Η κυβέρνηση φλερτάρει με τον ορθολογισμό στην εξωτερική πολιτική…

Το τελευταίο διάστημα διαμορφώνεται μία τάση προσαρμογής της ελληνικής διπλωματίας στη διεθνοπολιτική πραγματικότητα. Οι επικρατούσες συνθήκες περιορίζουν τις μέχρι τώρα κυρίαρχες αντιλήψεις και θέσεις, σχετικά με τη φύση του διεθνούς συστήματος, τα όρια της κανονιστικής του λειτουργίας και τον συνακόλουθο τρόπο άσκησης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής˙ ιδιαίτερα έναντι της Τουρκίας.

Γράφει ο Χρήστος Ζιώγας
ΠΗΓΗ: HUFFINGTON POST

Ο αποκλεισμός της Αθήνας από τη Διάσκεψη του Βερολίνου για τη Λιβύη, μοιάζει να δρομολογεί την απαρχή μίας μεταστροφής της ελληνικής διπλωματίας, η οποία διεπίστωσε πως η άσκηση αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής, απέχει από τις κατ’ αρέσκεια αντιλήψεις, τις ιδεολογικά φορτισμένες θέσεις ή τις επιστημονικά οικείες παραδοχές.

Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα, ενώ έδρασε σύμφωνα με τα διπλωματικά ειωθότα, τον πλήρη σεβασμό του διεθνούς δικαίου, των αποφάσεων του ΟΗΕ και της ΕΕ, τελικά απεκλείσθη από τη Διάσκεψη του Βερολίνου.

Τουναντίον, η Τουρκία, πράττοντας ακριβώς τα αντίθετα, προσεκλήθη. Η συγκεκριμένη περίπτωση ανατροφοδότησε την εξωτερική πολιτική -τόσο σε επίπεδο δημόσιας συζήτησης, όσο και στην διαδικασία λήψης αποφάσεων- με επιχειρήματα που καταδεικνύουν το χάσμα μεταξύ των κυριάρχων μέχρι τώρα αντιλήψεων διαμόρφωσής της και της διεθνοπολιτικής πρακτικής.

Ακολούθως, σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Έλληνας πρωθυπουργός δήλωσε πως στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης αν και όταν προσφύγουμε το επίδικο θα αφορά μόνο τον καθορισμό της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας. Η συγκεκριμένη δήλωση αποτυπώνει την τάση μεταστροφής, οριοθετώντας -επί το ορθολογικότερο- τα ζητήματα που δύνανται να τεθούν υπό την κρίση του δικαιοδοτικού οργάνου.

Αλήθεια, ποια είναι η πολιτική νομιμοποίηση στο εσωτερικό της χώρας της άλλης άποψης, σύμφωνα με την οποία και στo πλαίσιo της επίλυσης των ελληνοτούρκικων διαφορών, θα τεθούν στην δικαιοδοσία του εν λόγω οργάνου και την (προ)διάθεση όσων το απαρτίζουν, ζητήματα που άπτονται του πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας; Βασικός άξονας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής παραμένει η προάσπιση και διαιώνιση του συλλογικού υποκειμένου που υπηρετεί.

Ο εμφύλιος πόλεμος στη Λιβύη, εκτός από ζήτημα περιφερειακής ασφάλειας και ανθρωπιστικής κρίσης, εγγράφεται πλέον ως μια ακόμη πτυχή των διαρκώς επιδεινούμενων ελληνοτούρκικων σχέσεων. Σε πρόσφατο άρθρο του ο Τούρκος Πρόεδρος ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικός σχετικά με τον ρόλο που η Τουρκία επιθυμεί να διαδραματίσει.

Το άρθρο, αυτάρεσκα, τιτλοφορείται: «Ο δρόμος για την ειρήνη στη Λιβύη περνάει από την Τουρκία», και σε κάποιο σημείο με περίσσεια έπαρση σημειώνει: «Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η Ευρώπη ενδιαφέρεται λιγότερο για τη στρατιωτική υποστήριξη της Λιβύης, η προφανής επιλογή είναι να συνεργαστεί με την Τουρκία, η οποία έχει ήδη υποσχεθεί στρατιωτική βοήθεια.

Η υπόμνηση της ευρωπαϊκής αδυναμίας στο στρατιωτικό επίπεδο ίσως δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα, η παράβλεψη όμως των γαλλικών δυνατοτήτων ενέχει σοβαρούς κινδύνους για την Τουρκία. Η χρονική στιγμή της δημοσίευσης σκοπό έχει να γνωστοποιήσει στους συμμετέχοντες στη Διάσκεψη τις τουρκικές ικανότητες, να προδικάσει την ευρωπαϊκή στάση και εν γένει να προϊδεάσει ότι καμία συμφωνία δεν μπορεί να υπογραφεί και να τελεσφορήσει αν δεν εμπεριέχει τις αξιώσεις της Άγκυρας.

Το τελευταίο διάστημα, η ελληνική κυβέρνηση διακηρύττει προς κάθε κατεύθυνση ότι ενώ δεν είναι παρούσα, δεν είναι και απούσα, από την Διάσκεψη για τη Λιβύη. Η περιοδεία του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών σε Λιβύη και Αίγυπτο, καθώς και η πιο πρόσφατη επίσκεψη του Χαλίφα Χαφτάρ στην Αθήνα συνιστούσαν μια ύστατη προσπάθεια της ελληνικής πλευράς να υπομνήσει την έμμεση συμμετοχή τόσο στο τελικό προδιαπραγματευτικό στάδιο, όσο και κατά την διάρκεια της διαπραγμάτευσης.

Η συμμετοχή της ΕΕ την εμπλέκει ούτως ή άλλως, παρά τις εργώδεις προσπάθειες της Γερμανίας να αμβλύνει τις εντυπώσεις από την μη–πρόσκληση της Αθήνας και κυρίως να αποτρέψει μία τυχόν ελληνική παρακώλυση της διαδικασίας μέσω της ΕΕ. Η απουσία της Ελλάδας από το Βερολίνο αποτελεί το λογικό αποτέλεσμα του «γεωπολιτικού παρασιτισμού» που εκκολάφθηκε ως νοοτροπία και πρακτική μετά την κρίση των Ιμίων.

Η παρούσα κυβέρνηση κατανοεί, έστω και εξ ανάγκης, το αδιέξοδο των συγκεκριμένων αλυσιτελών πρακτικών, προσπαθώντας να αντικαταστήσει την μέχρι τώρα παρακολουθητική ελληνική στάση με μία πιο ενεργητική εξωτερική πολιτική.

Η Διάσκεψη του Βερολίνου ολοκληρώθηκε με την κατ′ αρχήν συμφωνία –όχι των άμεσα εμπλεκομένων Φάγεζ Αλ Σάρατζ και Χαλίφα Χάφταρ- για την κατάπαυση του πυρός στη Λιβύη, ως το πρώτο βήμα προς την πολιτική επίλυση της κρίσης. Οι συμμετέχοντες δεσμεύτηκαν να τερματίσουν την παροχή στρατιωτικών μέσων στους εμπόλεμους και να απέχουν από παρεμβάσεις στη Λιβύη.

Όπως σε κάθε διακρατική ή ενδοκρατικη σύγκρουση, τοιουτοτρόπως και στην περίπτωση της Λιβύης, η κατάπαυση του πυρός συνιστά αναγκαία όχι όμως και ικανή προϋπόθεση για την πολιτική επίλυσης της κρίσης.

Μετά το πέρας της Διάσκεψης, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Χάικο Μάας επανέλαβε πως: «το βασικό ζητούμενο είναι η κατάπαυση του πυρός» και πρόσθεσε πώς, εφ’ όσον επιτευχθεί και διατηρηθεί, θα αποτελέσει την βάση μελλοντικών διαδικασιών στις οποίες θα συμμετάσχουν και χώρες οι οποίες δεν έλαβαν μέρος στην σημερινή σύνοδο.

Επί αυτής ακριβώς της δήλωσης πρέπει να εγκύψουμε, τόσο για να σταθμίσουμε την επιτυχία ή όχι της Διάσκεψης του Βερολίνου, όσο και να εξετάσουμε τις δυνατότητες συμμετοχής της Ελλάδας σε μεταγενέστερο στάδιο, εφ’ όσον προοδεύσει η διαδικασία πολιτικής επίλυσης. Υπό αυτές τις συνθήκες δύναται να τεθεί το ζήτημα ακύρωσης της Συμφωνίας Λιβύης – Τουρκίας για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, κατά τη διαδικασία εύρεσης πολιτικής λύσης.

Στο μεσοδιάστημα, η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να ενισχύσει την θέση της οριοθετώντας τις θαλάσσιες ζώνες της με τα όμορα κράτη, όπου αυτό είναι εφικτό. Ο τούρκικος ηγεμονισμός θα συνεχίσει να παρωθεί την ελληνική εξωτερική πολιτική σε επιλογές ανάταξης της αποτρεπτικής της στρατηγικής, εγκαταλείποντας τις ολισθηρές ατραπούς του κατευνασμού.