Πολιτικό αδιέξοδο στο Ισραήλ… Νέες κάλπες τον Μάρτιο του 2020

Εξέπνευσε η προθεσμία την οποία είχε στη διάθεσή της η Κνέσετ, η Βουλή του Ισραήλ, για να προτείνει νέο εντολοδόχο πρωθυπουργό, τα μεσάνυχτα της Τετάρτης προς Πέμπτη, γεγονός που σημαίνει ότι η χώρα οδηγείται σε νέες εκλογές, οι οποίες προβλέπεται να διεξαχθούν τον Μάρτιο. Λίγη ώρα μετά την προθεσμία που υπήρχε για να προταθεί νέος πρωθυπουργός, οι κοινοβουλευτικοί συνέχιζαν να συζητούν επί σχεδίου νόμου που μεταξύ άλλων ορίζει τις διαδικασίες για τη διεξαγωγή πρόωρων εκλογών για τρίτη φορά μέσα σε διάστημα ενός έτους.

Οι κάλπες αναμένεται να στηθούν ξανά τη 2α Μαρτίου. Νωρίτερα χθες, η Κνέσετ ενέκρινε σε πρώτη ανάγνωση το νομοσχέδιο που προβλέπει την αυτοδιάλυσή της, με στελέχη των ισχυρότερων κομμάτων να ανταλλάσσουν κατηγορίες και τις παρατάξεις να επιρρίπτουν η μια την ευθύνη στην άλλη για το πολιτικό αδιέξοδο. Το νομοσχέδιο μένει να ψηφιστεί ακόμη κατ’ άρθρον και στο σύνολο.

Οι πιθανότητες εξεύρεσης συμφωνίας της τελευταίας στιγμής για τον σχηματισμό κυβέρνησης συμμαχίας και την αποφυγή των νέων πρόωρων εκλογών — κατά πολλούς αχρείαστων, πολύ δαπανηρών και άνευ προηγουμένου — έμοιαζαν να λιγοστεύουν ολοένα περισσότερο καθώς πλησίαζε η παρέλευση της προθεσμίας. Τα δύο μεγαλύτερα κόμματα του κοινοβουλίου των 120 εδρών, το δεξιό Λικούντ του υπηρεσιακού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου και το κεντρώο Μπλε και Λευκό του στρατηγού ε.α. Μπένι Γκαντζ, δεν κατάφεραν να καταλήξουν σε συμφωνία για τη συγκρότηση κυβέρνησης «εθνικής ενότητας».

Ο Νετανιάχου απέτυχε να σχηματίσει κυβέρνηση και τις δύο φορές που έλαβε την εντολή φέτος, ο Γκαντζ τη μία που ορίστηκε εντολοδόχος, μετά τις εκλογές της 9ης Απριλίου και της 17ης Σεπτεμβρίου. Ο Νετανιάχου, ο Γκαντζ και ο Αβίγκντορ Λίμπερμαν του ακροδεξιού κόμματος Γισραέλ Μπεϊτένου, παράταξης που κατά ισραηλινούς πολιτικούς αναλυτές κρίνει τις ισορροπίες ισχύος, ανταλλάσσουν σφοδρά λεκτικά πυρά. Ο Λίμπερμαν κατηγόρησε το Μπλε και Λευκό ότι εξαπάτησε τους ψηφοφόρους του και τον Νετανιάχου ότι χειραγωγεί με ελατήριο τα προσωπικά του προβλήματα την πολιτική ατζέντα της χώρας.

Τον περασμένο μήνα, τρία χρόνια μετά τις αποκαλύψεις για τις υποθέσεις διαφθοράς στις οποίες φέρεται να ενέχεται ο αρχηγός του Λικούντ, ο γενικός εισαγγελέας Αβιχάι Μάντελμπλιτ ανακοίνωσε ότι θα απαγγείλει κατηγορίες σε βάρος του Νετανιάχου — αυτή είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που εν ενεργεία πρωθυπουργός θα αντιμετωπίσει δίωξη. Ο 70χρονος υπηρεσιακός πρωθυπουργός κατηγορείται για δωροληψία και δωροδοκία, απάτη και παραβίαση εμπιστοσύνης. Η υπόθεση αφορά πολιτικές χάρες από τον Νετανιάχου σε ισχυρούς επιχειρηματίες με αντάλλαγμα θετικά κάλυψη από τα ΜΜΕ και ακριβά δώρα.

Ο Νετανιάχου έχει προθεσμία ως την 1η Ιανουαρίου για να ζητήσει ασυλία ως μέλος της Κνέσετ. «Νετανιάχου, όπως υποσχέθηκες πριν από τις προηγούμενες εκλογές, μην κρυφτείς πίσω από την κοινοβουλευτική ασυλία. Υπερασπίσου την αθωότητά σου στο δικαστήριο. Δεν μπορείς να μετατρέψεις την Κνέσετ σε καταφύγιό σου», αξίωσε ο Γκαντζ. Ο υπηρεσιακός πρωθυπουργός ανταπέδωσε τη βολή λέγοντας πως ο Γκαντς πρέπει να πάψει να διαδίδει «παραμύθια».

Ο Νετανιάχου είναι αναντίρρητα υπό πίεση, αλλά δεν έχει υπάρξει καμία ανταρσία στο Λικούντ ή από τους πολίτες. Μόλις ένα στέλεχος του κόμματός του, ο πρώην υπουργός Παιδείας Γιδεόν Σάαρ, έχει ανακοινώσει ότι θα τεθεί αντιμέτωπος με τον αρχηγό του κόμματος για το αξίωμα. Η διαδικασία ανάδειξης νέας κομματικής ηγεσίας αναμένεται να γίνει την 26η Δεκεμβρίου. Κρίνοντας από τις δημοσκοπήσεις, η αναγγελία της δίωξης σε βάρος του δεν μείωσε την υποστήριξη για τον «Μπίμπι» μεταξύ των στελεχών του Λικούντ ή του εκλογικού σώματος.

Από τις ίδιες έρευνες εξάλλου δεν προκύπτει η παραμικρή ένδειξη πως οδεύει σε άρση του το αδιέξοδο και η πολιτική παράλυση στο Ισραήλ, με δεδομένη την ουσιαστική ισοπαλία των δεξιών και των ακροδεξιών θρησκευτικών παρατάξεων και των κεντρώων και κεντροαριστερών παρατάξεων στην Κνέσετ. Μια δημοσκόπηση που μεταδόθηκε από τηλεοπτικό δίκτυο πάντως κατέδειξε ότι το Λικούντ υπό τον Νετανιάχου θα πήγαινε μεν καλύτερα απ’ ό,τι εάν είχε επικεφαλής τον Σάαρ, όμως — παρ’ όλ’ αυτά — θα υφίστατο απώλειες.

ΑΠΕ-ΜΠΕ