Αντιδράσεις & ο αντίλογος σε δημοσίευμα για το πρόγραμμα των P-3B Orion

Μεγάλες αντιδράσεις προκάλεσε η αναδημοσίευση από το DP, του άρθρου του συναδέλφου Σάββα Δ. Βλάση με τίτλο “Σε ‘αδιέξοδο’ το πρόγραμμα αναβάθμισης των ΑΦΝΣ P-3Β Orion του ΠΝ;“. Λάβαμε πολλά σχόλια μεταξύ των οποίων από αξιόπιστες στρατιωτικές και βιομηχανικές πηγές. Κατά συνέπεια, λόγοι στοιχειώδους δημοσιογραφικής δεοντολογίας απαιτούν να φιλοξενηθεί ο αντίλογος. Εξάλλου, το ερωτηματικό στον τίτλο που έδωσε το DP στο δημοσίευμα, απεκάλυπτε ότι η αναδημοσίευση δεν είχε το νόημα συνυπογραφής του περιεχομένου του δημοσιεύματος, αλλά την καταγραφή της άποψης που εκφραζόταν και τελικά τη διευκρίνιση της υπόθεσης.

Για “άρθρο με πολλές και ανακρίβειες” έκαναν λόγο στο DP στελέχη του Πολεμικού Ναυτικού αλλά και των εμπλεκομένων εταιριών, κρατικών και ιδιωτικών, στην υπόθεση του προγράμματος της αναβάθμισης των Αεροσκαφών Ναυτικής Συνεργασίας (ΑΦΝΣ) Ρ-3Β Orion, διαψεύδοντας ότι το πρόγραμμα προβληματίζει το αρμόδιο Επιτελείο ως προς την ουσία του, δηλαδή την επιχειρησιακή αξιοποίηση του συγκεκριμένου συστήματος, ενώ δηλώνεται ότι οι προσδοκίες αναβάθμισης των επιχειρησιακών ικανοτήτων του Κλάδου από την ένταξη είναι πολλές, ιδίως για την ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Όσον αφορά τις “σοβαρές καθυστερήσεις” στο πρόγραμμα, οι ίδιες πηγές σχολίαζαν ότι συνιστά “επιπόλαια” προσέγγιση, με τις διαδικασίες ενός τέτοιου προγράμματος αναβάθμισης να χαρακτηρίζονται ως “εξαιρετικά πολύπλοκες“, ενώ αυτό καθαυτό το πρόγραμμα χαρακτηρίζεται “σταθμός” για την ελληνική αμυντική βιομηχανία, καθώς    παρόμοιο δεν έχει εκτελεσθεί ποτέ στην χώρα.

Σημειωνόταν επίσης με νόημα στα σχόλια που μας εστάλησαν, ότι την πλήρη εικόνα για την εμπειρία και τα οφέλη που αποκομίζει η ελληνική αμυντική βιομηχανία, δεν δύναται να την έχει οποιοσδήποτε βρίσκεται εκτός προγράμματος.

Επιπροσθέτως, στον σχολιασμό του επίμαχου δημοσιεύματος απορρίπτεται κατηγορηματικά το αναφερόμενο ως ύψος του κόστους εκπαίδευσης πληρωμάτων για τα P-3B Orion, δηλώνοντας ότι το Πολεμικό Ναυτικό θα εκπαιδεύσει ένα αριθμό πληρωμάτων πιλότων εδώ στην Ελλάδα για πολυκινητήρια αεροσκάφη με απολύτως γνωστό και προϋπολογισμένο κόστος, ενώ στη συνέχεια, σταδιακά, θα τους αποστείλει στις ΗΠΑ για εξοικείωση στον τύπο του Ρ-3 με εξομοιωτή.

Χαρακτηρίστηκε ως “πιθανό” το να χρειαστεί μικρός αριθμός πιλότων από την Πολεμική Αεροπορία ώστε να υποβοηθήσει τους νέους πιλότους μέχρι να γράψουν αρκετές ώρες πτήσης ως συγκυβερνήτες και στη συνέχεια να βγουν σε διαθεσιμότητα στον συγκεκριμένο τύπο αεροσκάφους με απόλυτη ασφάλεια. Το δε συνολικό κόστος της εκπαίδευσης, εκτιμάται ότι δεν θα ξεπεράσει τα 3-4 εκατ. ευρώ.

Όπως μας εξηγήθηκε, είναι λογικό να εικάσει κανείς, ότι μέχρι την παράδοση στον χρήστη του πρώτου αεροσκάφους MLU (mid life upgrade) θα έχουν ολοκληρώσει την εκπαίδευση δύο τουλάχιστον πληρώματα κυβερνήτες-συγκυβερνήτες που θα έχουν βγει σε διαθεσιμότητα, ενώ η εκπαίδευση των υπολοίπων θα έχει προχωρήσει σημαντικά στο επίπεδο των συγκυβερνητών. Ωστόσο θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι θα απαιτηθεί συνδρομή από τους πολύπειρους πιλότους της Πολεμικής Αεροπορίας για τα επόμενα 4 με 5 χρόνια, για λόγους απόλυτης ασφάλειας.

