MQ-1 Predator και οπλισμένα UAV: Γιατί δεν τα αποδεσμεύουν οι ΗΠΑ στην Ελλάδα

Σε δύο τουλάχιστον από τα προγενέστερα αφιερώματά μας στα UAV και τα UCAV και στις εξελίξεις στη χώρα μας στο κομμάτι αυτό, τόσο στο χώρο των ενόπλων δυνάμεων, όσο και στο χώρο των Σωμάτων Ασφαλείας, αναφερθήκαμε και στο ζήτημα της απόκτησης και αξιοποίησης οπλισμένων UAV, για την διενέργεια επιχειρήσεων.

Του Στέργιου Δ. Θεοφανίδη

Δεδομένου ότι παλαιότερα, πριν από τρία ολόκληρα χρόνια για να είμαστε ακριβείς, είχαμε δημοσιεύσει άρθρο σύμφωνα με το οποίο εμφανίζονταν ως ενδεχόμενη η απόκτηση οπλισμένων UAV τύπου MQ-1B Predator από τα αποθέματα της USAF προς αξιοποίηση από την Πολεμική Αεροπορία, αναζητήσαμε την τύχη του προγράμματος αυτού.

Σύμφωνα με όσα στάθηκε δυνατό να συλλέξουμε ως πληροφορίες και στα δύο ελληνικά αιτήματα που είχαν γίνει κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2017 και το πρώτο του 2018, οι Αμερικανοί ενώ δεν απάντησαν αρνητικά, αποθάρρυναν την ελληνική πλευρά από το να προβεί στην απόκτηση MQ-1 και μάλιστα της τελευταίας και πιο αναβαθμισμένης έκδοσης (Predator B), προβάλλοντας ως αιτιολογία το ότι είναι απαρχαιωμένα.

Αντί αυτών προτάθηκε η πώληση και όχι παραχώρηση καινούριων RQ-9. Της αναγνωριστικής έκδοσης δηλαδή του μεταγενέστερου και πιο προηγμένου Reaper, αυτής που επιδείχθηκε στην 110 Πτέρυγα Μάχης στη Λάρισα από την κατασκευάστρια εταιρεία GA-ASI, πριν από λίγους μήνες. Τελικά, κανένα από τα δύο αυτά προγράμματα δεν υλοποιήθηκε.

Η αλήθεια είναι ότι η Αεροπορία των ΗΠΑ μεταπήδησε από το Predator στο μεγαλύτερο και βαρύτερο και με καλύτερες επιδόσεις και εξοπλισμό αποστολής Reaper, σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα.

Κάτι που αιτιολογείται από το γεγονός ότι πέρα από το σημαντικά βαρύτερο οπλικό φορτίο και τον απαρτιζόμενο από περισσότερα συστήματα εξοπλισμό αποστολής, είχε τη δυνατότητα να πετά σε μεγαλύτερες αποστάσεις και να επιτηρεί συγκεκριμένες περιοχές για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα. Είτε εντός εμπολέμων ζωνών, είτε εντός ελεγχόμενων εναέριων χώρων, υπό κανονισμούς που διέπουν την ασφαλή εναέρια κυκλοφορία παγκόσμια.

Ορισμένα από τα MQ-1 Predator της USAF είχαν εξοπλιστεί με κεραίες και τερματικά δορυφορικής σύνδεσης, έτσι ώστε να μπορούν να ελέγχονται ακόμη και από σταθμούς εδάφους στις ΗΠΑ, ανεξάρτητα από το σε πιο μέρος του πλανήτη επιχειρούσαν. Την απογείωση και την προσγείωσή τους αναλάμβαναν χειριστές στις προκεχωρημένες βάσεις τους.

Τα περισσότερα βέβαια δεν έφεραν τέτοιου είδους εξοπλισμό και έτσι αξιοποιήθηκαν σε επιχειρήσεις σε μη ελεγχόμενους εναέριους χώρους στο Ιράκ και το Αφγανιστάν στους παρακάτω ρόλους:

-Υποστήριξη του αγώνα και επίθεση εναντίον εχθρικών δυνάμεων εμπροσθοφυλακής και/ή αναγνώρισης
-Υποβοήθηση στην αναγνώριση δρομολογίου, περιοχής και ζώνης (χερσαίων και ναυτικών)

-Εντοπισμός εχθρικής δύναμης και αποκάλυψη σύνθεσης, διασποράς και δραστηριότητας
-Διατήρηση επαφής με τις εχθρικές δυνάμεις μέχρι και την αξιολόγηση των αποτελεσμάτων της προσβολής (Battle Damage Assessment: BDA)

-Παροχή συντεταγμένων στόχου που να επιτρέπει την άμεση προσβολή του
-Παροχή ή βελτίωση της κάλυψης της Περιοχής Επιχειρήσεων καθώς και παροχή τρισδιάστατων δεδομένων σε αποφασιστικά σημεία και δυσχερές έδαφος

-Υποστήριξη της αποστολής των επανδρωμένων συστημάτων καθ’ όλη τη διάρκειά τους και μείωση του χρόνου έκθεσής τους σε περιβάλλον υψηλής απειλής
-Διεξαγωγή επιχειρήσεων παραπλάνησης και επίδειξης ισχύος.

Όπως και το MQ-9 Reaper, έτσι και το Predator χρειάζεται έναν χειριστή για να το πετά και έναν δεύτερο για τη λειτουργία των συστημάτων του και την εκτόξευσή των όπλων που έφερε. Στις περισσότερες των περιπτώσεων ελέγχονταν κατά τις επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή μέσω κοντινών επίγειων σταθμών με απευθείας σύνδεση (Line Of Sight-LOS).

