Περί… μαχητικών F-35 λοιπόν κύριε πρωθυπουργέ! Τι θα οφείλαμε να έχουμε επιδιώξει στον Λευκό Οίκο

Στο 5ης γενιάς, πολλαπλών ρόλων, χαμηλής παρατηρησιμότητας, μαχητικό F-35, έχουμε αναφερθεί επανειλημμένα. Δεν περιοριστήκαμε μόνο στην εξέλιξη της ανάπτυξής του και στο ιστορικό της εξόδου της Τουρκίας από το μεγαλύτερο (και πλέον δαπανηρό…) μέχρι σήμερα πρόγραμμα ανάπτυξης μαχητικού αεροπλάνου των ΗΠΑ… Έχουμε αναφερθεί διεξοδικά και σε οτιδήποτε έχει να κάνει με την ενδεχόμενη (επικείμενη κατά πολλούς…) προμήθεια του F-35 Lightning II από την Ελλάδα. Η θέση μας σε ότι αφορά την προμήθεια του F-35 από την Ελλάδα, είναι σταθερή και την έχουμε υποστηρίξει με επιχειρήματα. Παραμένει ίδια…

Γράφει ο Στέργιος Δ. Θεοφανίδης

Παρά το γεγονός ότι το κόστος υποστήριξης του εν λόγω μαχητικού παραμένει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, με την διαχείριση των ανταλλακτικών να βρίσκεται στη δικαιοδοσία της κατασκευάστριας εταιρείας και όχι των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ για πρώτη φορά μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το πρόγραμμα του F-35 (παραγωγής και περαιτέρω ανάπτυξης στο Block 4-FOC), συνεχίζεται με εντατικούς ρυθμούς.

Για όλους αυτούς τους λόγους, οι Αμερικανοί είναι λογικό να “καίγονται” για τη διασφάλιση του μέλλοντος του προγράμματος. Προσπαθούν δηλαδή στην ομάδα των χωρών-εταίρων, από την οποία βγήκε η Τουρκία, επιφέροντας σημαντικό πλήγμα καθώς είχε δεσμευθεί για την προμήθεια περισσοτέρων από 100 μονάδων, να προσθέσουν όσο το δυνατόν περισσότερους αγοραστές.

Όταν δε λέμε “οι Αμερικανοί”, δεν εννοούμε μόνο την κατασκευάστρια εταιρεία LM που είναι και ο κύριος ανάδοχος του προγράμματος και επομένως αυτός που λογοδοτεί σε όλους. Εννοούμε και τις ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ. Οι οποίες θα παραλαμβάνουν μαχητικά με όλο και μικρότερο κόστος αγοράς ανά μονάδα, όσο στο βιβλίο των παραγγελιών του τύπου προστίθενται νέοι χρήστες.

Θεωρούμε ότι αυτό είναι αναμφισβήτητα μία σημαντική ευκαιρία για την Ελλάδα. Και το έχουμε υποστηρίξει με επιχειρήματα και στοιχεία. Όχι όμως όπως χειρίζεται το θέμα μέχρι στιγμής η ελληνική πλευρά. Πέρα από το κόστος μίας τέτοιας προμήθειας, που η Ελλάδα δεν μπορεί να επωμιστεί αυτή την περίοδο, υπάρχει και το ζήτημα της διαπραγμάτευσης! Για να καταλήξουμε όμως σε μια τέτοια απόφαση, το πρωθυπουργικό γραφείο θα έπρεπε να έχει ενημερώσει ότι η ισχύουσα νομοθεσία προβλέπει μια σειρά από βήματα, τα οποία δεν έχουν γίνει. Ας μη μείνουμε όμως εκεί, προς το παρόν.

Η αμερικανική πλευρά έχει γνωστοποιήσει, ότι υπολογίζει την Ελλάδα, για λόγους “προγραμματισμού της γραμμής παραγωγής του μαχητικού“, για μια αγορά 20 έως 30 μονάδων από την Ελλάδα. Ο δε πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης έκανε λόγο για “μία μοίρα” μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35 Lightning II.

Η ελληνική πλευρά, δεν έχει κανένα λόγο να βιαστεί να αγοράσει F-35. Αντιθέτως όμως, έχει κάθε συμφέρον να ξεκινήσει ΑΜΕΣΑ διαπραγματεύσεις με τους Αμερικανούς. Όχι μόνο για την τιμή και τον αριθμό των μονάδων που επιθυμεί να προμηθευτεί, αλλά κυρίως για τη διασφάλιση του μέγιστου υποκατασκευαστικού έργου που μπορεί να αποσπάσει, για το μεγαλύτερο δυνατό βάθος χρόνου.

Αν οι διαπραγματεύσεις αυτές δεν καταλήξουν πουθενά, η ελληνική πλευρά θα έχει τα χρονικά περιθώρια να προκηρύξει ανοικτό διεθνή διαγωνισμό. Διαδικασία που έχει ολοκληρωθεί μία μόνο φορά στην ιστορία του ελληνικού κράτους, σε ό,τι αφορά στην προμήθεια μαχητικών αεροπλάνων! Δεν μπορούμε να επιχειρηματολογούμε ότι ο ανταγωνισμός φέρνει μείωση των τιμών και να το ξεχνάμε βολικά όταν φθάνουμε στους εξοπλισμούς.