Όσον αφορά την τεχνική υποστήριξη των αεροσκαφών από τους ιπτάμενους μηχανικούς, την ομάδα που έχει επιλεγεί την εκπαιδεύει με τη μέθοδο OJT (On the Job Training) αντίστοιχη ομάδα Αμερικανών μηχανικών που ευρίσκονται στην Ελλάδα στο πλαίσιο του όλου προγράμματος.

Ένα ακόμη σημείο που προκάλεσε αντίδραση, είναι αυτό περί απαγορευτικού κόστους συντήρησης και επιχειρησιακής εκμετάλλευσης των Ρ-3B. Το αντεπιχείρημα που προβάλλεται είναι ότι το κόστος συντήρησης και επιχειρησιακής εκμετάλλευσης δεν προκύπτει από τα υπάρχοντα στοιχεία που περιέχονται στην LOA (Letter of Offer and Acceptance).

Στο θέμα της “πρακτικής αδυναμίας εκπαιδεύσεως του αρχικού προσωπικού από το Πολεμικό Ναυτικό”, μεταξύ άλλων και εξαιτίας της καθυστερημένης παράδοσης του “744”, του πρώτου αεροσκάφους της “ενδιάμεσης λύσης”, μας αναφέρθηκε ότι η εκπαίδευση των πιλότων και του προσωπικού εδάφους δεν έχει επηρεαστεί καθόλου.

Το όλο ζήτημα επικεντρώνεται στην επιθυμία του Πολεμικού Ναυτικού να “στήσει” ξανά τη μονάδα για τα ΑΦΝΣ και γι’ αυτό απαίτησε αεροσκάφος ενδιάμεσης λύσης”. Άλλος τρόπος για να εκπληρωνόταν ο αντικειμενικός σκοπός του ΠΝ, απλώς δεν υπήρχε.

Επίσης, όπως μας διευκρινίσθηκε αρμοδίως, μετά το πέρας του υπολειπόμενου χρόνου πτήσης του συγκεκριμένου αεροσκάφους, τα τμήματα που υπέστησαν εργοστασιακή συντήρηση (PDM:  Phased Depot Maintenance) όπως οι κινητήρες, τα συστήματα προσγείωσης κ.λπ., θα χρησιμοποιηθούν ως “αμοιβά υλικά” (σε διαθεσιμότητα ανά πάσα στιγμή, σε “ελεύθερη” μετάφραση) καθότι θα διαθέτουν έχουν τουλάχιστον άλλες 4.000 ώρες εμετάλλευσης.

Όπως αναφερόταν στο επίμαχο δημοσίευμα, “κάθε φορά δε που παρουσιάζει μια βλάβη, διαταράσσεται η ομαλή εξέλιξη του εκπαιδευτικού προγράμματος”. Αυτό όμως, μας σχολιάστηκε, δεν αποτελεί κάποια ελληνική πρωτοτυπία που χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς και σχολιασμού, καθώς συμβαίνει με όλα τα αεροσκάφη του κόσμου. Επιπρόσθετα, στην παρούσα φάση δεν διαταράσσεται κανένα πρόγραμμα, αφού οι νέοι πιλότοι ακολουθούν προγράμματα ανεξάρτητα από αυτό με το “744”.

Να σημειωθεί σε αυτό το σημείο, ότι το “744” δεν έχει υποστεί κάποια εργασία στον εξοπλισμό αποστολής και παραμένει απαρχαιωμένο. Δηλαδή, πέραν της οπτικής παρατηρήσεως, δεν μπορεί να εκτελέσει ουσιαστικά επιχειρησιακό έργο, ακόμη και στοιχειώδους ναυτικής επιτηρήσεως, κάτι το οποίο ήταν γνωστό εξ’ αρχής. Κατά τα άλλα, οι ίδιες πηγές εμφανίστηκαν εξαιρετικά δύσπιστες  ότι η παράδοση των πρώτων αναβαθμισμένων P-3B Orion θα απαιτήσει μια ολόκληρη τετραετία.

Στο ζήτημα της καταλληλότητας της πλατφόρμας για να καλύψει τις επιχειρησιακές ανάγκες του Πολεμικού Ναυτικού, μας υπογραμμίσθηκε ότι δεν έχει γίνει τίποτα περισσότερο από αυτό που έχει επιλέξει τόσο το αμερικανικό Ναυτικό (US Navy) όσο και άλλες ναυτικές δυνάμεις ανά τον κόσμο. Δηλαδή την αναπτερύγωση των P-3, καθώς αυτό θα εξασφαλίσει 15 χιλιάδες επιπλέον ώρες επιχειρησιακής αξιοποίησης, “σε μία τρομερών δυνατοτήτων πλατφόρμα”.

Ως παράδειγμα αναφέρθηκε και η απόφαση της αμερικανικής Αεροπορίας (USAF) να αξιοποιήσει τα -παλαιότερα των P-3- βομβαρδιστικά αεροσκάφη Β-52, τα οποία θα υποστούν άλλη μια αναβάθμιση στην ιστορική του πορεία, διασφαλίζοντας επιχειρησιακή αξιοποίηση μέχρι το 2050. Σε ένα ακόμα παράδειγμα, ο Καναδάς επέλεξε να εμπιστευθεί τα P-3 μέχρι το 2045!