της Απριλιανής δικτατορίας και τη μικρή και ασήμαντη συμμετοχή μου στον αντιδικτατορικό αγώνα, φοιτητής τότε. Σε ένα και μοναδικό σημείο του βιβλίου σταματώ την αφήγηση και περνώ σε λόγο δοκιμιακό. Αυτό αφορά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, και γίνεται γιατί νιώθω την ανάγκη να καταρρίψω με επιχειρήματα τον τοξικό μύθο, ιδεολογικό δημιούργημα της μεταδικτατορικής Ελλάδας, που σημαδεύει ακόμα την πολιτική μας ζωή: ότι τη δικτατορία την έριξε τάχα η κατάληψη του Πολυτεχνείου, τον Νοέμβριο του 1973.

Γράφει ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΔΟΞΙΑΔΗΣ
ΠΗΓΗ: PROTAGON

Στην Ελλάδα πάσχουμε από την εθνική διαστροφή να γιορτάζουμε για τις επιτυχίες μας τις πιο ακατάλληλες ημέρες. Eτσι, για την ύπαρξή μας ως έθνους γιορτάζουμε την 25η Μαρτίου του 1821, αυθαίρετο ορόσημο ενός ξεσηκωμού που έληξε λίγα χρόνια αργότερα σε έναν φρικτό εμφύλιο —αντί για τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, που όντως κατέβαλε τον κατακτητή, ή, λογικότερα, την ημέρα της ανακήρυξης του ελληνικού κράτους, το 1830.

Για τη σημαντικότερη επέκταση της επικράτειάς μας, τη δεκαετία του 1910, δεν γιορτάζουμε σε εθνικό επίπεδο τίποτε. Για τη νικηφόρα συμμετοχή μας στον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο, γιορτάζουμε την ημέρα που μας επιτέθηκε η φασιστική Ιταλία, γεγονός που οδήγησε στην υποδούλωσή μας, αντί για την ημέρα που γιορτάζουν όλες οι άλλες συμμαχικές χώρες, της συντριπτικής ήττας του Άξονα.

Τη νικηφόρα λήξη του αιματηρότατου Εμφυλίου Πολέμου, το 1949, που μας έσωσε από το να γίνουμε σταλινική δικτατορία, δεν την ξέρουμε καν ως ημερομηνία. Όσο για την επταετή στρατιωτική δικτατορία, που άρχισε στις 21 Απριλίου του 1967, γιορτάζουμε την ημέρα της χειρότερης ήττας των δημοκρατικών πολιτών, την 17η Νοεμβρίου του 1973, ενώ την ημέρα της αποκατάστασης της δημοκρατίας—τη μόνη άξια να εορταστεί—κάνει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας στον κήπο του ένα πάρτι, του οποίου οι κύριες ειδήσεις αφορούν τις ενδυματολογικές επιλογές των καλεσμένων—άντε και καμιά κρυάδα που είπε κάποια ή κάποιος πολιτικός αρχηγός, κάτω από την τέντα που κάθονται όλοι μαζί και πίνουν το ποτό τους.

Μένω όμως ειδικά στη λεγόμενη Γιορτή του Πολυτεχνείου. Το ότι γιορτάζουμε με πανηγυρισμούς την ημέρα μιας αιματηρής ήττας της δημοκρατίας, είναι το λιγότερο παράξενο. Η ουσιαστική παραμόρφωση είναι ότι τη γιορτάζουμε ως μεγάλη νίκη. Και βέβαια, σε αρμονία με τον εορτασμό, έχουμε διδάξει επί δεκαετίες και συνεχίζουμε να διδάσκουμε σε γενιές ανυποψίαστων νέων Ελληνόπουλων, ότι η 17η Νοεμβρίου του 1973 οδήγησε, λέει, κατευθείαν στην πτώση της Χούντας.

