Ο Ερντογάν έχει λόγους να θέλει να δει τον Μητσοτάκη στο ΝΑΤΟ, όχι το αντίθετο…

Φαίνεται ότι τελικά συμφωνήθηκε συνάντηση ανάμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Τούρκο πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με την ευκαιρία της παρουσίας και των δυο στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ για τα 709 χρόνια της Ατλαντικής Συμμαχίας. Όπως μετέδωσε ο ανταποκριτής του ΣΚΑΪ στην Τουρκία, Μανώλης Κωστίδης, ο Ερντογαν είπε: “Και στον Κυριάκο Μητσοτάκη, που θα συναντηθούμε στο Λονδίνο, θα πω τις θέσεις μου. Η Ελλάδα μπορεί να κάνει τα βήματα που θέλει, αλλά κι εμείς τα κάνουμε”. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Τούρκο πρόεδρο, υπήρξε αίτημα από την Αθήνα.

Σχολιάζει ο Ζαχαρίας Β. Μίχας*

Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν εκπλήσσει καθόλου, παρότι επισήμως λεγόταν ότι η εν λόγω προοπτική φάνταζε “χλωμή” εξαιτίας της έντασης που επικρατεί στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, συνεπεία των ενεργειών της Τουρκίας με την “κυβέρνηση” της Λιβύης, και παρά το γεγονός ότι τις περισσότερες πιθανότητες να βγει χαμένη την έχει η δική μας πλευρά…

Δεν μπορεί λοιπόν να μην αναρωτηθεί κανείς, προς τι η αγωνία της Ελλάδας να πραγματοποιηθεί αυτή η συνάντηση; Ποια μηνύματα στέλνει στη διεθνή κοινότητα για την αποφασιστικότητα της χώρας και της ηγεσίας της απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα τη στιγμή αυτή; Εξυπηρετεί τη συνολική εικόνα της ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής, η οποία περιλαμβάνει πολλά περισσότερα πλην της στρατιωτικής διάστασης; Ή μήπως εμμέσως καθιστά αποτελεσματικές τις ενέργειες των Τούρκων, προ(σ)καλώντας τους να τις επαναλάβουν;

Επιχειρώντας να δοθεί απάντηση, πρώτα θα παρατεθούν επιχειρήματα, για ποιον λόγο ο Ερντογάν είναι αυτός ο οποίος λογικά θα έπρεπε να επιθυμεί μια συνάντηση με τον Έλληνα πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, την επαύριον των δηλώσεων και των ενεργειών με τη Λιβύη:

Πρώτον, διότι είναι σχεδόν απόλυτα προβλέψιμο το πως αυτή η συνάντηση θα εξελιχθεί, κι αυτό μάλλον θα περιγραφόταν με το “αναίμακτα” για την Τουρκία.

Ίσως να υπάρξουν κάποιες πιο σκληρές του συνηθισμένου δηλώσεις από τον Έλληνα πρωθυπουργό ώστε να μπορέσει να στείλει στο εσωτερικό της χώρας το μήνυμα ότι πέραν των λόγων ουσίας που θα επικαλεστεί, “τα έψαλε” στον Ερντογάν. Δύσκολα όμως θα του πει το λογικό ότι “αν προχωρήσετε σε προκλήσεις σε συγκεκριμένες περιοχές δεν θα μου αφήνετε άλλο περιθώριο από το να διατάξω… αυτό που δεν πιστεύετε ότι θα διατάξω”.

Δεύτερον, διότι τελικός στόχος των Τούρκων παραμένει το να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με την Ελλάδα με αντικείμενο τις διεκδικήσεις τους. Εκεί θα θέσουν και επισήμως όσα διατείνονται στη ρητορική τους, ότι τα νησιά δεν δικαιούνται θαλασσίων ζωνών, το οποίο βέβαια πιθανότατα θα προσπαθήσει να το περάσει ως ισχύον αποκλειστικά για το Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο, ώστε να αποφύγει αν εξαγριώσει περισσότερους, οι οποίοι θα συνταχθούν με την Ελλάδα.