Πέρα από τον πυργίσκο των ηλεκτροοπτικών στο κάτω μέρος του ρύγχους, στον στάνταρ εξοπλισμό περιλαμβάνονταν ασύρματος ARC-210 και IFF/SIF Mode 4 τύπου APX-100. Στην αναβαθμισμένη του μορφή, το Predator (MQ-1B) απέκτησε πολυφασματικό σύστημα στοχοποίησης AN/AAS-52 (MTS – MultiSpectral Targeting System), σύστημα anti-icing στην πτέρυγα και ισχυρότερο υπερτροφοδότη (turbocharger) για τον εμβολοφόρο κινητήρα του Rotax 914F προκειμένου να αποδίδει αυξημένη ισχύ σε μεγαλύτερα επίπεδα πλεύσης, δεδομένου ότι η επιχειρησιακή οροφή δίνονταν στα 25.000 πόδια.

Νούμερο διόλου ευκαταφρόνητο. Το δε ακόμα μεγαλύτερων δυνατοτήτων (σε σχέση με το Predator), MQ-1C Gray Eagle αγοράστηκε από τον Στρατό των ΗΠΑ μόνο. Και περνάμε στο δια ταύτα…

Ο λόγος για τον οποίο οι ΗΠΑ δεν μας αποδέσμευσαν τελικά το Predator, είναι ακριβώς αυτός. Το γεγονός δηλαδή ότι ως σύστημα είχε το ρόλο της επιτήρησης και προσβολής μεμονωμένων στόχων. Ευκαιρίας ή όχι.

Και εξηγούμαστε: Τον ίδιο στην ουσία ρόλο έχει και το πιο προηγμένο MQ-9 Reaper. To οποίο σε αντίθεση με το MQ-1 μπορεί αυτοματοποιημένα και χωρίς περιορισμούς να πετάξει σε περιβάλλον ελεγχόμενου εναέριου χώρου, με απόλυτη ασφάλεια.

Τι εννοούμε με αυτό; Απλά ότι το Reaper διαθέτει αυτόματο πιλότο, σύστημα διαχείρισης πτήσης τύπου FMS (Flight Management System) μέσω του οποίου μπορεί να εκτελεί αυτοματοποιημένα συγκεκριμένα ίχνη διαδρομών (pattern), αλλά και το σύνολο του εξοπλισμού που απαιτείται (ραδιοϋψόμετρο, INS/GPS…) για την εκτέλεση πτήσεων IFR, βάσει κανονικών σχεδίων πτήσης και ακόμη και εντός αεροδιαδρόμων.

Σε περίπτωση επομένως που μας αποδέσμευαν τα MQ-1B Predator, θα αποδέχονταν και τον μόνο τρόπο που θα μπορούσαμε να τα αξιοποιήσουμε. Δηλαδή την πτήση τους εκτός κανονισμών ελέγχου εναέριας κυκλοφορίας, για την παρακολούθηση στόχων ακόμη και πάνω από την Τουρκία, ή γειτονικές μας στο βορρά χώρες, σε εμπόλεμες αλλά και ειρηνικές περιόδους και την κατά βούληση (από την πλευρά μας…) προσβολή τους.

Σε τέτοιου είδους επιχειρήσεις εναντίον στόχων στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, οι Αμερικανοί είχαν επιτρέψει σε Τούρκους παρατηρητές να συμμετάσχουν, ενώ έχει αποκαλυφθεί ότι από τη δεκαετία του 2000 οι ΗΠΑ παρείχαν υποστήριξη στις επιχειρήσεις παρακολούθησης/επιτήρησης δυνάμεων του κουρδικού ΡΚΚ.

Όταν ήρθε η ώρα η Τουρκία να ζητήσει την προμήθεια Reaper, οι ΗΠΑ επί της ουσίας την αρνήθηκαν προβάλλοντας ως αιτιολογία μία σειρά περιορισμών. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος για τον οποίο η γειτονική χώρα δαπάνησε σημαντικό χρόνο και τεράστια κονδύλια για την αυτόνομη ανάπτυξη και παραγωγή όχι μόνο δικών της οπλισμένων UAV, αλλά και επιμέρους συστημάτων (ASELFLIR 300Τ) και των όπλων (πύραυλοι CIRIT, L-UMTAS και MAM-L) που αυτά φέρουν.

Στο χρονικό διάστημα δε που έχει μεσολαβήσει από τη χρονιά που η USAF άρχισε να αξιοποιεί επιχειρησιακά οπλισμένα Predator (2002), πολλές χώρες έχουν και μέσω Κίνας αποκτήσει πρόσβαση σε οπλισμένα UAV. Παρά το γεγονός αυτό οι ΗΠΑ προσπαθούν για ευνόητους λόγους να αποτρέψουν την ευρεία αξιοποίηση οπλισμένων UAV ακόμη και από συμμαχικές χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ.

Επιθυμούν με άλλα λόγια να έχουν την εποπτεία και τον έμμεσο έλεγχο του ποιος πετάει, σε ποιο χώρο και ποιόν επιλέγει να χτυπήσει σε ανύποπτο χρόνο. Αυτό τουλάχιστον αποκαλύπτει η επιθετική ενέργεια εναντίον του πανίσχυρου Ιρανού στρατηγού Σουλεϊμάνι των “Φρουρών της Επανάστασης” στο Ιράκ…