Η αγορά των 40 μαχητικών μέχρι το 2025 και τα σενάρια για την Πολεμική Αεροπορία του μέλλοντος

Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Παναγιωτόπουλος, έδωσε αναλυτικά διευκρινίσεις στη Βουλή για το θέμα των Rafale. Η πραγματική είδηση που προκύπτει από την ομιλία, είναι η πρόθεση προμήθειας 40 μαχητικών μέχρι το 2025, αν και δεν διευκρίνισε τον τύπο των υπολοίπων, αφού αφαιρεθούν τα 18 Rafale Για το DP, αυτό γενικώς προκάλεσε ευχάριστη έκπληξη, καθώς μόλις μια μέρα νωρίτερα, π.χ., απευθύναμε έκκληση για την παρακολούθηση του προγράμματος της Κροατίας, ώστε σε περίπτωση που δεν επιλεγεί το Rafale (η “γεωπολιτική παράμετρος” δεν βαραίνει μόνο στις ελληνικές αποφάσεις…), η Ελλάδα θα πρέπει να κάνει ό,τι μπορεί για μια συμπληρωματική παραγγελία, ώστε να εξασφαλιστούν “δύο γεμάτες Mοίρες” όπως χαρακτηριστικά αναφερόταν στο δημοσίευμα. Εναλλακτικά, ο υπουργός εννοούσε τα F-35.

Η υπουργική αναφορά θα ήταν σημαντική εάν αναφερόταν στα Rafale, διότι όπως έχει εξηγηθεί κατά κόρον στο παρελθόν, το κόστος δημιουργίας υποδομής υποστήριξης, συντήρησης και εξυπηρέτησης των μαχητικών του νέου τύπου που εισάγεται στο οπλοστάσιο της Πολεμικής Αεροπορίας, επιμερίζεται σε μικρότερο αριθμό μονάδων, άρα συνολικά αποδεικνύεται δυσβάστακτο και οικονομικά ασύμφορο.

Κατά συνέπεια, ενδεχόμενη απόφαση της πολιτικής ηγεσίας του ΥΠΕΘΑ, κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση. Κι αυτό οφείλουν να επισημάνουν και να επικροτήσουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις, για να αποδείξουν ότι έχουν όλοι κατανοήσει μια από τις σημαντικότερες παθογένειες στα εξοπλιστικά μας προγράμματα.

Ο ΥΕΘΑ φαίνεται ότι σκοπίμως δεν αναφέρθηκε σε τύπο ή τύπους μαχητικών. Τα 40 αεροσκάφη που θα “πρέπει να αποκτηθούν μέχρι το έτος 2025” όπως ακριβώς δήλωσε, χωρίς να δώσει περαιτέρω διευκρινίσεις, θα είναι είτε Rafale στο σύνολό τους, είτε με την προσθήκη 18 έως 24 F-35A. Δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει επίσης, ότι η προμήθεια 20 τέτοιων μαχητικών από την Ελλάδα έχει κοστολογηθεί ήδη από την κατασκευάστρια εταιρεία σε τρία δισεκατομμύρια δολάρια, σε μια συμφωνία που συμπεριλαμβάνει υποδομές και “εν συνεχεία υποστήριξη” (FOS: Follow-on-Support) των μαχητικών.

Επειδή λόγω του κατεπείγοντος χαρακτήρα της προμήθειας των Rafale υπάρχουν αρκετά που δεν έγιναν και με απόλυτα σύννομο τρόπο, περιθώριο άσκησης κριτικής από την αντιπολίτευση υπάρχει. Γι’ αυτό εξάλλου, η σύμβαση θα γίνει… νόμος του κράτους. Για να μην υπάρχει περιθώριο αναζήτησης ευθυνών από τους εμπλεκόμενους.

Δηλαδή τους στρατιωτικούς, για να μην “μασάμε” τα λόγια μας, καθώς οι Έλληνες πολιτικοί έχουν φροντίσει για την παραγραφή κάθε αδικήματος στην πενταετία… Στο θέμα θα επανέλθουμε, αν και τονίζουμε προς κάθε κατεύθυνση, ότι απόλυτη προτεραιότητα είναι η ολοκλήρωση της συμφωνίας και η έλευση των μαχητικών στην Ελλάδα όσο το δυνατόν συντομότερα.

ΤΑ ΣΕΝΑΡΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΣΤΟΛΟΥ ΣΕ ΟΡΟΦΗ 200 ΜΑΧΗΤΙΚΩΝ
Σε ένα σύντομο συνολικότερο σχόλιο, η Πολεμική Αεροπορία δείχνει να έχει μπροστά της δύο δρόμους που μπορεί δυνητικά να ακολουθήσει τα επόμενα χρόνια. Ο ένας φαίνεται πως είναι η απόφαση σταδιακής αντικατάστασης του στόλου των Mirage 2000-5 με τα νεότερης γενιάς και τεχνολογικά προηγμένα, άρα επιχειρησιακά πιο αποτελεσματικά Rafale.

Θεωρητικά, υπάρχει το περιθώριο πώλησης των ικανότατων Mirage 2000-5 με στόχο έναν στόλο γαλλικών μαχητικών που θα αποτελείται αποκλειστικά από Rafale. Από οικονομικής απόψεως αυτό δείχνει -καταρχήν- ως η βέλτιστη απόφαση, καθότι μειώνει την πολυτυπία που συνεπάγεται αυξημένο κόστος.

Ο υπολογισμός αυτός θα μπορούσε να “νοθευτεί” και να προκύψουν άλλα συμπεράσματα, εάν το ευνοϊκό γεωπολιτικό περιβάλλον και η προοπτική προμήθειας Rafale από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), θα επέτρεπαν τον ανασχεδιασμό της σύστασης του στόλου της Πολεμικής Αεροπορίας, με την εξασφάλιση μιας Μοίρας εμιρατινών Mirage 2000-9, τα οποία είναι σχεδόν πανομοιότυπα με τα ελληνικά.

Αυτή η απόφαση όμως θα πρέπει να ληφθεί σε συνάρτηση με την οροφή μαχητικών της Πολεμικής Αεροπορίας. Υποθέτουμε λοιπόν ότι ισχύουν τα 200 μαχητικά αεροσκάφη για τη μελλοντική δύναμη της Πολεμικής Αεροπορίας, με στόχο να είναι ανά πάσα στιγμή ετοιμοπόλεμα περί τα 150.

Με δεδομένα τα 84 F-16V, τα Mirage 2000-5 και τα 40 Rafale, φτάνουμε στα 160+ προηγμένα αεροσκάφη σε ελληνικό οπλοστάσιο. Με την προσθήκη της αναβάθμισης και των F-16 Block 50, ο συνολικός αριθμός θα είναι περί τα 200, δηλαδή τη γνωστή μέχρι σήμερα οροφή!

Αυτό συνηγορεί και με τη λογική της σταδιακής αντικατάστασης όλων των γαλλικών μαχητικών Mirage 2000-5 με Rafale, με σκοπό να επιτευχθεί ομοιοτυπία, η οποία με τη σειρά της εξασφαλίζει οικονομίες κλίμακος. Δηλαδή τα 40 Rafale και εν συνεχεία τη σταδιακή αντικατάσταση των Mirage 2000-5 επίσης με Rafale. Οπότε συζητάμε για έναν ομοιογενή “γαλλικό” στόλο από περίπου 60 μαχητικά Rafale.

Εάν αυτό δεν συμβεί και μείνουμε με μία συν μία μοίρες Rafale και Mirage 2000-5, τα γαλλικά αεροσκάφη σε ελληνικό οπλοστάσιο θα είναι περίπου 40, οπότε για τη συμπλήρωση της οροφής των 200 μαχητικών στο μέλλον, θα προκύψει ένα κενό της τάξεως της μίας Μοίρας. Θεωρητικά, σε αυτή την περίπτωση οι λύσεις που είναι διαθέσιμες είναι τρεις

Η πρώτη είναι η αναβάθμιση και των F-16 Block 30, καθώς απάρτια από την αναβάθμιση των Block 52+ Advanced περισσεύουν ακόμα και μετά την ολοκλήρωση της αναβάθμισης των Block 50. Να υπενθυμιστεί επίσης ότι τα “30άρια” δεν χρειάζονται δομική ενίσχυση. ΑΥτό σημαίνει ότι το κόστος της αναβάθμισής τους θα είναι σημαντικά χαμηλότερο από αυτό των “50αριών”.

Η άλλη λύση που περιγράφηκε ήδη, θα ήταν η απόκτηση και τρίτης Μοίρας Rafale. Η προμήθεια θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από την πώληση Mirage 2000-5 και F-16 Block 30, με τα δεύτερα να πιάνουν τιμή που θα εξέπληττε, εάν προσφερθούν αναβαθμισμένα.

Η λογική όμως λέει όμως, ότι η τρίτη λύση, δηλαδή τα υπόλοιπα αεροσκάφη που θα συμπληρώσουν τα 200 της οροφής της δύναμης της Πολεμικής Αεροπορίας, θα είναι τα 5ης γενιάς F-35 Lightning II.

Οπότε στο προσεχές διάστημα, η Πολεμική Αεροπορία θα πορευθεί έχοντας από μία μοίρα Rafale και Mirage 2000-5 και η ομοιοτυπία του στόλου των γαλλικών μαχητικών σε ελληνικό οπλοστάσιο, θα επιτευχθεί λογικά στο μέλλον, με την αντικατάσταση των Mirage με Rafale.

ΘΑ ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΘΕΙ Η ΑΙΤΙΑ ΠΟΥ ΕΠΙΒΑΛΕΙ “ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ” ΣΤΗΝ ΤΗΡΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ;
Τούτων λεχθέντων, καλό θα ήταν να δείξουν όλες οι πολιτικές δυνάμεις υπευθυνότητα, ασκώντας κριτική για τα σωστά θέματα. Ας αποδειχθεί επιτέλους, ότι τα πολιτικά κόμματα διαθέτουν τους μηχανισμούς παροχής έγκυρων – ορθολογικών συμβουλών και συλλογής αξιόπιστων πληροφοριών, ώστε τουλάχιστον να μην ακούγονται δημοσίως, ασυναρτησίες που μας εκθέτουν.

