“ΚΑΛΛΙΣΤΩ” M-63: Μετά τι; Μήπως το ατύχημα συνιστά ευκαιρία; Με την επόμενη γενιά…

Ο αναγκαστικός, σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής δεδομένα, παροπλισμός του ναρκοθηρευτικού τύπου Hunt «ΚΑΛΛΙΣΤΩ» M-63 μετά τη σύγκρουση με το πλοίο μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων «Maersk Launceston», αποτελεί για το Πολεμικό Ναυτικό άλλο ένα, απρόβλεπτο, πρόβλημα. Ο αναγκαστικός παροπλισμός του «ΚΑΛΛΙΣΤΩ» M-63 συνεπάγεται τη μείωση του ελληνικού στόλου πλοίων ναρκοπολέμου κατά 25%. Υπενθυμίζεται ότι πριν τη σύγκρουση το Πολεμικό Ναυτικό διέθετε σε υπηρεσία τέσσερα ναρκοθηρευτικά, δύο τύπου Osprey, τα «ΕΥΝΙΚΗ» M-61 και «ΚΑΛΥΨΩ» Μ-64 και δύο τύπου Hunt, τα «ΕΥΡΩΠΗ» Μ-62 και «ΚΑΛΛΙΣΤΩ» M-63.

Δυστυχώς σήμερα οι επιλογές για ενίσχυση του στόλου των πλοίων ναρκοπολέμου είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Σύμφωνα με ανοικτές πηγές, από τα 13 τύπου Hunt που ναυπηγήθηκαν για το Βασιλικό Ναυτικό της Βρετανίας (Royal Navy), ηλικίας 37 έως 40 ετών, δύο έχουν αποκτηθεί από το Ναυτικό της Λιθουανίας, δύο από το Πολεμικό Ναυτικό, έξι διατηρούνται σε υπηρεσία με το Βασιλικό Ναυτικό, ένα έχει αποσυρθεί και μετατραπεί σε εκπαιδευτικό πλοίο και δύο έχουν αποσυρθεί τον Δεκέμβριο του 2017.

Εξ αυτών το πρώτο, το πρώην HMS Atherstone M-38, αφού απογυμνώθηκε από εξοπλισμό (συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων ναρκοθηρίας και ναρκαλιείας, σόναρ, αξονικών, ηλεκτροπαραγωγών ζευγών, αντλιών, ηλεκτρονικών, κ.λπ.) προσφέρεται προς πώληση για περαιτέρω χρήση ή ανακύκλωση από την Αρχή Πωλήσεων Αμυντικού Υλικού (Defence Equipment Sales Authority) του Υπουργείου Άμυνας της Βρετανίας.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη σχετική προκήρυξη «το σκάφος είναι ικανό για να ρυμουλκηθεί αλλά δεν είναι πλέον σε κατάσταση κίνησης (με ίδια μέσα) καθώς μετά τον παροπλισμό έχει συστηματικά απογυμνωθεί, συμπεριλαμβανομένης και της αφαίρεσης των κύριων μηχανών, προκειμένου να υποστηριχθεί ο στόλος (τα εν ενεργεία ναρκοθηρευτικά τύπου Hunt)».

Το δεύτερο, το πρώην HMS Quorn M-41, στις 30 Απριλίου 2020 έγινε γνωστό ότι πωλήθηκε στο Ναυτικό της Λιθουανίας έναντι 1,11 εκατ. ευρώ, επιτρέποντας στο Βασιλικό Ναυτικό να εξοικονομήσει περί τις 800.000 ευρώ που θα κόστιζε ο παροπλισμός του. Με βάση ανοικτές πηγές, το πλοίο πρόκειται να ενταχθεί σε υπηρεσία περί το 2023.

Σε ό,τι αφορά τα ναρκοθηρευτικά τύπου Osprey, σύμφωνα με ανοικτές πηγές, από τα 12 που ναυπηγήθηκαν για το Ναυτικό των ΗΠΑ, δύο έχουν αποκτηθεί από το Πολεμικό Ναυτικό, δύο από το Ναυτικό της Αιγύπτου, δύο από το Ναυτικό της Ταϊβάν και τα υπόλοιπα έχουν πωληθεί για scrap το 2014.

Κατά συνέπεια η έλλειψη διαθεσιμότητας ομοιότυπων πλοίων αλλά και γενικότερα η έλλειψη στη δευτερογενή αγορά πλοίων ναρκοπολέμου, θεωρούμε ότι αποτελεί συνθήκη που οδηγεί το Πολεμικό Ναυτικό να υπερβεί τα εσκαμμένα και να ενσωματώσει τεχνολογίες αιχμής.

Αντί λοιπόν το Πολεμικό Ναυτικό να αποδυθεί σε έναν αγώνα εξεύρεσης ναρκοθηρευτικών από τη δευτερογενή αγορά τα οποία είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα πλησιάζουν τη λήξη του επιχειρησιακού βίου, είναι προτιμότερο να αντιμετωπίσει το πρόβλημα ως ευκαιρία και να στραφεί προς τα μη επανδρωμένα συστήματα ναρκοθηρίας, όπως το κατασκευής της ισραηλινής Elbit Systems Seagull, που έχει παρουσιαστεί σε πρόσφατη ανάρτηση.

Όπως είχε αναφερθεί, το Seagull σε διαμόρφωση ναρκοθηρίας, δηλαδή ο συνδυασμός δύο μη επανδρωμένων οχημάτων επιφανείας που ελέγχονται από τον ίδιο σύστημα ελέγχου αποστολής (MCS: Mission Control System) που μπορεί να βρίσκεται επί επανδρωμένου σκάφους ή σταθμού στην ακτή, έχει επιχειρησιακή αυτονομία μεγαλύτερη των τεσσάρων ημερών και δυνατότητα επιχειρησιακής δράσης σε [κατά Douglas] Κατάσταση Θάλασσας 5 (Sea State 5, κύματα ύψους 2.5 έως 4 μέτρα) με ταχύτητες έως και 10 κόμβους.

Μάλιστα, κατά τις Δοκιμές Ναρκοπολέμου Βόρειας Θάλασσας (North Sea MCM Trials) που διοργάνωσε το Ναυτικό του Βελγίου τον Ιούνιο του 2017, στα ανοικτά του ναυστάθμου Zeebrugge, το Seagull εκτέλεσε αυτόνομες αποστολές εντοπισμού, αναγνώρισης και εξουδετέρωσης ναρκών σε Κατάσταση Θάλασσας 5 (κύματα ύψους 2.5 έως 4 μέτρα) και 6 (κύματα ύψους 4 έως 6 μέτρα).

Σύμφωνα με πληροφορίες, με κόστος περί τα 13 – 17 εκατομμύρια ευρώ ανά σύστημα, που περιλαμβάνει δύο μη επανδρωμένα οχήματα επιφανείας Seagull σε διαμόρφωση ναρκοθηρίας και το σύστημα ελέγχου αποστολής (MCS: Mission Control System), μπορεί να παραδοθεί και να καταστεί επιχειρησιακό σε διάστημα 12-18 μηνών.

Περίπου 50 χρόνια μετά όταν το Πολεμικό Ναυτικό επιλέγοντας την προμήθεια πυραυλακάτων και υποβρυχίων, έθεσε τις βάσεις του δόγματος επιχειρήσεων σε αρχιπελάγη και κλειστές θάλασσες, οι συγκυρίες δίνου την ευκαιρία, για άλλη μία φορά, να βρεθεί στη διεθνή πρωτοπορία.