Μήνυμα Ερντογάν στις ΗΠΑ αλλά και στην Ελλάδα που κοιτά αμήχανη…

«Το πραξικόπημα μας έδειξε ποιοι είναι οι φίλοι στις δύσκολες στιγμές. Έχουμε δυνατή μνήμη. Μπορεί να μην λέμε συχνά τι περάσαμε, αλλά ποτέ δεν το ξεχνάμε. Μας έδειξε την υποκρισία. Ξέρουμε ποιοι προσευχήθηκαν εκείνο το βράδυ για εμάς και ποιοι για την επιτυχία του FETO. Στο τέλος θα θυμόμαστε τη σιωπή όσων θεωρούσαμε φίλους μας. Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ όσους προστάτεψαν τους πραξικοπηματίες μετά τη 15η Ιουλίου. Ξέρουμε ποιος συνεργάστηκε με ποιον!».

Είναι λόγια που εκστόμισε ο παντοδύναμος – πλέον – πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στις εκδηλώσεις για την επέτειο του πραξικοπήματος του 2016, το οποίο αξιοποιήθηκε δεόντως στην – αέναη – προσπάθεια να κρατήσει συσπειρωμένο γύρω του τον τουρκικό λαό. Και όπως απέδειξε το αποτέλεσμα των εκλογών, ανεξαρτήτως των υποψιών και ενδείξεων περί νοθείας, το έχει καταφέρει.

Παρότι οι περισσότεροι στη χώρα μας έσπευσαν να θεωρήσουν την Ελλάδα ως κύριο αποδέκτη του μηνύματος και να το συσχετίσουν με την κράτηση των δυο στρατιωτικών τους οποίους θέλει να ανταλλάξει με τους οχτώ «πραξικοπηματίες», η δική μας άποψη είναι διαφορετική.

Όσο και να μη μας αρέσει, στο μυαλό του ηγέτη της Τουρκίας η Ελλάδα δεν αποτελεί υπολογίσιμο μέγεθος. Για την ακρίβεια αρνείται να μας θεωρήσει ως τέτοιο, ακόμα κι αν γνωρίζει ότι σε περίπτωση πολεμικής εμπλοκής ο «αήττητος τουρκικός στρατός» δεν πρόκειται να κάνει περίπατο, εάν βέβαια ανταποκριθεί στοιχειωδώς η πολιτική ηγεσία και δεν αρχίσει να «καταπίνει» τετελεσμένα.

Αρνείται για τον πολύ απλό λόγο ότι θεωρεί την πατρίδα του ως κάτι ισάξιο με τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και την Κίνα, στο σύγχρονο διεθνές στερέωμα. Σε αυτό το πλαίσιο, χώρες σαν την μικρή και ασήμαντη για τον Ερντογάν Ελλάδα, είναι απλά ένα «αγκάθι» στα πλευρά της «μεγάλης και σημαντικής» Τουρκίας.

Όταν όμως αντιμετωπίζεις έτσι μια χώρα, είναι λογικό να αρνείσαι και να συζητήσεις με τον τρόπο που θα το έκανες με όσους θεωρείς «ισάξιους». Ο Ερντογάν δεν αποκλείεται να συμπαθεί γνήσια τον Αλέξη Τσίπρα. Μέχρι εκεί όμως. Τα σοβαρά θα τα συζητήσει με άλλους, απαξιεί ακόμα και να τα αναφέρει συζητώντας με τον κατώτερο από όλες τις απόψεις Έλληνα. Έτσι σκέπτεται ο Ταΐπ…

Από την Ελλάδα περιμένει υποταγή και αυτός θα δείξει όταν το αποφασίσει μεγαλοψυχία. Δηλαδή ποτέ, εάν υποτεθεί ότι οι ελληνικές ηγεσίες εξακολουθούν να θεωρούν απαραβίαστα τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας και να μην έχουν αρχίσει να φλερτάρουν με την ιδέα της προσαρμογής στον τουρκικό αναθεωρητισμό…

Στόχος του Ερντογάν είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες. Πολιτικοί σύμμαχοί του έχουν «αποκωδικοποιήσει» ευθέως τις αναφορές, διακηρύσσοντας ότι πίσω από το πραξικόπημα βρισκόταν η ίδια η CIA, η οποία χρησιμοποιεί τον ιμάμη Φετουλάχ Γκιουλέν. Όπως ζητά να ανταλλάξει τους «οχτώ» με τους «δύο», έτσι κρατά τον πάστορα Μπράνσον και ζητά να τον ανταλλάξει με τον Γκιουλέν.

Αλήθεια περιμένουμε έτσι ξαφνικά να «γλυκάνει» και να μας επιστρέψει τους δυο στρατιωτικούς, ακόμα κι αν γνωρίζει καλά ότι τους κρατά άδικα, ανήθικα και παράνομα; Ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του δίκαιο, ηθικό και νομοταγή. Με μια διαφορά όμως. Αυτά ισχύουν για όσους προσκυνούν τον δικό του Αλλάχ, όχι για τους «άπιστους».

Η ελληνική ηγεσία θα πρέπει να αντιληφθεί ότι με την παρούσα στάση που τηρεί δεν έχει τύχη. Ουδείς αμφιβάλλει ότι και το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση καταβάλουν προσπάθειες για να πετύχουν την απελευθέρωση των δυο στρατιωτικών μας.

Όμως και οι ίδιοι γνωρίζουν ότι ο Ερντογάν βλέπει διαπραγμάτευση. Τους «βούτηξε» για να τους χρησιμοποιήσει. Όταν διαπραγματεύεσαι φροντίζεις να διαθέτεις «χαρτιά» που θα σου προσδώσουν διαπραγματευτική ευελιξία. Όσα περισσότερα έχεις που θέλει ο αντίπαλος, τόσο καλύτερη είναι η θέση σου.

Κι όταν θεωρείς πως δεν διαθέτεις αρκετά χαρτιά, φροντίζεις να τα δημιουργήσεις. Αυτή την απλή αλήθεια εφαρμόζουν οι Τούρκοι, έστω με αυτό τον απεχθή και αποκρουστικό τρόπο. Αυτή είναι η αλήθεια για τους δυο στρατιωτικούς. Κατά τα άλλα του είναι άχρηστοι.

Η Ελλάδα, δυστυχώς, αρνείται να κατανοήσει αυτές τις απλές αλήθειες. Οι πολιτικοί της δείχνουν να πιστεύουν ότι με το να επιδεικνύουμε συμπεριφορά καλού παιδιού στους συμμάχους μας, θα φροντίσουν αυτοί για το δικό μας πρόβλημα. Η αλήθεια είναι όχι ότι θα φροντίσουν, αλλά ότι θα ασχοληθούν.

Θα θέτουμε το θέμα σε όλα τα «διεθνή φόρα», θα συλλέγουμε αποφάσεις, καταδίκες, δηλώσεις συμπαράστασης και θα δηλώνουμε ευγνώμονες για τη συμπαράσταση. Το αποτέλεσμα όμως δεν θα αλλάξει και οι οικογένειες των στρατιωτικών μας θα περιμένουν και τα παιδιά τους δεν θα έρχονται.

Η πιθανότητα να γίνει κάποια «καραμπόλα» στο όλο σκηνικό και να ανατραπεί το σκηνικό δεν μπορείς να την αποκλείσεις και τελείως. Όμως, το να ζεις με την ελπίδα ενός «θαύματος» και να μην αναλύεις ορθολογικά το ζήτημα σχεδιάζοντας κάποια βήματα που θα βοηθήσουν την τύχη σου δεν αποτελεί στάση σοβαρής χώρας.

