LCS / MMSC: Ας αφήσουμε να μιλήσουν και οι αριθμοί για το πρόγραμμα νέας φρεγάτας του ΠΝ

Η γνωστοποίηση της πρόθεσης αποστολής LOR -μιας ακόμη- στις ΗΠΑ για την παροχή πληροφοριών και στοιχείων κόστους και διαθεσιμότητας για την προμήθεια τεσσάρων φρεγατών LCS/MMSC (η ελληνική διαμόρφωση λέγεται ότι θα ξεπεράσει τους 4.000 τόνους εκτόπισμα), τον εκσυγχρονισμό των τεσσάρων φρεγατών MEKO 200HN του Πολεμικού Ναυτικού και την απόκτηση δύο σκαφών ενδιάμεσης λύσης, με συνολικό κόστος 5,5 περίπου δισεκατομμυρίων δολαρίων, προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις και εξαιρετικά αρνητικές εντυπώσεις ελληνική κοινή γνώμη. Από επιχειρησιακής πλευράς το γιατί η ενδεχόμενη επιλογή των MMSC είναι λανθασμένη, έχει στοιχειοθετηθεί επανειλημμένα. Στο αφιέρωμα που ακολουθεί θα χρησιμοποιήσουμε αριθμούς για να δούμε και το γιατί δεν μπορεί να αιτιολογηθεί και από πλευράς κόστους…

Του Στέργιου Δ. Θεοφανίδη

Ο πρώτος λόγος των αρνητικών εντυπώσεων, δεν είναι άλλος από το γεγονός ότι τα πλοία κλάσης Freedom αποτέλεσαν (κακώς βέβαια γιατί είναι διαφορετικής κατηγορίας, φιλοσοφίας σχεδίασης και εξοπλισμού αποστολής και όπλων, πλοία…), αντικείμενο σύγκρισης με τη γαλλική Βelharra HN. Την φρεγάτα Belharra (FDI) δηλαδή, προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις του Πολεμικού Ναυτικού.

Ο δεύτερος είναι ότι τέσσερις μόλις μήνες πριν, στις αρχές Ιουλίου του 2020, ο Έλληνας πρωθυπουργός αποφάσιζε με αιτιολογικό το υψηλό κόστος της προμήθειας τους και την αντ’ αυτής καταβολή αναδρομικών στους συνταξιούχους (…) των οποίων βέβαια οι αποδοχές είχαν παρανόμως – παρατύπως περικοπεί στο παρελθόν, τη ματαίωση της αγοράς δύο φρεγατών Belharra HN. Επαναλαμβάνουμε, ότι το πλοίο αυτό όπως το ζητούσε το Πολεμικό Ναυτικό, από πλευράς δυνατοτήτων συστημάτων αποστολής και όπλων, δεν είχε καμία σχέση με τις MMSC.

Οποιαδήποτε σύγκριση από πλευράς δυνατοτήτων κατά συνέπεια, μεταξύ των δύο πλοίων, αδικεί το LCS/MMSC και οποιαδήποτε σύγκριση από πλευράς κόστους, αδικεί τη Belharra HN. Δεν συγκρίνουμε ανόμοια πράγματα. Τελείως διαφορετικά πλοία το ένα από το άλλο. Χωρίς καμία πρόθεση αθώωσης της γαλλικής πλευράς με τη γνωστή… παραδοσιακή απουσία εμπορικής ευελιξίας άλλων.

Όμως, στην πρόταση των Γάλλων δεν λήφθηκε υπόψη ότι το κόστος των 6,4 δισεκατομμυρίων ευρώ που θα απαιτούσε η ναυπήγηση τεσσάρων σκαφών, θα μειωνόταν κατά 20% τουλάχιστον (θα διαμορφωνόταν στα 5,2 δισεκατομμύρια ευρώ περίπου δηλαδή!), εφόσον η Ελλάδα αποφάσιζε την προμήθεια τεσσάρων τουλάχιστον και όχι δύο μόνο σκαφών.

Όταν δεσμεύεσαι στην απόκτηση περισσοτέρων πλοίων, τα οποία σε τελική ανάλυση τα χρειάζεσαι, επιμερίζεται το κόστος ανάπτυξης της διαμόρφωσης, με αποτέλεσμα τη δραστική μείωση του κόστους ανά μονάδα του συστήματος. Άρα, οι προμήθειες που περιλαμβάνουν μικρό αριθμό συστημάτων, σε βάθος χρόνου στρέφονται εναντίον του οικονομικού στόχου που υποτίθεται υπηρετεί η περικοπή. Και αγοράζεις πανάκριβα και δεν επιλύεις το επιχειρησιακό πρόβλημα. Τόσο απλά.

Το κόστος ανάπτυξης της διαμόρφωσης που ζητούσε το Πολεμικό Ναυτικό, καθιστά την Belharra HN όντως σημαντικά ακριβότερη του MMSC. Όχι όμως αν “έσπαγε” σε περισσότερα κομμάτια… Μέσω της παραγγελίας τεσσάρων ή έξι πλοίων επομένως, η Belharra HN θα ήταν από πλευράς κόστους κοντά στο MMSC, ακόμη και με δεδομένο το ότι ενσωματώνει όπλα και δυνατότητες που θα καθιστούσαν το Πολεμικό Ναυτικό κυρίαρχο σε Αιγαίο και ανατολική Μεσόγειο κατά τις επόμενες δεκαετίες. Δηλαδή ασύγκριτα καταλληλότερη επιχειρησιακά.

Επειδή θα πρέπει να δώσουμε μία εικόνα του κόστους στο οποίο προϋπολογίζεται η προμήθεια των τεσσάρων MMSC (όπως την ξέρουμε, όχι τη… θρυλούμενη ελληνική διαμόρφωση), θα το συγκρίνουμε με αυτό της ναυπήγησης / προμήθειας σκαφών αντίστοιχου εκτοπίσματος.

Για να διαπιστώσουμε αν τελικά η δυνητική επιλογή των αμερικανικών σκαφών είναι όντως συμφέρουσα για την Ελλάδα και το ΠΝ, ή όχι… Δεν θα εξετάσουμε δηλαδή το ζήτημα επιχειρησιακά, γιατί όπως και να το δει κανείς από αυτή την οπτική γωνία, δεν μπορεί εύκολα “να σταθεί”. Θα το δούμε μόνο από πλευράς κόστους.

Ας δούμε λοιπόν τι έχουν ναυπηγήσει ή ναυπηγούν άλλες χώρες και σε ποιο κόστος. Κατ’ αναλογία με το εκτόπισμα:
-Η Ρουμανία υπέγραψε στις αρχές Ιουλίου του 2019 συμβόλαιο ύψους 1,2 δισεκατομμυρίων ευρώ (1,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων) για την εγχώρια ναυπήγηση τεσσάρων κορβετών Gowind 2500 στα ναυπηγεία Santierul Naval Costanta, καθώς και τον εκσυγχρονισμό δύο φρεγατών Type 22 που είχαν αποκτηθεί από το Βρετανικό Ναυτικό (Royal Navy).

-Η Αίγυπτος μέσω παραγγελίας τεσσάρων Gowind 2500 (εκτόπισμα 2500 τόνων) οι τρεις από τις οποίες ναυπηγήθηκαν στην Αλεξάνδρεια, με προαίρεση για άλλες δύο, είχε υπογράψει σύμβαση ύψους ενός δισεκατομμυρίου ευρώ το 2014. Άλλα 400 εκατομμύρια ευρώ κόστισε στους Αιγυπτίους η προμήθεια πυραύλων επιφανείας – αέρος MICA VL και επιφανείας – επιφανείας MM40 Εxocet, ενώ καταβλήθηκαν και άλλα 100 εκατομμύρια ευρώ τουλάχιστον στη Naval Group για την προμήθεια τορπιλών

-Επειδή οι GoWind 2500 είναι μικρότερου εκτοπίσματος από τα MMSC, θα δούμε και την προμήθεια της Μαλαισίας. Η οποία αφορά την εγχώρια ναυπήγηση έξι Gowind μεγαλύτερου (ονομάστηκε SGP V– Second Generation Patrol Vessel) ακόμη εκτοπίσματος (και μήκους 111 μέτρων) που ανέρχεται σε 3100 τόνους (GoWind 3100), από την Boustead, μέσω συμβολαίου ύψους 2,8 δισεκατομμυρίων δολαρίων που υπογράφηκε το 2014. Χωρίς να περιλαμβάνονται όπλα.

Επιγραμματικά να αναφέρουμε, για να δώσουμε μία όσο το δυνατό πληρέστερη εικόνα δυνατοτήτων, ότι οι Gowind ναυπηγούνται σε δύο βασικές εκδόσεις μήκους 85 και 102 μέτρων. Πρόκειται για τις Gowind 1000 (με εκτόπισμα που ξεκινά από τους 1000 τόνους) και Gowind 2500 (με εκτόπισμα που ξεκινά από τους 2500 τόνους) διατηρώντας κοινά το σύστημα διαχείρισης μάχης SETIS της DCNS και το ραντάρ SMART-S Mk.2 3D της Τhales.

Στις εκτοπίσματος 2700 τόνων Gowind 2500 των ΗΑΕ που παραγγέλθηκαν τον Ιούλιο του 2019 έναντι 750 εκατομμυρίων ευρώ, το σύστημα διαχείρισης μάχης είναι το TACTICOS. Κοινά επίσης είναι και τα συστήματα ηλεκτρονικών αντιμέτρων Vigile 200 και ALTESSE.

Το πρώτο είναι σύστημα ενεργών και παθητικών αντιμέτρων ραντάρ και το δεύτερο είναι σύστημα αντιμέτρων επικοινωνιών, με πλήρεις δυνατότητες ELINT – SIGINT. Κοινό είναι επίσης και το σύστημα εκτόξευσης αναλωσίμων Sylena Mk.2.

-Μεταξύ των GoWind 1000 και 2500, οι διαφορές εντοπίζονται στον οπλισμό… Στα μεγαλύτερα σκάφη υπάρχουν το πυροβόλο OTO Melara των 76 χιλιοστών και τα δύο τηλεχειριζόμενα πυροβόλα Nexter Narwhal των 20 χιλιοστών, όπως και στα GoWind 1000, αλλά η χωρητικότητα των εκτοξευτών Sylver A50 φτάνει τους 16 MICA VL (αντί οκτώ), ο φόρτος των αντιπλοϊκών πυραύλων είναι οκτώ ΜΜ40 Εxocet (αντί τεσσάρων στις 1000), ενώ υπάρχουν και δύο τριπλοί τορπιλοσωλήνες, που δεν υφίστανται στις GoWind 1000.

Για την κάλυψη εναντίον υποβρυχίων αξιοποιείται σόναρ ρυμουλκούμενο μεταβλητού βάθους (VDS) CAPTAS 2 και κύτους (Thales Kingklip). Τα ΗΑΕ εγκατέστησαν εκτοξευτές Mk41 με φόρτο 32 πυραύλους ESSM Block II αντί των MICA VL, ενώ τα όπλα είναι διαφορετικά στα σκάφη μεγαλύτερου εκτοπίσματος της Μαλαισίας περιλαμβάνοντας πυροβόλο Bofors των 57 χιλιοστών, δύο τηλεχειριζόμενα πυροβόλα MSI DS30M των 30 χιλιοστών και οκτώ αντιπλοϊκούς Naval Strike Missile. Οι MICA VL παραμένουν…

-Αν πάμε σε εκτόπισμα λίγο μεγαλύτερο από αυτό του βασικού LCS/MMSC δηλαδή τους 3400 τόνους, θα δούμε ότι οι Αιγύπτιοι πάλι, υπέγραψαν συμβόλαιο ύψους 2,3 δισεκατομμυρίων ευρώ για την απόκτηση έξι φρεγατών MEKO A200 (εκτόπισμα 3800 τόνων) στις αρχές Απριλίου του 2019!

-Η Αλγερία κατέβαλε 1,15 δισεκατομμύρια δολάρια για δύο ΜΕΚΟ Α200, μέσω συμβολαίου που υπογράφηκε το 2012. Η τιμή που αναφέρεται είναι 571,5 εκατομμύρια δολάρια ανά σκάφος.

Οι Α200 είναι φρεγάτες επειδή είναι μεγαλύτερα (μήκος 121 μέτρων) και βαρύτερα πλοία, με πραγματικά εντυπωσιακό φόρτο συστημάτων και όπλων. Άποψη του γράφοντος είναι ότι θα κάλυπταν επαρκέστατα τις ανάγκες του ΠΝ και θα άξιζε πραγματικά να εξεταστούν ως εναλλακτική, αντί των ΜΜSC για τους παρακάτω λόγους:

Στα όπλα περιλαμβάνονται πυροβόλο Oto Melara των 127 χιλιοστών, δύο τηλεχειριζόμενα πυροβόλα MSI των 30 χιλιοστών, φόρτος 16 (!) αντιπλοϊκών πυραύλων Saab RBS-15 Mk3 (ή MM40 Exocet, ή Harpoon, ή NSM) και 32 αντιαεροπορικών πυραύλων (ESSM Block II, MICA VL), μαζί με δύο τριπλούς τορπιλοσωλήνες (MU-90).

Στον εξοπλισμό αποστολής περιλαμβάνονται το σύστημα διαχείρισης μάχης 9LV της SAAB σε συνδυασμό με το κορυφαίο σύστημα ελέγχου πυρός CEROS 200 της ίδιας εταιρείας. Λέμε “κορυφαίο” γιατί έχει ήδη σημειώσει σημαντική εμπορική επιτυχία (200 περίπου συστήματα σε υπηρεσία ανά τον κόσμο).

Πρόκειται για ραντάρ ελέγχου πυρός (καθοδήγηση όπλων) που λειτουργεί στη μπάντα Ku και είναι συνδυασμένο με ηλεκτροοπτικούς αισθητήρες (κάμερα ημέρας και υπερύθρων υψηλής ανάλυσης). Έχει ταχύτατο χρόνο απόκρισης και ακτίνα αποκάλυψης/εγκλωβισμού στόχων άνω των 100 χιλιομέτρων, με δυνατότητα εμπλοκής μέχρι τεσσάρων στόχων ταυτόχρονα.

Το ραντάρ είναι το Sea Giraffe AMB 3-D, επίσης της SAAB και το σόναρ κύτους το ASO της ATLAS. Άλλο σημαντικό στοιχείο της Α200 είναι το σύστημα πρόωσής της (CODAG-WARP/COmbined Diesel And Gas turbine-WAter jet and Refined Propellers) που περιλαμβάνει σύστημα υδροπροώθησης (water jet) και συμβατικό με δύο προπέλες.

Οι διαμορφώσεις από πλευράς εξοπλισμού, συστημάτων αποστολής και όπλων διαφέρουν από πρόγραμμα σε πρόγραμμα, σε όλες τις προαναφερόμενες περιπτώσεις. Σε καμία όμως το κόστος δεν ξεπερνά τα τρία δισ. δολάρια…Όχι ευρώ, δολάρια που είναι φθηνότερα του ευρώ.

Ακόμη και υπό την προϋπόθεση της διαμόρφωσης των τεσσάρων MMSC με βάση τις απαιτήσεις του Πολεμικού Ναυτικού, τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα θα πληρώσει “χρυσάφι” την “αμερικανική επένδυση” στα ναυπηγεία της χώρας μας. Και οικονομικά και (το χειρότερο) επιχειρησιακά.

Άλλοι ισχυρίζονται και γεωπολιτικά. Διότι είναι αστείο ακόμα και να συζητάμε να δοθεί προτεραιότητα στην αντιμετώπιση της απειλής (Κίνα) που είναι το βασικό κίνητρο επένδυσης στην ελληνική ναυπηγική βιομηχανία, αλλά και αυτή της Ρωσίας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, ξεχνώντας, οι δυο αυτές χώρες δεν επιβουλεύονται την ακεραιότητα της Ελλάδας, σε αντίθεση με την “σύμμαχο” Τουρκία

Χωρίς δηλαδή να διασφαλιστεί ότι θα έχουμε “δικά μας νύχια να ξυστούμε” απέναντι στον τουρκικό αναθεωρητισμό και δεν θα στηριχτούμε πρωτίστως σε υποσχέσεις και διαβεβαιώσεις που δεν υπάρχουν καν αποτυπωμένες σε κάποια συμφωνία αμυντικής συνεργασίας. Τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία οι ΗΠΑ έχουν εξασφαλίσει τεράστιας σημασίας διευκολύνσεις, χωρίς κάποια χειροπιαστή “επιστροφή”. Στα μάτια του απλού κόσμου τουλάχιστον.

Επιστρέφοντας στο θέμα του κόστους του ναυπηγικού προγράμματος, κι επειδή εν κατακλείδι όλα είναι σχετικά, στη ζυγαριά ασφαλώς θα πρέπει να μπαίνουν αντίστοιχων δυνατοτήτων συστήματα, προκειμένου να μπορεί να γίνει σύγκριση κόστους. Από την άλλη πλευρά και το ίδιο το κόστος είναι συνάρτηση του τι θέλεις να κάνεις. Ποιες δυνατότητες θέλεις να αποκτήσεις. Το Πολεμικό Ναυτικό ήταν ξεκάθαρο ως προς το κομμάτι αυτό:

– Ήθελε πραγματική αεράμυνα περιοχής μέσω του ραντάρ SeaFire (δυνατότητα αποκάλυψης και εγκλωβισμού στόχων μεγέθους μαχητικού σε απόσταση 200 χιλιομέτρων!) και των ακτίνας μεγαλύτερης των 120 χιλιομέτρων ASTER 30. Σε συνδυασμό με τους μέσης ακτίνας ASTER 15.

– Ήθελε δυνατότητα στρατηγικού πλήγματος μέσω του Scalp Naval (MdcN). Αν αυτό δεν είναι αποτροπή για την Τουρκία, τότε τι ακριβώς είναι;

– Ήθελε δυνατότητα προστασίας των μονάδων του σε μικρές αποστάσεις (CIWS), μέσω του συστήματος RAM.

– Ήθελε πραγματικές ανθυποβρυχιακές δυνατότητες (ASW) μέσω προηγμένου σόναρ γάστρας (Thales UMS4132 Kingklip) και ρυμουκλούμενου (CAPTAS-4) και τεσσάρων τορπιλοσωλήνων (τορπίλες MU90).

– Ήθελε δυνατότητα προσβολής στόχων επιφανείας με μεγάλη ακρίβεια σε μεγάλες αποστάσεις μέσω του ΜΜ40 Block IIIC Exocet.

Έχει αλλάξει η προτεραιότητα; Διότι αν καταλήξει στα MMSC, θα έχει μόνο δύο από αυτές… Προς τι ο “συμβιβασμός”; Πολιτική απόφαση που επεβλήθη στο αρμόδιο Επιτελείο χωρίς να ακουστεί ούτε ψίθυρος διαμαρτυρίας; Την εγγύς αντιαεροπορική / αντιπυραυλική άμυνα (CIWS RAM) και την αντιπλοϊκή (Harpoon). Έχοντας πληρώσει το ασύλληπτα υψηλό για τις δυνατότητες αυτές, ποσό των 4,5 τουλάχιστον, δισ. δολαρίων! Ή μήπως ευρώ;

Το μεγάλο ερώτημα που προκύπτει δε μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία σχολιασμού και κριτικής των γεγονότων των τελευταίων μηνών, αλλά και της πραγματικότητας ότι το τουρκικό ερευνητικό Oruc Reis εξακολουθεί να πλέει και να παρανομεί εντός ελληνικής υφαλοκρηπίδας επί τρεις συνεχείς μήνες. Αυτό είναι αν τελικά η Ελλάδα είναι διατεθειμένη να αντισταθεί στην ολομέτωπη πλέον επίθεση που δέχεται από την “φίλη και σύμμαχο” στο ΝΑΤΟ, Τουρκία. Κι αν αυτό θα γίνει ορθολογικά, χωρίς ανόητους από επιχειρησιακής τουλάχιστον απόψεως συμβιβασμούς.