Αξιολόγηση των εξαγγελιών Μητσοτάκη για την άμυνα… σημεία προβληματισμού

Οι εξαγγελίες του πρωθυπουργού έλυσαν το ερώτημα που βασάνιζε επί μεγάλο χρονικό διάστημα μερίδα των Ελλήνων. Μετά από σχεδόν 15 χρόνια εξοπλιστικής απραξίας, έστω και μετά από μια περίοδο ακραίων προκλήσεων από την πλευρά της Τουρκίας, η Ελλάδα δείχνει να αφυπνίζεται.

Του Ζαχαρία Β. Μίχα*

Δυστυχώς, παρά τις δραματικές προειδοποιήσεις εδώ και μια δεκαετία για την αφροσύνη της ελληνικής πολιτικής τάξης απέναντι στην εθνική άμυνα, το ίδιο λάθος που συνέβαλε στο ξέσπασμα της κρίσης των Ιμίων επαναλήφθηκε. Ευτυχώς, μέχρι στιγμής, μεταξύ άλλων και χάρη στη δυναμική στάση των Ενόπλων Δυνάμεων, η Ελλάδα δεν χρειάστηκε να αναμετρηθεί στρατιωτικά με την Τουρκία. Αξίζει, λοιπόν ένας σχολιασμός των εξαγγελιών του πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη.

Πρώτον, είναι εξαιρετικής σημασίας η έναρξη της διαδικασίας για την επιλογή τεσσάρων φρεγατών. Με την αναφορά σε “πολλαπλών ρόλων” φρεγάτες, αφήνει την τελική διαμόρφωση στον χρήστη, όπως είναι και το σωστό. Ωστόσο, απέχουμε πολύ χρονικά από το σημείο που θα αρχίσουν να παραλαμβάνονται τα πλοία. Πληροφορίες αναφέρουν ότι η ενδιάμεση ενίσχυση αποτελεί προτεραιότητα για το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού.

Δεύτερον, η αναφορά σε αντιαρματικά όπλα, τορπίλες βαρέως τύπου και κατευθυνόμενα βλήματα για την Πολεμική Αεροπορία, είναι ίσως η ισχυρότερη ένδειξη ότι το Μαξίμου άκουσε προσεκτικά την στρατιωτική ηγεσία. Πλατφόρμες χωρίς όπλα είναι μόνο για παρελάσεις. Ο αντίπαλος πρέπει να ξέρει ότι μπορείς να τον πλήξεις αποτελεσματικά από αποστάσεις που επιτρέπει πλέον η τεχνολογία. Τα όπλα αυτά είναι πολλαπλασιαστές ισχύος.

Τρίτον, όσον αφορά την πρόσληψη 15.000 ανδρών και γυναικών στις Ένοπλες Δυνάμεις, είναι βέβαιο ότι –όπως έχει εξηγήσει η στρατιωτική ηγεσία– όσο τα χρόνια περνούν η μαχητική ικανότητα μειώνεται. Η επένδυση σε νέα στελέχη πρέπει να γίνει για θέσεις μάχιμες, στις οποίες δεν μπορεί να παραμείνει κάποιος πολύ μετά τα 40 χρόνια. Πρέπει να προβλέπεται με σαφήνεια πως θα εξελιχθεί η σχέση όσων προσληφθούν με τις Ένοπλες Δυνάμεις. Κυρίως όμως να αποφευχθούν σοβαρά λάθη που έγιναν στο παρελθόν.

Τέταρτον, η αναφορά στον τομέα της προστασίας της χώρας από τις κυβερνοεπιθέσεις, είναι ισχυρή ένδειξη ότι η σημασία του τομέα έχει γίνει πλέον αντιληπτή. Χωρίς υπερβολή, εάν δεν υπάρξει η κατάλληλη επένδυση και η οργανωμένη προσπάθεια πολλών τομέων του ελληνικού κράτους, σε περίπτωση επίθεσης η χώρα μπορεί να οδηγηθεί σε κατάρρευση χωρίς να έχει πέσει τουφεκιά.

Πέμπτον, στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας είναι το πραγματικά μεγάλο στοίχημα. Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στα Ναυπηγεία Ελευσίνας και Σκαραμαγκά, στην ΕΛΒΟ και την ΕΑΒ. Ωστόσο, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις υπάρχουν προβλήματα. Στα Ναυπηγεία Ελευσίνας η υπόθεση δείχνει όντως να έχει δρομολογηθεί, με πραγματικό επενδυτή να είναι μέσω του χρηματοδοτικού κολοσσού DFC που άλλαξε το καταστατικό του για να μπορεί να επενδύσει στην Ελλάδα. Προφανώς στόχος είναι οι ναυπηγήσεις του Πολεμικού Ναυτικού, με τις ανάγκες να είναι πολλές περισσότερες των τεσσάρων πλοίων που εξαγγέλθηκαν.

Ας μην ξεχνάμε ότι η χώρα, δια των Ναυπηγείων Ελευσίνας διατηρεί τη δυνατότητα ναυπήγησης μερικών ακόμα τορπιλοπυραυλακάτων τύπου Super Vita, οι οποίες έχουν αποδειχθεί εξαιρετικό οπλικό σύστημα ιδιαίτερα για το θαλάσσιο περιβάλλον του Αιγαίου. Είναι μια γνωστή, δοκιμασμένη και ταχεία συγκριτικά με άλλες ναυπηγήσεις λύση. Οι διάφοροι πειραματισμοί μπορούν να περιμένουν, καθώς σε αυτή τη συγκυρία κάθε ευρώ που επενδύεται πρέπει να έχει ξεκάθαρη απόδοση, αμυντική και βιομηχανική.

Όσον αφορά στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, εξαγγέλθηκε ότι σύντομα εισέρχεται στρατηγικός επενδυτής. Υποθέτουμε ότι η κυβέρνηση έχει λάβει υπόψη τις εκκρεμότητες και τις δυο αποφάσεις διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων που δεν είναι θετικές για την Ελλάδα. Δεδομένου ότι η συγκυρία ευνοεί, εκτιμάται ότι για την ανάσταση της μεγαλύτερης ναυπηγικής μονάδας της Μεσογείου, η κυβέρνηση δεν έχει επιδείξει τη διακομματική ανευθυνότητα των προηγουμένων που οδήγησε στο αδιέξοδο.

Αναφορά έγινε επίσης στην ολοκλήρωση της ιδιωτικοποίησης της ΕΛΒΟ. Απαιτείται η δημιουργία μιας εταιρίας, η οποία να μπορεί να ανταποκριθεί στις στρατιωτικές και πολιτικές ανάγκες για νέα οχήματα, αλλά και για την υποστήριξη υλικού των ελληνικών χερσαίων δυνάμεων.

Βασική προϋπόθεση είναι να μην επιβάλλει οποιοσδήποτε το προϊόν του στις Ένοπλες Δυνάμεις που θα υποχρεωθούν να προβούν σε επιχειρησιακούς συμβιβασμούς στις προδιαγραφές. Οι στρατηγικές συμμαχίες με χώρες όπως η Γαλλία και το Ισραήλ, μάλλον ευτελίζονται εάν καθίστανται όμηροι της επιλογής του ενός ή του άλλου συστήματος.

Τέλος για την ΕΑΒ και την αναδιοργάνωση που εξαγγέλθηκε, αυτή δεν θα κριθεί από κάποιες αλλαγές στη διοίκησή της, αν και η παρουσία ανθρώπων με ουσιαστική γνώση του χώρου της αμυντικής βιομηχανίας και της άμυνας αποτελεί προϋπόθεση επιτυχημένης θητείας. Ας μην ξεχνάμε ότι τα προβλήματά της έχουν οδηγήσει ήδη σε καθυστερήσεις το πρόγραμμα της αναβάθμισης των F-16.

Η ΕΑΒ είναι στρατηγικής σημασίας για την Ελλάδα και ιδιαίτερα για την Πολεμική Αεροπορία. Οφείλει να αλλάξει νοοτροπία λειτουργίας. Να μπορεί να προσλαμβάνει το εξειδικευμένο προσωπικό που χρειάζεται με ταχύτατες διαδικασίες και να μειώσει το κόστος εργατοώρας, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητά της διεθνώς. Με τον τρόπο αυτό θα μπορέσει να διεκδικήσει επιπλέον έργο και όχι μόνο από την Lockheed Martin που την κρατά στη ζωή, καθώς η συνεργασία των δυο εταιριών αφορά περισσότερο από το 80% του τζίρου.

Όντως η Πολεμική Αεροπορία με τα γαλλικά Rafale/Mirage 2000-5 και τα αμερικανικά F-16V εισέρχεται στην οδό δημιουργίας ενός αεροπορικού στόλου πανίσχυρου. Ωστόσο, λείπουν τρεις αποφάσεις:
• Η πρώτη είναι η αναβάθμιση των F-16 Block 50, καθώς η ποσότητα έχει τη δική της ποιότητα. Για την αναβάθμιση υπάρχει και οικονομικότερη λύση, με την αξιοποίηση απαρτίων που θα προκύψουν από την αναβάθμιση 84 F-16 στην κορυφαία διαμόρφωση “V“.

• Η δεύτερη αφορά στην επένδυση στον ανθρώπινο παράγοντα που δίνει ισχυρό πλεονέκτημα έναντι κάθε αντιπάλου. Η κυβέρνηση οφείλει αν αποφασίσει σύντομα το πως θα προχωρήσει με το κέντρο Εκπαίδευσης στην Καλαμάτα. Θα πρέπει να δοθεί έμφαση στην προσέλκυση ξένων Αεροποριών για να επωφεληθούν από τις κλιματολογικές συνθήκες της χώρας μας και την μοναδική εμπειρία των Ελλήνων χειριστών. Πρόκειται για μια επένδυση που μπορεί να φέρει θεαματικά αποτελέσματα και να αποσβέσει μέρος του κόστους.

• Η τρίτη επισήμανση αφορά στην απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στην ένταξη της Ελλάδας στο πρόγραμμα του μαχητικού αεροσκάφους 5ης γενιάς F-35 Lightning II. Ασφαλώς δεν μπορούν να γίνουν όλα μαζί. Όμως και μόνο η αναφορά θα έστελνε και πολιτικό και βιομηχανικό μήνυμα, αφού συνδέεται και με το μέλλον της ΕΑΒ.

Είναι δεδομένο ότι από πολιτικής απόψεως, θα πιστωθεί στον Κυριάκο Μητσοτάκη η δύσκολη απόφαση για εκ νέου επένδυση στην ελληνική αποτρεπτική ισχύ. Αντελήφθη στην πράξη ότι η στρατιωτική ισχύς είναι το ισχυρότερο ίσως πολιτικό εργαλείο και προέβη σε διορθωτικές κινήσεις αναφορικά με τις προτεραιότητες της χώρας στην πιο δύσκολη οικονομική συγκυρία.

Έχοντας το προηγούμενο της παράλληλης αγοράς γαλλικών Mirage 2000 και αμερικανικών F-16 από τον Ανδρέα Παπανδρέου τη δεκαετία του 1980, η απόφαση Μητσοτάκη δείχνει να κλείνει οριστικά τη συζήτηση για το αν η Ελλάδα οφείλει να διατηρεί δυο πηγές προμήθειας αεροσκαφών προς αποφυγή μονοσήμαντης εξάρτησης, παρά το επιπρόσθετο κόστος.

Παράλληλα όμως, οι αποφάσεις αυτές ήρθαν με σημαντική καθυστέρηση ακόμα και για την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Χρειάστηκε η Τουρκία του Ερντογάν να εκτραπεί σε βαθμό που διαχρονικά οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν πίστευαν ότι θα συμβεί, ώστε να γίνει αντιληπτό ότι μια πολεμική σύγκρουση είναι ένα απόλυτα ρεαλιστικό ενδεχόμενο.

Βέβαια, οι εξοπλισμοί αυτοί θα αποδειχθούν χρήσιμοι στην Ελλάδα σε επόμενη ελληνοτουρκική κρίση, πλην εξαιρέσεων και υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξει κάθετη κλιμάκωση και αντιπαράθεση του επόμενους μήνες. Οι αμυντικές δυνατότητες χτίζονται με συνέπεια σε βάθος χρόνου, ενώ οι διαθέσεις του αντιπάλου αλλάζουν εν μία νυκτί.

Τέλος πρέπει να επισημάνουμε ότι από τις πρωθυπουργικές εξαγγελίες έλειπε οποιαδήποτε αναφορά στη στρατηγική σχέση με τη Γαλλία και την έκταση που αυτή θα λάβει. Ήταν κάτι που αναμενόταν και απάντηση δεν δόθηκε. Ενδεχομένως, αυτό να σχετίζεται με την προοπτική διερευνητικών συνομιλιών με την Τουρκία τώρα που το Oruc Reis πήγε για συντήρηση στην Αττάλεια.

Το περιεχόμενο των εξαγγελιών του πρωθυπουργού έδειξαν ότι άκουσε τη στρατιωτική ηγεσία. Αν και δεν λείπει η (γεω)πολιτική διάσταση, ιδίως στην απόφαση για τα Rafale, είναι όντως στοχευμένες και στόχο έχουν να θεραπευθούν αδυναμίες που προέκυψαν με την πάροδο των ετών.

Η τεχνολογία εξελίσσεται, ενώ η διάρκεια ζωής των όπλων είναι πεπερασμένη. Γι’ αυτό ως σημαντικότερο δίδαγμα που πρέπει να αφομοιωθεί, είναι ότι η άμυνα χρειάζεται συνέχεια και συνέπεια.

*Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας (ΙΑΑΑ / ISDA)