Η ανάγκη αποτροπής της Τουρκίας δεν απομακρύνεται μαζί με τον Ερντογάν…

Κατά την πρώιμη μεταψυχροπολεμική περίοδο η φιλελεύθερη θέση, σχετικά με την διαρκώς φθίνουσα και ανεπίστροφα διαρρηγμένη σχέση μεταξύ στρατιωτικής ισχύος και κρατικής συμπεριφοράς, θεωρήθηκε τότε ως βασικό γνώρισμα του αναδυόμενου μεταδιπολικού διεθνούς συστήματος. Παράλληλα, η χρήση στρατιωτικής βίας εργαλειοποιήθηκε και δικαιολογήθηκε από τα δυτικά κράτη, ως μέσο για την εγκαθίδρυση μίας φιλελεύθερης διεθνούς τάξης. Είναι γεγονός ότι ακόμη και στο απόγειο της συγκεκριμένης ιστορικής συγκυρίας, δηλαδή την δεκαετία του ’90, η εν λόγω προσέγγιση δεν ίσχυσε παρά μόνο στην ονομαστική της αξία όσον αφορά την πρώτη πτυχή της, και μόνο για επιλεκτικές επεμβάσεις της Δύσης -και κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών- όσον αφορά την δεύτερη.

Γράφει ο Δρ. ΧΡΗΣΤΟΣ ΖΙΩΓΑΣ
ΠΗΓΗ: HUFFINGTON POST

Παρά λοιπόν τις φερέλπιδες μεταψυχροπολεμικές προσδοκίες, εν γένει και εξακολουθητικά παρατηρείται ότι οι στρατιωτικές ικανότητες επενεργούν στις κρατικές συμπεριφορές πολύ πριν την έναρξη των εχθροπραξιών. Ακόμη και στο εξόχως προνομιακό πεδίο της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι στρατιωτικές δυνατότητες προσμετρώνται, όχι τόσο στις μεταξύ των κρατών-μελών σχέσεις, αλλά στα πλαίσια της εξωτερικής δράσης της Ένωσης, όπου εν απουσία μίας πραγματικά Κοινής Πολιτικής Ασφάλειας και Άμυνας (ΚΠΑΑ) αναζητούνται κοινές στρατιωτικές δυνάμεις, αλλά συνήθως προκύπτουν εθνικές στρατηγικές επιλογές.

Η εξελισσόμενη ελληνοτουρκική κρίση στην ανατολική Μεσόγειο, βοήθησε την ελληνική κοινωνία και το πολιτικό σύστημα να συνειδητοποιήσουν το μέγεθος του προβλήματος με την γειτονική χώρα.

Η στρατικοποίηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής ουσιαστικά ανέκυψε από το 1974 και έκτοτε αποτελεί βασικό εργαλείο της Άγκυρας. Τα μεταψυχροπολεμικά στερεότυπα, ότι έχει εκλείψει η πιθανότητα στρατιωτικής σύγκρουσης μεταξύ των δύο χωρών, διαλύονται.

Το παράδοξο είναι πως οι περισσότεροι εξ όσων ήταν θιασώτες αυτής της άποψης, τώρα προτρέπουν την ελληνική πολιτική ηγεσία για έναν «έντιμο» συμβιβασμό, ως την φυσική απόληξη της ανισορροπίας -και στρατιωτικής– ισχύος, μεταξύ των δύο κρατών.

Η συγκεκριμένη θέση, στην εκφυλιστική της μορφή, απόρροια της λανθασμένης θεωρητικής της σύλληψης και του αδιεξόδου της πρακτικής της εφαρμογής στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, συμπυκνώνεται στο αφελές -στρατηγικά- ερώτημα: και τί να κάνουμε, πόλεμο;

Επομένως, η Ελλάδα οφείλει να προσεγγίσει το ζήτημα της αναθεωρητικής Τουρκίας και στη μετά τον Ερντογάν περίοδο, όχι ως γενική και αφηρημένη προοπτική, αλλά ως διαμορφωτικό παράγοντα της ελληνικής στρατηγικής -η οποία δείχνει να ανακάμπτει- σήμερα.

Μακάρι το πρόβλημα να αφορούσε μόνον την παρούσα ηγεσία της Άγκυρας, δυστυχώς ο τουρκικός ηγεμονισμός συνιστά δομικό στοιχείο του τουρκικού πολιτικού συστήματος. Πιθανόν η εν λόγω συλλογιστική να μην αρέσει σε πολλούς, οι οποίοι όμως μετά την πρόσφατη τροπή των ελληνοτουρκικών σχέσεων οφείλουν να εντάξουν στα αναλυτικά τους σχήματα και μη αρεστές παραμέτρους.

Στο βαθμό επομένως που η προοπτική μιας απευκταίας ελληνοτουρκικής σύγκρουσης (θα) σχετίζεται αιτιωδώς με τις στρατιωτικές ικανότητες αμφοτέρων και οι συμπεριφορές των τρίτων (θα) προσαρμόζονται αναλόγως, η Ελλάδα οφείλει να αναπροσαρμόσει το όλο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, όχι ως μία συγκυριακή και κατ’ εξαίρεση κατάσταση, αλλά υπό το πρίσμα ότι: ο ασφαλέστερος τρόπος για να πάψουν να επενεργούν οι στρατιωτικές ικανότητες πολύ πριν την έναρξη των εχθροπραξιών, είναι να φροντίζεις ώστε να έχεις περίπου αντίστοιχες δυνατότητες.

Φαντάζομαι πως δύσκολα μπορεί κάποιος να προσάψει αρειμάνια διάθεση στην Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, η οποία από το Καστελόριζο δήλωσε ότι: αν θέλεις ειρήνη προετοιμάσου για πόλεμο.

Το ουσιαστικό λοιπόν στρατηγικό ερώτημα, που χρήζει ευρύτερης συζήτησης εντός της ελληνικής κοινωνίας -το αν πρέπει να ανατάξουμε την αποτρεπτική μας στρατηγική φρονώ ότι απαντήθηκε-, έγκειται στον προσδιορισμό της στόχευσης της αποτρεπτικής μας στρατηγικής εν σχέσει με την Τουρκία και την πολιτική της ηγεσία ׄ την παρούσα και την μελλοντική. Αν και πολλοί, εθισμένοι ή υπαίτιοι του πολύχρονου στρατηγικού λήθαργου, θα αμφισβητήσουν ή θα θεωρήσουν ιστορική πολυτέλεια για την Ελλάδα και την Κύπρο τους ευρύτερους, αυτόνομους και μακροχρόνιους στρατηγικούς σχεδιασμός, το ερώτημα που αναφύεται συμπυκνώνεται στο: πώς οφείλουμε να διαχειριστούμε τον τουρκικό αναθεωρητισμό με τον αλλά και πέραν του Ερντογάν. Το ζήτημα για την Ελλάδα και την Κύπρο ξεπερνά τον επηρμένο Πρόεδρο και συνίσταται στην συμπεριφορά της Τουρκίας και στην μετά τον Ερντογάν εποχή.

Υπό αυτό το πρίσμα, αν θεωρήσουμε συγκυριακή ή προσωποπαγή την τουρκική πολιτική, κινδυνεύουμε να σχεδιάσουμε και να σταθμίσουμε λανθασμένα τις επιλογές μας για την τρέχουσα, αλλά και την μετα-ερντογανική περίοδο. Παρενθετικά, ο Τούρκος Πρόεδρος προσπαθεί να πυκνώσει τον χρόνο και να επιταχύνει τις διαδικασίες αναβάθμισης της Τουρκίας στο περιφερειακό υποσύστημα για λόγους προσωπικούς.

Επιδιώκει, η διαδικασία ανάδειξης της Τουρκίας σε περιφερειακή δύναμη, να λάβει χώρα όσο αυτός θα είναι πολιτικά ενεργός. Η προσωπική φιλοδοξία έχει ήδη οδηγήσει την Άγκυρα σε στρατηγική υπερέκταση και σφάλματα, αλλά δεν διαφαίνονται οι αναγκαίες στρατηγικές διορθώσεις και αναδιπλώσεις.

Η Ελλάδα και η Κύπρος λοιπόν οφείλουν να αποτρέψουν την Τουρκία να επιτύχει τους ηγεμονικούς της σχεδιασμούς τώρα αλλά και μετά τον Ερντογάν. Μια κεμαλική παλινόρθωση δεν θα παύσει τον τουρκικό αναθεωρητισμό και πιθανόν να ανατρέψει τις παρούσες αντιτουρκικές συσπειρώσεις. Ακόμη και μία σμίκρυνση ή μερική αναστολή των τουρκικών φιλοδοξιών δύσκολα θα αφορά την Ελλάδα και την Κύπρο, κυρίως δε θα άπτεται των ευρύτερων στοχεύσεων της Αγκύρας.

Η διαχείριση της παρούσας κρίσης πρέπει να γίνει με μακροϊστορικούς όρους και όχι στα πλαίσια μίας πρόσκαιρης διευθέτησης. Για ορισμένα κράτη ενδεχομένως να αρκεί ο «έλεγχος» του Ερντογάν και η εγκατάλειψη των πλέον μεγαλεπήβολων στρατηγικών του σχεδίων στην Μέση Ανατολή και την Αφρική, για την Ελλάδα και την Κύπρο είναι ζωτικά αναγκαία η οριστική παύση του τουρκικού ηγεμονισμού κι όχι πρόσκαιρες αναδιπλώσεις.

Τις παρούσες στρατηγικές συγκλίσεις θα πρέπει να τις εκμεταλλευτούμε στο έπακρο, ως ευκαιρίες μεσοπρόθεσμης και ουσιαστικής αποδυνάμωσης της Τουρκίας.