Για την ιστορία, ο διεθνής διαγωνισμός είχε γίνει την περίοδο 1997-1999 επί υπουργίας Άκη Τσοχατζόπουλου… Αν συνεχίσουμε να λειτουργούμε στο διηνεκές με τη “φιλοσοφία του κατεπείγοντος” και των κατά συνέπεια “απευθείας αναθέσεων”, δεν πρόκειται ποτέ να υπογράψουμε σύμβαση που να καλύπτει έστω και εν μέρει τα συμφέροντα του Ελληνικού Δημοσίου.

Δεν είναι δυνατόν χώρες όπως η Ελβετία και η Φιλανδία να έχουν σε εξέλιξη τέτοιους διαγωνισμούς -πολλών δισεκατομμυρίων- επί χρόνια ολόκληρα (ο ελβετικός διαγωνισμός κοντεύει να κλείσει δεκαετία!), με ανάγκες υποπολλαπλάσιες των ελληνικών και να σπεύδουν κατασκευαστές από Ευρώπη και ΗΠΑ προσφέροντας “γη και ύδωρ”, κι εδώ να αγωνιζόμαστε να διατηρήσουμε στη ζωή πέντε εταιρείες που δραστηριοποιούνται στο χώρο της άμυνας!

Η ιστορία διδάσκει λοιπόν και η λογική επιβάλλει την έναρξη διαπραγματεύσεων με τους Αμερικανούς για το F-35. Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα που το αποδεικνύει στην περίπτωση του F-35 είναι αυτό της Ιταλίας. Χρειαζόμαστε τις επιχειρησιακές του δυνατότητες, όπως χρειαζόμαστε και σημαντικό μέρος από το υποκατασκευαστικό έργο που είχε αναλάβει η Τουρκία.

Μπορούμε δε αφού εξετάσουμε τις ανάγκες της χώρας σε βάθος χρόνου, να δεσμευθούμε για την αγορά π.χ. 60-80 μονάδων σε βάθος χρόνου, προκειμένου να δικαιολογηθεί αυτό το υποκατασκευαστικό έργο. Αν πάμε σε κατ΄ αποκοπήν, μεμονωμένες παραγγελίες (όπως και στην περίπτωση του F-16), θα βγούμε χαμένοι.

Ποιος το λέει αυτό; Μα το γεγονός ότι Ολλανδία, Νορβηγία, Βέλγιο και Δανία απέσπασαν (με βάση τον αριθμό των αεροσκαφών F-16 που παρέλαβαν) σημαντικά μεγαλύτερο υποκατασκευαστικό έργο σε σχέση με την Ελλάδα. Που έγινε (σταδιακά, μέσα από μεμονωμένες παραγγελίες) ο μεγαλύτερος χρήστης F-16 στην Ευρώπη…

Ο μόνος που δεν βγήκε κερδισμένος από αυτή την τακτική – πρακτική μιας χώρας που στερείται ακόμα και της στοιχειώδους οργάνωσης, του σχεδιασμού και του προγραμματισμού, είναι η Πολεμική Αεροπορία, η άμυνα και η αμυντική βιομηχανία της χώρας. Μοιάζει σε κανέναν παράλογο; Έχει ακουστεί πουθενά ότι η Ελλάδα έμαθε το μάθημά της; Ερωτήματα θέτουμε.

Οποιαδήποτε άλλη εξέλιξη, πέραν της έναρξης διαπραγματεύσεων με αυτούς τους στόχους, θεωρούμε επομένως ότι δεν θα είναι προς όφελος της ελληνικής πλευράς. Και αυτή -κατά την ταπεινή μας άποψη- πιστεύουμε ότι όφειλε να είναι η βασική επιδίωξη του Έλληνα πρωθυπουργού σε αυτό το ζήτημα. Άρα, πέραν του ότι μίλησε για έναρξη διαπραγματεύσεων χωρίς να έχουν γίνει, έστω τυπικά, τα προβλεπόμενα βήματα, λάθος ήταν και το “μία μοίρα“.

Τον ενημέρωσαν πιο είναι το “αλμυρό” κόστος των υποδομών που απαιτεί η παρουσία τέτοιου μαχητικού στην Πολεμική Αεροπορία για να αντιληφθεί το ασυμβίβαστο με τον αριθμό; Κι αν είναι να αποτελούν στη συνέχεια νομοτέλεια συμπληρωματικές παραγγελίες, ποιος θα ευθύνεται για την επανάληψη των λαθών του παρελθόντος; Μήπως νόμισαν ότι η Ελλάδα είναι παρόμοια περίπτωση, σε όρους διαπραγματευτικής ισχύος με αυτή της Ινδίας με τα Rafale; Μεταξύ μας… ΠΟΤΕ δεν είχα τέτοια ισχύ οι απόλυτα “προβλέψιμοι σύμμαχοι”.