ΙΑΑΑ / ISDA για “διερευνητικές”: Αγοράστε χρόνο μέχρι τον επόμενο γύρο μεταξύ μας αντιπαράθεσης

Λίγες μέρες πριν την έναρξη του νέου γύρου διερευνητικών επαφών Ελλάδας-Τουρκίας, το Sputnik επιχειρεί να εντοπίσει τα «αγκάθια» των συνομιλιών. Πού στοχεύει η Άγκυρα, ποιος ο ρόλος του διεθνούς παράγοντα, τι πρέπει να κάνει η Ελλάδα. Μπορεί ο 61ος γύρος των Διερευνητικών Επαφών μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας να λάβει χώρα στην Κωνσταντινούπολη, στις 25 Ιανουαρίου 2021, όπως έγινε γνωστό χθες, όμως Έλληνες αναλυτές κρατούν μικρό καλάθι. Ένας από αυτούς, ο Ζαχαρίας Μίχας, διευθυντής μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας (ΙΑΑΑ-ISDA), τονίζει στο Sputnik ότι η συζήτηση στο πλαίσιο των διερευνητικών δεν ξεκινά με τους καλύτερους οιωνούς. Όπως πιστεύει, θα υπάρχουν από την αρχή αντιθέσεις για το τι πρέπει να συζητηθεί μεταξύ των δύο χωρών.

Του Λάμπρου Ζαχαρή
ΠΗΓΗ: SPUTNIK

«Ας μην έχουμε ψευδαισθήσεις. Αρχικά η ελληνική πλευρά θα λέει ότι συζητά για την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ, δηλαδή τις θαλάσσιες ζώνες και οι Τούρκοι ότι θέλουν “συζήτηση εφ’ όλης της ύλης” όπου θα θέσουν όλα τα γνωστά ζητήματα. Ο διεθνής παράγων, χωρίς να το ομολογεί, προφανώς δείχνει να προτιμά να συζητήσουμε για τα πάντα. Η Τουρκία θα επιχειρήσει να το εκμεταλλευθεί, ώστε να φορτωθεί η Ελλάδα το διπλωματικό κόστος ενδεχόμενης απόφασης αποχώρησης από τις διαπραγματεύσεις».

Την ίδια στιγμή, υπενθυμίζει ότι στις προηγούμενες διερευνητικές επαφές είχε συζητηθεί το εύρος το χωρικών υδάτων: «Οι εικασίες ότι είχαμε πλησιάσει σε συμφωνία ακυρώνονται από το ότι οι Τούρκοι είχαν αναφέρει πριν αποχωρήσουν ως “αστερίσκο” ότι θα θέσουν “παρεμπίπτοντα ζητήματα”. Αυτό παραπέμπει στις “γκρίζες ζώνες”».

Πού πρέπει να στοχεύσει η Ελλάδα στις επαφές με την Τουρκία

Σε κάθε περίπτωση, όπως αναφέρει, το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα δεχθεί να συζητήσει επί των τουρκικών προτάσεων: «Το ζητούμενο δεν είναι εάν η Ελλάδα πρέπει να παρακαθίσει στις διερευνητικές ή όχι. Εάν οι Τούρκοι θέλουν να αναφέρουν οτιδήποτε άλλο, δεν υπάρχει τρόπος να τους σταματήσει κανείς από το να το αναφέρουν. Το ζητούμενο είναι εάν η ελληνική πλευρά θα δεχθεί να συζητήσει επί όσων θα θέσει η Τουρκία».

Παράλληλα, εξηγεί τη στόχευση που θα πρέπει να έχει η ελληνική στρατηγική: «Η ελληνική πλευρά δείχνει να πιστεύει ότι συζητώντας μπορούμε να εκτονώσουμε την κατάσταση και να την αποκλιμακώσουμε. Εάν αυτό έχει ως τελικό στόχο το να γίνουν όσα πρέπει στο επίπεδο της αμυντικής θωράκισης ώστε η χώρα να βρίσκεται σε καλύτερη θέση στον επόμενο κύκλο στρατιωτικού καταναγκασμού, έχει λογική. Εάν ισχύει η “αποκλιμάκωση για την αποκλιμάκωση” αυτό είναι ψευδαίσθηση».

Επιπλέον, υποστηρίζει ότι η τουρκική ατζέντα δεν αλλάζει: «Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η Τουρκία αισθάνθηκε την πίεση από το διεθνές περιβάλλον σε όλα τα επίπεδα για να μπει σε τροχιά αναδίπλωσης και να θέλει να δείξει “καλό πρόσωπο”. Ότι δηλαδή επιθυμεί επίλυση των προβλημάτων μέσω διαπραγματεύσεων. Τίποτα όμως δεν έχει αλλάξει όσον αφορά την αναθεωρητική της ατζέντα».

Ο διεθνής αντίκτυπος των διερευνητικών επαφών Ελλάδας – Τουρκίας

Από την άλλη πλευρά, ο κ. Μίχας στέκεται στον διεθνή αντίκτυπο στις διαπραγματεύσεις: «Το διεθνές περιβάλλον είναι εξαιρετικά θετικό για την Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχουν “αυτιά” έτοιμα να ακούσουν όσα έχει να τους πει η Ελλάδα. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν θα υπάρχουν πιέσεις για “γενικευμένο διάλογο εφ’ όλης της ύλης”, παραγνωρίζοντας ότι κανείς εξ όσων μας προτρέπουν “φιλικά”, δεν θα αποδεχόταν διαπραγμάτευση για θέματα κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων. Ή στην καλύτερη περίπτωση, θα συναινούσαν στην παραπομπή μιας διένεξης σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, που ούτε αυτό θα πρέπει να θεωρείται δεδομένο».

«Εν ολίγοις, ενώ ως αρχή δεν είναι κακό δυο γείτονες να συζητούν, η φύση των γνωστών τουρκικών διεκδικήσεων δεν αφήνει πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Δεν γνωρίζω τι μπορεί να συμβεί σε περίπτωση που η πίεση που έχει ασκηθεί στην Τουρκία οδηγήσει σε άμβλυνση των θέσεών της. Ωστόσο, το πλέον πιθανό είναι ότι οι Τούρκοι επιθυμούν να αξιοποιήσουν διπλωματικά την επίδειξη καλής διάθεσης για “επίλυση των προβλημάτων”, ακριβώς για να αποφορτίσουν αυτές τις πιέσεις που τους ασκούνται από τη Δύση» καταλήγει ο αναλυτής.