Το έχουμε ξαναγράψει και δεν θα διστάζουμε να το επαναλαμβάνουμε. Η Ελλάδα θα πρέπει να ακολουθήσει την ίδια τακτική με την Τουρκία, υπό την έννοια να βρίσκει τρόπους να επιβάλει κόστος στον αντίπαλό της για τη συμπεριφορά του. Κι αν σε πολλούς «κάθεται βαρύ» το να φροντίσει να απαγάγει κάποιους Τούρκους ως αντιστάθμισμα, δεν είναι το μοναδικό.

Δεν γίνεται όμως να εξελίσσεται αυτή η υπόθεση με τον τρόπο που όλοι γνωρίζουμε και η Ελλάδα να αρνείται έστω και να επιχειρήσει να επιβάλει κόστος στην τουρκική συμπεριφορά. Με στρατηγικούς όρους. Όχι με αυτούς του διεθνούς δικαίου που αντιλαμβάνονται πολύ καλύτερα και προτιμούν στο υπουργείο Εξωτερικών, χωρίς όμως να συνειδητοποιούν ότι στις περισσότερες των περιπτώσεων ερμηνεύεται ως ένδειξη αδυναμίας από την άλλη πλευρά.

Δεν μπορεί όλα να είναι σα να μην έχει γίνει τίποτα και να θέτουμε τις κλασικές μας προϋποθέσεις για να αρχίσουμε κουβέντα για Αιγαίο, Κυπριακό και ό,τι άλλο επιθυμούν οι όποιοι σχεδιασμοί και οι επιδιώξεις ενδιαφερομένων για το μέλλον της ευρύτερης περιοχής.

Μας απασχόλησε ποτέ για ποιον λόγο όλοι όσοι θεωρητικά θα μπορούσαν να διαθέτουν κάποια επιρροή στον «σουλτάνο» μας ακούν με… κατανόηση και στο τέλος δεν κάνουν τίποτα, πέραν ίσως να το θέσουν σε χαμηλούς τόνους; Πέραν των «συμμάχων και εταίρων», οι πιο κραυγαλέες περιπτώσεις είναι η Ρωσία και το Κατάρ.

Εξηγήσεις μπορούν να δοθούν πολλές, ή μάλλον η τεκμηρίωση της στάσης των δυο χωρών μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο ξεχωριστού σημειώματος με στοιχεία και εκτιμήσεις, όμως η ουσία είναι ότι η Τουρκία του Ερντογάν είναι «ενεργός γεωπολιτικός δρων» σε άλλα επίπεδα.

Η αλληλεπίδραση με τις χώρες που προαναφέρθηκαν (σ.σ. χωρίς καν αναφορά στο «προσωπικό-ιδιοτελές» κομμάτι της «ειδικής σχέσης» του Ερντογάν με το Εμιράτο) αφορά ζητήματα «υψηλής πολιτικής» όπου το πάρε-δώσε είναι αδυσώπητο και ο καθένας είναι λογικό να έχει ως απόλυτη προτεραιότητα τον εαυτό του.

Κατά συνέπεια, πρέπει να βρεις τον τρόπο να «δελεάσεις» με οτιδήποτε θα μπορούσε να κινητοποιήσει αυτές τις χώρες με κάτι συγκεκριμένο που θα αποτελούσε την έστω δυσανάλογα «γενναιόδωρη αμοιβή» του εάν φέρει σε πέρας την αποστολή, ποντάροντας ταυτόχρονα στο επικοινωνιακό όφελος που θα είχε η Τουρκία εάν αφήσει τους δύο στρατιωτικούς ελεύθερους.

Η διατύπωση των σκέψεων είναι σκοπίμως ασαφής, καθώς το DP είναι σε θέση να γνωρίζει ότι συζητήσεις με πολύ πιο ενδιαφέρον περιεχόμενο από τη σημερινή στάση της ελληνικής πλευράς έχουν γίνει. Ενδεχομένως να έχουν γίνει και διερευνήσεις. Αυτό όμως, ειλικρινά, δεν το γνωρίζουμε. Αυτό που ξέρουμε μετά βεβαιότητας, είναι το αδιέξοδο της επισήμως ακολουθούμενης μέχρι σήμερα τακτικής…