Μήνυμα LM στο ΥΠΕΘΑ για τις MMSC: Στείλτε την LOR για να γίνετε συγκεκριμένοι… με το US NAVY

Επιβεβαιώθηκε στην πράξη αυτό που επανειλημμένα έχει δημοσιευθεί στις σελίδες του “defence-point.gr” (DP), ότι χωρίς επίσημη θεσμική διαδικασία και συγκεκριμένες επιχειρησιακές και τεχνικές προδιαγραφές, είναι αδύνατο ακόμη και για τον μεγαλύτερο αμυντικό και αεροδιαστημικό όμιλο στον κόσμο, στην προκειμένη περίπτωση τη Lockheed Martin, να καταθέσει ολοκληρωμένη προσφορά. Γιατί οι προδιαγραφές έχουν τόσο μεγάλη σημασία; Μα γιατί περιγράφουν με έμμεσο τρόπο (ως απαίτηση) τη μορφή και την ένταση της απειλής, στην οποία θα πρέπει να ανταποκρίνονται οι νέες φρεγάτες του Πολεμικού Ναυτικού.

Όπως φάνηκε και από την παρουσίαση που ολοκληρώθηκε πριν από λίγη ώρα, η Lockheed Martin έχει έντονο ενδιαφέρον για το πρόγραμμα των νέων φρεγατών του Πολεμικού Ναυτικού. Είναι αυτονόητο ότι διαθέτει κορυφαία συστήματα – υποσυστήματα για τον εξοπλισμό της πλατφόρμας και την ικανότητα πλήρους και απρόσκοπτης ολοκλήρωσης οποιοδήποτε άλλων συστημάτων – υποσυστημάτων απαιτηθούν από τον χρήστη.

Το ζητούμενο είναι όμως η ελληνική πλευρά, χωρίς χρονοτριβή, να μπορέσει να έχει στα χέρια της ολοκληρωμένη πρόταση που να ξεκαθαρίζει τόσο το θέμα της διαμόρφωσης του οπλισμού και των συστημάτων του πλοίου, όσο και το κόστος που συνεπάγεται η διαμόρφωση αυτή.

Το πρωτότυπο επί του οποίου γίνονται οι συζητήσεις είναι η σαουδαραβική MMSC, η οποία φέρει οπλισμό που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις επιχειρησιακές απαιτήσεις του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού σε ένα εκτεταμένο θέατρο επιχειρήσεων που περιλαμβάνει παράκτια και ανοικτές θάλασσες και χαρακτηρίζεται από το υψηλό επίπεδο απειλής σε αέρα, επιφάνεια και υποθαλάσσια.

Σε βιομηχανικό επίπεδο, η εταιρία επαναβεβαίωσε την πρόθεση της για ολοκληρωτική ναυπήγηση των πλοίων στην Ελλάδα και ανακοίνωσε ότι κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του στη χώρα μας ο Ναύαρχος (ε.α) Thomas Rowden, Αντιπρόεδρος Διεθνών Προγραμμάτων (Vice President for International Programs) της Lockheed Martin, συναντήθηκε με φορείς που εκπροσωπούν την εγχώρια βιομηχανίας σχετικά με την εμπλοκή της στο έργο.

Για άλλη μία φορά η Lockheed Martin απέφυγε να αναφερθεί σε συγκεκριμένο ναυπηγείο που θα εμπλακεί στη ναυπήγηση των πλοίων (αυτονόητο φυσικά αφού η επόμενη ημέρα στα δύο μεγάλα ναυπηγεία της χώρας… δεν έχει ακόμη έρθει), αλλά έκανε αναφορά στο ενδεχόμενο συνεργασίας μεταξύ ναυπηγείων. Ο Ναύαρχος (ε.α) Rowden, χαρακτήρισε τη σχεδίαση MMSC ως ικανή να επιχειρεί στα παράκτια, κατά μόνας ή σε συνεργασία με πλοίο του ιδίου τύπου αλλά και στις ανοικτές θάλασσες.

Το πιο ενδιαφέρον σημείο της παρουσίασης ήταν η ανάγκη αποστολής από την ελληνική πλευρά LOR (Letter of Request), καθώς αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση, καθώς η συμφωνία θα είναι διακρατική, άρα στο πλαίσιο των αποκαλούμενων ως FMS (Foreign Military Sales).

Η όλη συζήτηση για τις προδιαγραφές θα διεξαχθεί ανάμεσα στο ελληνικό και το αμερικανικό Ναυτικό. Εικάζεται, με επικουρικό ρόλο για την εμπλεκόμενη εταιρία ως βασικού κατασκευαστή (OEM: Original Equipment Manufacturer). Το ίδιο μως ισχύει και για τη διευκρίνιση της “ενδιάμεσης λύσης”. Να γνωρίζουμε ως Ελλάδα με βεβαιότητα, πέρα από υποθέσεις, το τι προσφέρεται από τις ΗΠΑ και τι όχι.

Με αυτό ως κεντρικό επιχείρημα, δεν γίναμε και πολύ… σοφότεροι επί της ουσίας της πρότασης για τις MMSC, καθώς όπως διευκρινίστηκε, “σε αυτό το στάδιο είναι πρόωρο να γίνει αναφορά σε οτιδήποτε“. Αυτό συμπεριλαμβάνει και την ερώτηση του DP για την ενσωμάτωση κορυφαίων συστημάτων που θα καθιστούσαν εντελώς διαφορετική τη συζήτηση.

Για παράδειγμα, το ραντάρ ηλεκτρονικής σάρωσης SPY, ή κάποιο άλλο παρεμφερές ενδεχομένως να πρότειναν, το σύστημα μάχης Aegis, στα οποία ο Αμερικανός ναύαρχος αναφέρθηκε στην εισαγωγική του τοποθέτηση, καθώς επίσης στον συνδυασμό των κάθετων εκτοξευτών Mk.41 και τους πυραύλους αναχαίτισης SM-2.

Πέραν του ζητήματος που πρέπει αν διευκρινιστεί εάν τα συστήματα αποδεσμεύονται για την Ελλάδα, που μπορεί να διευκρινιστεί μόνο με την τυποποιημένη γραφειοκρατική διαδικασία των FMS, θα πρέπει να υπολογιστεί το κόστος της πλατφόρμας με όλα τα συστήματα, τόσο το “αναπτυξιακό” (development cost) όσο και στο συνολικό κόστος του εξοπλιστικού προγράμματος.

Γενικόλογες, όπως είπαμε ήδη, ήταν και οι αναφορές στο/στα ναυπηγεία των οποίων θα υπάρξει εμπλοκή στο πρόγραμμα. Είναι ένα εξίσου κεφαλαιώδους σημασίας ζήτημα, καθώς το μέλλον της Ελευσίνας σήμερα είναι συνδεδεμένο με την ONEX, ενώ τα χρέη που δεν μπορούν να διαγραφούν ανέρχονται πλέον κοντά στα 350 εκατ. ευρώ.

Κατά συνέπεια, εγείρεται ζήτημα για το αν και κατά πόσον εξακολουθεί ο αμερικανικός χρηματοοικονομικός κολοσσός DFC να ενδιαφέρεται να επενδύσει στον τομέα αυτόν στην Ελλάδα και υπό ποιες προϋποθέσεις. Υπάρχει αποκλειστικά το “τρίγωνο” LM-ONEX-Ελευσίνα, ή υφίσταται παρουσία της DFC και σε κάποιο εναλλακτικό σχήμα; Η αναφορά περί συνεργασίας ναυπηγείων έχει ενδιαφέρον και καταρχήν παραπέμπει στο “σχέδιο Τρίαινα” για τον έλεγχο Σκαραμαγκά, Ελευσίνας και Σύρου από την ONEX, με την εμπλοκή της DFC.

Εξακολουθεί η συζήτηση να αφορά αυτό το ενδεχόμενο; Ή εναλλακτικά, θα υπήρχε περίπτωση η Lockheed Martin αυτόνομα να αναλάμβανε το κόστος να “στήσει στα πόδια του” ένα ναυπηγείο; Όλα αυτά είναι ζητήματα που χρήζουν πειστικών και ξεκάθαρων απαντήσεων. Προς το παρόν δεν υπάρχει απολύτως τίποτα.

Στο ερώτημα της αλουμινένιας υπερκατασκευής των MMSC που ετέθη, ο ναύαρχος επί της ουσίας απάντησε ότι αυτό συμβαίνει λίγο πολύ σε όλα τα πλοία και συνδέεται κυρίως με την ευστάθεια του πλοίου.

Η απάντηση για τις επιδόσεις του πλοίου στον τομέα του ανθυποβρυχιακού πολέμου (ASW: Anti-Submarine Warfare), με δεδομένη την απουσία σόναρ τρόπιδας (ενσωματωμένο στο σκάφος, όχι συρόμενο), ενέπλεξε εμφατικά την απόκτηση από το Πολεμικό Ναυτικό των ικανότατων ελικοπτέρων MH-60R Seahawk (“Romeo”).

Τα ελικόπτερα έχουν κορυφαίες ASW δυνατότητες, αναφέρθηκε, είναι πολλαπλασιαστής ισχύος. Αυτό που υπονοήθηκε είναι ότι ο συνδυασμός τους με τις δυνατότητες των MMSC επιλύουν το πρόβλημα του Πολεμικού Ναυτικού.

Ωστόσο, οι ενίοτε εξαιρετικά κακές καιρικές συνθήκες στο Αιγαίο σε όρους ισχύος ανέμων, με αποτέλεσμα να εγείρονται ίσως ζητήματα ασφαλούς χρήσης λόγω υπέρβασης των επιχειρησιακών προδιαγραφών της πλατφόρμας.