Άλλωστε, το σύνθημα των πρώτων ετών της Κρίσης, «Ένα-δύο-τρία, η Χούντα δεν τελείωσε το ’73», που τάχα ήθελε να μας πει ότι ζούμε ακόμα σε καθεστώς δικτατορίας, ξεκινούσε από την παραίσθηση των φωνασκούντων ότι η Χούντα όντως τελείωσε το 1973 —λόγω του Πολυτεχνείου δηλαδή. Για να το πω αλλιώς, την επέτειο του Πολυτεχνείου τη γιορτάζουμε σαν να ήταν κάτι όπως το Βατερλό για την νίκη επί του Ναπολέοντα, ή η Απόβαση της Νορμανδίας για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Έχω αποκτήσει το κουσούρι να ρωτώ τα τελευταία χρόνια διάφορα παιδάκια, μικρά και όχι τόσο μικρά —ενίοτε και παιδάκια τριάντα ή σαράντα ετών— «ξέρεις, τι έριξε τη δικτατορία;». «Το Πολυτεχνείο», μου απαντούν όλα, περήφανα για τις ιστορικές τους γνώσεις. Τέτοια είναι η στραβωμάρα που έκρινε το κράτος μας, σε αρμονία με κάποια ηττολάγνα διαστροφή στο συλλογικό μας ασυνείδητο, ότι έπρεπε να μας χώσει στα κεφάλια των μετεχόντων της ημετέρας σύγχρονης παιδείας. Και με αυτή και παρόμοιες στραβωμάρες πάμε να καταλάβουμε την ιστορία μας, που πάει να πει και την ταυτότητά μας.

Αλλά ένα έθνος που γαλουχείται με στραβωμάρες και ψέματα, είναι φυσικό να προχωράει βλέποντας στραβά και ψεύτικα και την καθημερινή πραγματικότητα. Στραβή εικόνα για το παρελθόν, σημαίνει και στραβή εικόνα για το μέλλον. Ευχαριστώ λοιπόν θερμά το Protagon, που μου δίνει σήμερα την ευκαιρία να μεταφέρω τις σκέψεις και την ανάλυση που κάνω στο βιβλίο μου για το πραγματικό νόημα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, αφού πρώτα την αφηγούμαι στις σελίδες του.

Τα όσα ακολουθούν είναι οι σχετικές, δοκιμιακές σελίδες στον «Ερασιτέχνη Επαναστάτη» (Ίκαρος, 2018) με μικρές αλλαγές εδώ σε κάποια σημεία ώστε να αποκτούν νόημα και για όσους δεν έχει διαβάσει την προηγούμενη αφήγηση του βιβλίου: …Γράφοντας πώς έζησα τα γεγονότα [της κατάληψης του Πολυτεχνείου] έστω και από μακριά, αλλά και περιγράφοντας τις συναισθηματικές μου αντιδράσεις, είναι πιθανό να φανεί σε όσους γνωρίζουν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου από τον μύθο που επεκράτησε γι᾽αυτά, ότι αυτόν τον μύθο τον υιοθετώ κι εγώ.

Άλλωστε δήλωσα ότι, αν βρισκόμουν στην Αθήνα εκείνες τις ημέρες, θα ήμουν μέσα στο Πολυτεχνείο. Και μάλιστα δεν είμαι διόλου σίγουρος πως, αν ήμουν μέσα, θα δεχόμουν την άποψη του αγαπημένου μου Σταύρου Τσακυράκη για την την οικειοθελή λήξη της κατάληψης, το βράδυ της 16ης Νοεμβρίου—την άποψη που μειοψήφησε κατά δύο ψήφους στη γενική συνέλευση που έγινε αργά εκείνο το απόγευμα.

Άλλο όμως το τι σκέφτεσαι όσο εξελίσσεται η πραγματικότητα και άλλο η γνώση που έρχεται μετά, με την πάροδο του χρόνου που φέρνει τον αναγκαίο αναστοχασμό. Και, κυρίως, άλλο ο μύθος και άλλο η ιστορία. Άλλο το τι θέλουμε να πιστεύουμε ότι συνέβη και άλλο το τι πράγματι συνέβη. Άλλο το νόημα που μας αρέσει να δίνουμε στα γεγονότα και άλλο αυτό που πραγματικά έχουν, όπως τουλάχιστον το αναδεικνύει, κατά το δυνατόν, η προσεκτική ανάλυση της πραγματικότητας.

Το λέω εξαρχής, προς αποφυγήν παρεξηγήσεων. Ως «Μύθο του Πολυτεχνείου» δεν εννοώ εδώ αυτό που αποκαλούν έτσι κάποιοι ακραίοι δεξιοί κύκλοι, ανάμεσα τους και υποστηρικτές της Χούντας, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι στις 17 Νοεμβρίου του 1973 δεν υπήρξαν νεκροί, ως αποτέλεσμα της κρατικής καταστολής της κατάληψης. Φυσικά και υπήρξαν, αν και δεν ήταν εκατοντάδες, ούτε ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο, όπως το θέλουν κάποιες εκδοχές.

Σύμφωνα με τη Δίκη του Πολυτεχνείου, που έγινε τον χειμώνα του 1975, και που ήταν αντικειμενική με βάση την τότε γνώση των γεγονότων, οι νεκροί ήταν τουλάχιστον δώδεκα, ενώ μεταγενέστερες εισαγγελικές έρευνες κατέληξαν σε αριθμούς που προσέγγιζαν τους 30. (Ιδιώτες ερευνητές ανεβάζουν τον αριθμό μέχρι και τους ογδόντα, αλλά χωρίς τεκμηριωμένα στοιχεία.)

Αλλά ακόμα και η ελάχιστη τεκμηριωμένη και δικαστικά κατοχυρωμένη εκτίμηση, των δώδεκα νεκρών, δεν είναι διόλου αμελητέα. Δώδεκα ψυχές είναι αυτές. Δώδεκα άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους από τη χουντική καταστολή εκείνων των ημερών, οι περισσότεροι από αυτούς σε αρκετή απόσταση από το Πολυτεχνείο, και αρκετοί από εξοστρακισμούς σφαιρών που δεν είχαν άμεσο ανθρώπινο στόχο.

Αλλά οι νεκροί είναι νεκροί. Σε όποιο σημείο της Αθήνας κι αν έχασαν τη ζωή τους εκείνες τις δυο ημέρες οι συγκεκριμένοι συμπατριώτες μας, δεν πέθαναν από ατύχημα ή ασθένεια, αλλά από σφαίρες όπλων του ελληνικού στρατού. Αυτό που εγώ αποκαλώ εδώ «μύθο του Πολυτεχνείου» —ο πραγματικός μύθος, αν μου επιτρέπεται το οξύμωρο—είναι αυτός που επικράτησε ευρέως στη μεταδικτατορική περίοδο, και μάλιστα διδάσκεται στα σχολεία μας ακόμα και σήμερα ως Ιστορία.

Αυτός ο μύθος λέει, στην πιο ακραία μορφή του, ότι η κατάληψη («εξέγερση», όπως αποκαλείται συνήθως) του Πολυτεχνείου είχε ως άμεση συνέπεια την πτώση της δικτατορίας, ενώ σε μια άλλη, ηπιότερη εκδοχή, ότι ήταν ο καθοριστικός παράγων που οδήγησε πολύ γρήγορα σε αυτήν.

Αυτά όμως δεν ισχύουν, ούτε το ένα ούτε το άλλο. Και δεν τιμάς τους νέους ανθρώπους που πήραν μέρος στην κατάληψη του Πολυτεχνείου, κι ακόμα λιγότερο τους νεκρούς, με το να τους στολίζεις με ψεύτικες δάφνες. Η πράξη των νέων ανθρώπων που μπήκαν στο Πολυτεχνείο είχε τόλμη και θάρρος —συνάμα και, για τους περισσότερους, την άγνοια κινδύνου που κουβαλά αναγκαστικά η νιότη.

Και αναμφισβήτητα, στη συντριπτική τους πλειονότητα, όσοι μπήκαν εκείνες τις ημέρες του Νοεμβρίου στο Πολυτεχνείο ήταν για να πετύχουν μια ώρα αρχύτερα την πτώση της δικτατορίας, δηλαδή για τον ίδιο ακριβώς λόγο που θα έμπαινα κι εγώ αν ήμουν εκεί —αν δεν με κρατούσε στο Παρίσι η πληροφορία ότι μόλις πατούσα το πόδι μου στην Ελλάδα θα με συλλάμβανε η ΕΣΑ, που με είχε βάλει στα κιτάπια της. Αλλά η Ιστορία είναι πολύ πιο σύνθετη από τις προθέσεις ακόμα και των αγνότερων πρωταγωνιστών της. ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΗΓΗ