Η Τουρκία και οι χώρες της Κεντρικής Ασίας: Έξι κράτη αλλά ένα έθνος;

Περίληψη: Η Τουρκία είναι μια κατεξοχήν εξωστρεφής χώρα με πολυδιάστατη παραγωγική βάση και διαφοροποιημένους ομίλους επιχειρήσεων. Η διεθνής παρουσία της είναι ασφαλώς αξιοσημείωτη, όπως ενδεικτικά υποδηλώνει η σταδιακή αύξηση των τουρκικών εξαγωγών αγαθών από περίπου 100 δισ. δολάρια προ δεκαπενταετίας, στα σημερινά επίπεδα των 170 δισ. δολαρίων.

Του Δρ. ΒΑΣΙΛΗ ΣΙΤΑΡΑ (στρατηγικός αναλυτής, επισκέπτης καθηγητής στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Ενέργεια: Στρατηγική, δίκαιο και οικονομία» του Πανεπιστημίου Πειραιώς και με εμπειρία στην περιοχή)
ΠΗΓΗ: FOREIGN AFFAIRS (ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ)

Η αυξανόμενη τις τελευταίες δεκαετίες -μέχρι την χρηματοπιστωτική κρίση του 2018- οικονομική ισχύς της Τουρκίας δεν πρέπει να αποδοθεί μόνο στην ανάπτυξη μιας εσωτερικής αγοράς που σήμερα αριθμεί πάνω από 80 εκατ. ανθρώπους.

Η Τουρκία είναι μια κατεξοχήν εξωστρεφής χώρα με πολυδιάστατη παραγωγική βάση και διαφοροποιημένους ομίλους επιχειρήσεων (συνήθως εταιρείες συμμετοχών με ταυτόχρονη παρουσία σε πολλούς ξεχωριστούς κλάδους). Η διεθνής παρουσία της είναι ασφαλώς αξιοσημείωτη, όπως ενδεικτικά υποδηλώνει η σταδιακή αύξηση των τουρκικών εξαγωγών αγαθών από περίπου 100 δισ. δολάρια προ δεκαπενταετίας στα σημερινά επίπεδα των 170 δισ. δολαρίων (εκτίμηση 2018).

Και ενώ από την άποψη του διμερούς εμπορίου ο κύριος όγκος των τουρκικών εξαγωγών απορροφάται από την ΕΕ και δη τις μεγάλες αγορές αυτής, σε επίπεδο επενδύσεων και υλοποίησης τεχνικών έργων, ένας «φυσικός χώρος» επέκτασης της Τουρκίας -εκτός, βέβαια, από τα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή, που αποτελούσαν κάποτε μέρη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας- είναι η Κεντρική Ασία [1].

Η γεωστρατηγική σημασία της Κεντρικής Ασίας για τις παγκόσμιες διεθνείς σχέσεις έχει τονιστεί αρκούντως από πάρα πολλούς αναλυτές, όπως λ.χ. από τον Αμερικανό γεωπολιτικό στοχαστή Z. Brezinsky στο βιβλίο του «Η Μεγάλη Σκακιέρα» (1997).

Ευρισκόμενη στην καρδιά της Ευρασίας, της μεγαλύτερης χερσαίας μάζας του πλανήτη, η αχανής αυτή περιοχή αποτελεί όχι μόνο το «μαλακό υπογάστριο» της ανερχόμενης, μετά το 2000, Ρωσίας, αλλά επίσης την συντομότερη διά ξηράς γέφυρα μεταξύ της Κίνας και της Δύσης μέσω οδικών και σιδηροδρομικών αξόνων.

Δεν είναι τυχαίο ότι η μεγαλεπήβολη κινεζική πρωτοβουλία γνωστή ως «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» [2] αποδίδει τεράστια σημασία στην περιοχή, από την οποία θα διέρχονται οι μισοί από τους έξι χερσαίους «Διαδρόμους» της (ο έβδομος θα είναι θαλάσσιος).

Η κατάρρευση της ΕΣΣΔ στο τέλος του 1991 δημιούργησε στην Κεντρική Ασία μια «μαύρη τρύπα», ήτοι ένα γεωπολιτικό κενό το οποίο έπρεπε κάπως να καλυφθεί [3]. Στο μεν εσωτερικό πολιτικό επίπεδο, κομματικοί ηγέτες της ύστερης σοβιετικής περιόδου και ολόκληρος ο γραφειοκρατικός μηχανισμός των apparatchiks κατάφεραν, κατά κανόνα, να επιβιώσουν, εξασφαλίζοντας αναίμακτη μετάβαση στα νέα καθεστώτα (πατερναλιστικού χαρακτήρα σε φάση μετάβασης, χωρίς -ακόμη- πραγματική «οικονομία της αγοράς») [4].

Οι πλούσιοι φυσικοί πόροι και δη οι υδρογονάνθρακες προσέδωσαν ισχύ στους εν λόγω ηγέτες, καίτοι η εθνικοποίηση της παραγωγής δεν ήταν αρκετή: η έλλειψη τεχνογνωσίας των δικών τους, κρατικών, εταιρειών τούς ανάγκασε να προσκαλέσουν για συνεκμετάλλευση Δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες, όπως την ΒΡ, την Exxon Mobil, την Chevron, την Total και την ΕΝΙ. Ασφαλώς στα κράτη αυτά, όπως φυσικά και στην Ρωσία, είναι εξαιρετικά δυσχερής η διάκριση μεταξύ πολιτικής και οικονομικής εξουσίας.

Στο εξωτερικό επίπεδο, εκείνο των διεθνών σχέσεων, τόσο η Ρωσική Ομοσπονδία (παλιά μητρόπολη και φυσικός ηγέτης της περιοχής, σύμφωνα και με το γεωπολιτικό της δόγμα περί «εγγύς εξωτερικού»), όσο και η Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, με τις τεράστιες οικονομικές και δη επενδυτικές προοπτικές της, ερίζουν για την πρωτοκαθεδρία. Ο πακτωλός κινεζικών επενδυτικών κεφαλαίων αποδεικνύεται ασυγκράτητος, ακόμη και στην ίδια την… Σιβηρία, που εξακολουθεί να είναι ρωσικό έδαφος.

Ως «σφήνα» ανάμεσα σε αυτούς τους δύο γίγαντες της περιοχής επιχειρεί να παρεμβληθεί η Τουρκία, με αξιοσημείωτα μέχρι στιγμής αποτελέσματα. Ενώ, όμως, η διείσδυσή της είναι γεγονός, δεν πρέπει να υπερεκτιμάται.

ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΝΟΔΟΥΣ ΚΟΡΥΦΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣ

Πέντε από τις πρώην κομμουνιστικές χώρες της περιοχής, ήτοι το αχανές Καζακστάν, το καυκάσιο Αζερμπαϊτζάν, το Ουζμπεκιστάν, το Τουρκμενιστάν και η Κιργισία αποτελούν πεδίο μιας πρωτοφανούς οικονομικής -και όχι μόνο- διείσδυσης εκ μέρους της Τουρκίας, η οποία ομολογήθηκε αμέσως μετά τα κοσμοϊστορικά γεγονότα του Δεκεμβρίου 1991. Το αξιέπαινο επιχειρηματικό δαιμόνιο των Τούρκων οικονομικών παραγόντων, σε συνδυασμό με την αμέριστη κρατική υποστήριξη μιας κεντρικής κυβέρνησης η οποία παραδοσιακά διακρινόταν για τον στρατηγικό σχεδιασμό της, απέδωσαν θαύματα.

Αρκεί να μελετήσει κανείς το πασίγνωστο πλέον και στην Ελλάδα βιβλίο του ακαδημαϊκού και πολιτικού A. Davutoğlu «Στρατηγικό Βάθος» (Stratejik Derinlik, 2001), το οποίο αναδεικνύει, με τον πλέον ανάγλυφο τρόπο, τον σημαίνοντα ρόλο που διαδραματίζει για την Υψηλή Στρατηγική (Grand Strategy) της σύγχρονης Τουρκίας όλη αυτή η αχανής ευρασιατική ενδοχώρα στα ανατολικά της.

Και, πραγματικά, 27 χρόνια μετά την πτώση της ΕΣΣΔ, ολόκληρη η Κεντρική Ασία, εκτεινόμενη από τον Νότιο Καύκασο και την Κασπία Θάλασσα μέχρι την οροσειρά του Αλτάι, σχεδόν τρεισήμισι χιλιάδες χιλιόμετρα ανατολικότερα, αποτελεί «ζωτικό χώρο» συμφερόντων της Τουρκίας.

Μάλιστα, η τουρκική στροφή προς την καρδιά της Ευρασίας δεν είναι, κατ’ ανάγκη, αλληλοαποκλειόμενη με την ευρωπαϊκή της πορεία – αντίθετα μάλιστα: «Όσο πιο πολύ τεντώνουμε την χορδή του τόξου προς την Ασία, τόσο πιο μακριά θα μπορέσουμε να ρίξουμε το βέλος προς την Ευρώπη», γράφει ο Davutoğlu στο προαναφερθέν έργο.

Το «αφήγημα» επί του οποίου η Τουρκία στήριξε την οικοδόμηση της συνεργασίας ήταν η τουρκοφωνία, επομένως οι «κοινοί» -σε ποιον τελικά βαθμό, μικρή σημασία έχει- εθνοτικοί, πολιτιστικοί και ιστορικοί δεσμοί μεταξύ όλων αυτών των λαών (ουσιαστικά μια από τις πολλές κατά καιρούς εκδοχές του Παντουρκισμού) [5].

Ο όρος ο οποίος μέχρι και σήμερα χρησιμοποιούν όλοι σχεδόν οι Τούρκοι ακαδημαϊκοί και αξιωματούχοι για τα κράτη αυτά είναι «Οι τουρκικές δημοκρατίες», ενώ ο πρώην πρόεδρος Gul, όταν υπέγραψε την διακήρυξη του Ναχιτσεβάν το 2009 (βλ. παρακάτω), δήλωσε: «Είμαστε μεν έξι κράτη, αλλά ένα έθνος».

Στην βάση του συγκεκριμένου κριτηρίου προσέγγισης, μόνον η ορεινή Δημοκρατία του Τατζικιστάν δεν θα μπορούσε να συμπεριληφθεί, καθώς ειδικά οι Τατζίκοι είναι μη τουρκογενής λαός, με την γλώσσα τους να αποτελεί παραλλαγή της περσικής (φαρσί).

Ήδη από το 1992, λοιπόν, επί προεδρίας του οραματιστή Τ. Ozal, δρομολογήθηκαν πολυμερείς Σύνοδοι Κορυφής μεταξύ των συγκεκριμένων χωρών, ενώ παράλληλα, σε διμερές επίπεδο, οι επίσημες επισκέψεις Τούρκων ηγετών στις πρωτεύουσες της περιοχής ήταν πάρα πολύ συχνές [6].

Το 1993, το τουρκικό Υπουργείο Πολιτισμού πρωτοστάτησε στην ίδρυση της διεθνούς οργάνωσης TÜRKSOY (International Organization of Turkic Culture), με στόχο την πολιτιστική καταρχήν συνεργασία [7]. Γενικός Γραμματέας αυτής από το 2008 είναι ο Καζάκος μαέστρος κ. Kasseinov, ενώ με καθεστώς παρατηρητή συμμετέχει και το ψευδοκράτος της Βόρειας Κύπρου [8].

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι μεν ΗΠΑ την εποχή της διακυβέρνησης Clinton συνέδραμαν την Τουρκία στην εν λόγω απόπειρα διείσδυσης, ενώ, αντίθετα, η Ρωσική Ομοσπονδία (επί ημερών του ανίσχυρου από πολλές απόψεις B. Yeltsin) ήταν μεν ενοχλημένη, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και πολλά πράγματα.

Εντούτοις, αυτήν την αρχική φάση ευφορίας και υπεραισιοδοξίας για την Τουρκία, η οποία διήρκεσε λίγα μόνον έτη μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990, την διαδέχτηκε μια μάλλον ανώμαλη προσγείωση: «Δεν αποσχιστήκαμε από την Ρωσία μόνο και μόνο για να αντικαταστήσουμε τον ένα μεγάλο αδελφό με άλλο», είπε χαρακτηριστικά κάποια στιγμή ο Nazarbayev. Επιπλέον, ειδικά ως προς το Καζακστάν, η ισχυρή ρωσική μειονότητα των 4 εκατ. Ρώσων δεν ήθελε να ακούει παντουρκικά αφηγήματα.

Αλλά και η ίδια η Άγκυρα δεν άργησε να αντιληφθεί ότι το όλο «αφήγημα» των τουρκογενών λαών δεν επαρκεί για να της προσδώσει προνομιακή σχέση με την περιοχή. ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ – ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΠΗΓΗ