Μαχητικά Rafale: Κίνηση ματ απ’ την Ελλάδα, άλλη μία χαμένη ευκαιρία για την Κύπρο

Η επίσημη ανακοίνωση της απόφασης απόκτησης 18 μαχητικών αεροπλάνων Rafale από τον Έλληνα πρωθυπουργό στη ΔΕΘ στις 12 Σεπτεμβρίου, σηματοδοτεί την έναρξη μίας νέας περιόδου για την Πολεμική Αεροπορία και την ελληνική άμυνα συνολικά. Παρακάτω θα τη δούμε σε όλες της τις διαστάσεις, αναφερόμενοι παράλληλα και στο πώς τη συγκεκριμένη εξέλιξη δεν εκμεταλλεύθηκε – για άλλη μία φορά – η σκληρά δοκιμαζόμενη από την τουρκική επιθετικότητα, Κυπριακή Δημοκρατία…

Του Στέργιου Δ. Θεοφανίδη

Ξεκινάμε με το μαχητικό αυτό καθεαυτό… Για την ορθότητα της επιλογής από επιχειρησιακής πλευράς, δεν χρειάζεται να γράψουμε πολλά πράγματα. Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Μεταφορική ικανότητα 9,5 τόνων φορτίου (όπλα, καύσιμο), ακτίνα μάχης μεγαλύτερη των 1.700 χιλιομέτρων, επαρκής για να καλύψει επιχειρησιακά τα Βαλκάνια, την Κύπρο και το τρίγωνο Κρήτη – Λιβύη – Κύπρος.

Από πλευράς εξοπλισμού αποστολής κορυφαίο ραντάρ τεχνολoγίας AESA (RBE 2AA), μαζί με επίσης προηγμένο και εξαιρετικά αποτελεσματικό σύστημα αυτοπροστασίας και ηλεκτρονικού πολέμου (SPECTRA) και πλήρες πακέτο αισθητήρων.

Στρατηγικών δυνατοτήτων πλατφόρμας λοιπόν που ανεβάζει το επίπεδο της ελληνικής αποτροπής. Σε όλα αυτά είχαμε αναφερθεί σε δύο προγενέστερα αφιερώματα στο γαλλικό μαχητικό, οπότε είναι περιττό να επαναληφθούμε. Το πρώτο πράγμα που έχει σημασία να σημειώσουμε είναι ότι η προμήθεια των 18 Rafale δημιουργεί αυτόματα την υποχρέωση της συγκρότησης μίας δεύτερης Μοίρας στο μέλλον.

Το έχουμε τονίσει και επισημάνει κατ’ επανάληψη. Η επένδυση σε οποιονδήποτε τύπο μαχητικού αεροπλάνου, χάνει την επιχειρησιακή της αξία και αυξάνει κατακόρυφα το κόστος εκμετάλλευσης όταν περιορίζεται στη συγκρότηση μίας Μοίρας μόνο. Για τον πολύ απλό λόγο ότι “στήνεται” μία τεράστια υποδομή υποστήριξης και συντήρησης η οποία απευθύνεται (στη συγκεκριμένη περίπτωση) σε 18 μόλις μονάδες.

Συνεργεία κινητήρων, συνεργεία υποστήριξης και συντήρησης συστημάτων (ουκ ολίγα…), εξοπλισμός επανεξυπηρέτησης στο έδαφος και φόρτωσης όπλων, στοκ ανταλλακτικών και αναλωσίμων, εκπαιδεύσεις τεχνικών όλων των ειδικοτήτων, εκπαιδεύσεις ιπταμένων και πολλά άλλα μικρότερα, είναι αυτά που πρέπει να αγοραστούν, να υλοποιηθούν/ενσωματωθούν στο σύστημα υποστήριξης και εκπαιδεύσεων και να λειτουργήσουν, προκειμένου να είναι διαθέσιμα αυτά τα 18 αεροπλάνα στις επιχειρήσεις.

Το κόστος όλης αυτής της υποδομής πέφτει στο μισό, όταν τα αεροπλάνα γίνουν 40. Εάν λοιπόν μείνουμε στη μία και μοναδική Μοίρα, το πραγματικό όφελος της εν λόγω προμήθειας θα εξανεμιστεί πολύ γρήγορα.

Το δεύτερο πράγμα στο οποίο θέλουμε και πρέπει να σταθούμε, καθώς θεωρούμε ότι είναι ίσως το πιο σημαντικό από αυτά που ανακοίνωσε ο Πρωθυπουργός Κ. Μητσοτάκης, περικλείεται στη φράση “από εδώ και στο εξής ό,τι αγοράζεται θα υποστηρίζεται ανελλιπώς και αδιαλείπτως για όσα χρόνια χρησιμοποιείται”.

Ελπίζουμε και ευχόμαστε αυτή η ουσιαστική και κρίσιμη για το αξιόμαχο των Ενόπλων Δυνάμεων δήλωση, να θεσμοθετηθεί και να επιβληθεί δια νόμου. Γιατί αντιμετωπίζει ένα τεράστιο πρόβλημα που ουδέποτε έχει επιλυθεί στην εξελικτική τους πορεία, αν το καλοεξετάσουμε. Ο νόμος Βενιζέλου και οι τραγικές του συνέπειες, είναι κάτι που πολύ απλά ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ να επαναληφθεί στο μέλλον.

Τέλος, η ορθότητα της επιλογής του Rafale ακόμη και υπό διαδικασίες εξπρές, δεν κρίνεται μόνο από τις κορυφαίες δυνατότητες του μαχητικού. Δυνατότητες που το κατατάσσουν στην κατηγορία του πολλαπλασιαστή ισχύος για κάθε αεροπορική δύναμη.

Κρίνεται θετικά και από το γεγονός ότι η παράδοση των μεταχειρισμένων θα γίνει σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα προς άμεση ένταξη σε υπηρεσία, με όπλα που είναι ήδη διαθέσιμα στο οπλοστάσιο της Πολεμικής Αεροπορίας. Μένει να δούμε αν τα καινούρια Rafale θα είναι διαμόρφωσης F3 R ή F4. Πιθανότερη είναι η πρώτη διαμόρφωση.

Ωστόσο, η διαφορά είναι σημαντική, δεδομένου ότι αν πάμε στη νεότερη, υπό ανάπτυξη σήμερα, έκδοση, εξασφαλίζουμε δυνατότητα διασυνδεσιμότητας και διαλιεοτυργικότητας με μη επανδρωμένα μαχητικά nEUron στο εγγύς μέλλον, κάνοντας το επόμενο βήμα.

Είναι ένα θέμα στο οποίο θα αναφερθούμε μελλοντικά με περισσότερες λεπτομέρειες και του οποίου την ευρύτερη φιλοσοφία μπορείτε να διαβάσετε σε παλαιότερο αφιέρωμα για το αυστραλιανό πρόγραμμα Loyal Wingman.

Η -δεύτερη- χαμένη ευκαιρία για την Κυπριακή Δημοκρατία
Άλλη μία διάσταση της αγοράς των Rafale από την Ελλάδα, είναι αυτή της μη εμπλοκής της Κυπριακής Δημοκρατίας στο νέο ελληνικό εξοπλιστικό πρόγραμμα. Πριν από λίγο καιρό είχαμε αναφερθεί στη χαμένη ευκαιρία των ελληνικών Mirage F 1CG, για τη δημιουργία μίας Κυπριακής Μοίρας. Με ελλαδικό προσωπικό και κυπριακή χρηματοδότηση, ή με μικτό προσωπικό και μικτή χρηματοδότηση, ή… πολλά “ή”.

Εναλλακτικές υπήρξαν στο παρελθόν και παρουσιάστηκαν και πάλι. Με δεδομένο το εμπάργκο όπλων των ΗΠΑ προς την Κυπριακή Δημοκρατία που επί της ουσίας παραμένει σε ισχύ, ούτε και τώρα οι αδελφοί Κύπριοι θέλησαν να εκμεταλλευτούν πραγματικά την ευκαιρία της συμφωνίας αμυντικής συνεργασίας που υπέγραψαν με τη Γαλλία και θα υπογράψει και η Ελλάδα. Για τη δημιουργία της δικής τους Αεροπορίας, ή μίας αεροπορικής δύναμης που θα χρηματοδοτούσαν σε συνεργασία με την Ελλάδα.

Όπως ανακοινώθηκε εχθές (12/09/2020) στη ΔΕΘ από τον Έλληνα πρωθυπουργό, τα παλιά Mirage 2000EG θα επιστραφούν στους Γάλλους στο πλαίσιο της συμφωνίας για την προμήθεια των Rafale. Στο κόστος της αναβάθμισης αυτών των μαχητικών, είχαμε αναφερθεί λεπτομερώς μέσω εκτεταμένου αφιερώματος που είχαμε δημοσιεύσει.

Θεωρούμε βέβαιο το ότι η Κυπριακή Δημοκρατία θα μπορούσε να το αντέξει και να βασιστεί στην Πολεμική Αεροπορία για να κάνει το μεγάλο βήμα και όχι να περιμένει από τους Γάλλους (όπως και η Ελλάδα, κακά τα ψέμματα…) να στείλουν δύο ή τέσσερα Rafale για μεταστάθμευση στην αεροπορική βάση “Ανδρέας Παπανδρέου” στην Πάφο, για να προστατέψει έτσι τα κυριαρχικά της δικαιώματα έναντι της Τουρκίας. Αυτά, για να μην κοροϊδευόμαστε…