Ο Ερντογάν γνωρίζει ότι η μέθοδος που έχει επιλέξει, αυτή του περιφερειακού “bullying”, έχει και σοβαρά μειονεκτήματα. Κατά συνέπεια, το καλύτερο αποτέλεσμα που μπορεί να παράξει είναι το να “βραχυκυκλώσει” τις απόπειρες αξιοποίησης των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων. Και αυτό όμως είναι κάτι που δεν θα κριθεί από τη βούληση της Αθήνας… άρα υπάρχει περιθώριο η στρατηγική να αποτύχει.

Εν ολίγοις, από τη στιγμή που οι διαπραγματεύσεις περιλαμβάνονται στις νόμιμες μεθόδους που προβλέπει ο καταστατικός χάρτης του ΟΗΕ, έχει κάθε λόγο να τις επιδιώκει, καθώς εκεί έχει τη βάσιμη ελπίδα να υπερισχύσει το “δίκαιο του ισχυρού”, έχοντας απέναντι μια χώρα με πολύ συγκεκριμένα “ιστορικά” χαρακτηριστικά στην πολιτική της.

Από ένα σημείο και μετά μάλιστα, πολλοί εξ όσων τον επικρίνουν σήμερα, πιθανότατα θα ασκήσουν πιέσεις στην Αθήνα, όχι στην Άγκυρα, με σκοπό να προβεί σε υποχωρήσεις, αφενός προς χάριν της ειρηνικής διευθέτησης και αφετέρου εν αναμονή των σημαντικότατων οικονομικών ανταλλαγμάτων που θα προέκυπταν σχετικά σύντομα μετά από μια τέτοια συμφωνία.

Τρίτον, όλη η συμπεριφορά της Τουρκίας την έχει οδηγήσει σε απομόνωση στους κόλπους του ΝΑΤΟ. Ας μην ξεχνάμε ότι πέραν των ενεργειών απέναντι στην Ελλάδα, η Τουρκία έχει απειλήσει ευθέως με μπλοκάρισμα (βέτο) των αποφάσεων της Συμμαχίας για μια σειρά από θέματα υψίστης προτεραιότητας γι’ αυτήν, όπως η αμυντική ενίσχυση των χωρών που συνορεύουν με τη Ρωσική Ομοσπονδία.

Σε απλά ελληνικά, οι επιλογές της Τουρκίας έχουν προκαλέσει την οργή των πάντων… πλην Ούγγρων, καθώς ο Βίκτορ Όρμπαν, πιθανόν να βρήκε την “αδερφή ψυχή” του τελευταία στο πρόσωπο του Τούρκου ηγέτη και οι σχέσεις Τουρκίας-Ουγγαρίας διαρκώς εμβαθύνονται, όπως και οι σχέσεις των δυο τους με τον Βλαντιμίρ Πούτιν.

Το να προκύψει οτιδήποτε θετικό για την Ελλάδα από μια συνάντηση του Ερντογάν με τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι εξαιρετικά αμφίβολο. Αντιθέτως, θα βοηθήσει στο να βελτιώσει τη θέση των Τούρκων στη Σύνοδο. Όχι πως θα κάνει πίσω σε οτιδήποτε ο Ερντογάν. Απλοί τακτικισμοί είναι. Οι στρατηγικοί στόχοι της Τουρκίας παραμένουν πάντα ίδιοι.

Εναλλακτικά, οι τουρκικοί μαξιμαλισμοί παγίως ενισχύουν τη διπλωματία της Άγκυρας, καθώς μέσω αυτών αποκτά διαπραγματευτικά ανταλλάγματα… Κατά συνέπεια, επανερχόμαστε στο βασικό ερώτημα: Για ποιον λόγο η ελληνική κυβέρνηση επεδίωξε συνάντηση με τον Ερντογάν σε αυτή τη συγκυρία; Αν το έκανε, διότι όλα έχουν προκύψει από τις δηλώσεις του Τούρκου προέδρου.

*Ο Ζαχαρίας Β. Μίχας είναι Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας (ΙΑΑΑ / ISDA)