Γενικότερα όμως, οι διευκρινίσεις του ΥΕΘΑ, προφανώς δεν κρίθηκαν ικανοποιητικές ακόμα και από σημαίνοντα στον χώρο της άμυνας κοινοβουλευτικά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, όπως ο πρώην υφυπουργός Εθνικής Άμυνας Δαβάκης, ο οποίος αντέδρασε.

Οι αντιδράσεις Δαβάκη ως επικεφαλής της Επιτροπής Εξοπλισμών της Βουλής, ίσως επικεντρώνεται στον -κατά τρόπον- παραμερισμό της σε ένα θέμα απόλυτης αρμοδιότητας, επί του οποίου υπό φυσιολογικές συνθήκες έπρεπε να γνωμοδοτήσει.

Διότι όσα έγιναν απασχόλησαν την Επιτροπή Εξωτερικών και Άμυνας. Έμμεσο μήνυμα του “γεωπολιτικού χαρακτήρα” της επιλογής; Ή μήπως αντανακλά την επιθυμία η συζήτηση να αποφύγει τους “τεχνικούς σκοπέλους”;

Να σημειωθεί με την ευκαιρία, ότι εντύπωση προκάλεσε ότι η αρχική τοποθέτηση της πλειοψηφίας για το θέμα έγινε από τον βουλευτή Καβάλας Μακάριο Λαζαρίδη (περιφέρεια που εκλέγεται και ο ΥΕΘΑ). Ο Λαζαρίδης εργάστηκε επί δεκαετίες ως δημοσιογράφος και μάλιστα με εξειδίκευση -και βαθιά γνώση- στα του χώρου της άμυνας.

Εν κατακλείδι θα πρέπει να γίνει ένα θεμελιώδες σχόλιο για την κατάσταση που δημιουργήθηκε χθες στη Βουλή. Η ανάγκη ψήφισης νόμου για τα Rafale, όπως και για τις συμβάσεις υποστήριξης των Mirage και των όπλων τους, προέκυψε από την ακαταλληλότητα του υφιστάμενου νομοθετικού πλαισίου.

Όταν όμως έχει διαπιστωθεί η ακαταλληλότητα και ο αντιπαραγωγικός χαρακτήρας του υφιστάμενου πλαισίου, η λογική επιβάλει την αντικατάσταση με κάτι λειτουργικό που να ανταποκρίνεται στις πραγματικότητες του χώρου. Η θεσμική εμπειρία υπάρχει. Άρα, ερώτημα πρώτο: Τι θα γίνει επιτέλους με τον νόμο περί προμηθειών; Θα ασχοληθεί επιτέλους η εθνική αντιπροσωπεία σε συνεργασία με το ΥΠΕΘΑ;

Διότι τον Θανάση Δαβάκη δεν μπορεί να τον κατηγορήσει κανείς, καθώς υπάρχουν αρκετοί αυτόπτες και αυτήκοοι στη Βουλή που τον έχουν ακούσει στο πλαίσιο της Επιτροπής Εξοπλισμών να θέτει στις πολιτικές ηγεσίες του ΥΠΕΘΑ, στερεοτυπικά, το ίδιο ερώτημα: “Τι θα γίνει ρε παιδιά με αυτό τον νόμο, θα μας τον φέρετε;” Και ο νόμος δεν ερχόταν…

Το τελευταίο ερώτημα απευθύνεται στην ηγεσία του υπουργείου Εθνικής Άμυνας: Είστε σίγουροι αγαπητοί ότι ο νόμος που τελικά φέρνετε στη Βουλή διορθώνει τα κακώς κείμενα του παρελθόντος και δεν θα απαιτηθεί ξανά η ψήφιση κάποιας σύμβασης ως νόμου, για να αποφευχθούν παρατράγουδα και την ταλαιπωρία αξιωματικών και πολιτικών στη Δικαιοσύνη;

Διότι εμείς δεν είμαστε, έχοντας παρακολουθήσει το θέμα την τελευταία δεκαετία και έχοντας διαπιστώσει στην πράξη πως “δούλεψε” ο νόμος. Δεν αποκαλείται τυχαία ως “νόμος μη προμηθειών” στα Επιτελεία.

Ένα νομοθέτημα το οποίο μπορεί να ψηφίστηκε με τις αγνότερες των προθέσεων για να φέρει τη διαφάνεια και τη λογοδοσία, στην πράξη όμως απέτυχε και υπονόμευσε την εθνική άμυνα, καθιστώντας αδύνατη την ομαλή διεκπεραίωση των προγραμμάτων.

Το νομοθέτημα που είχε ετοιμαστεί μετά από μακρά διαδικασία διαβουλεύσεων ανάμεσα σε όλους τους εμπλεκόμενους ώστε να καταγράψει αυθεντικά τη δυσλειτουργία του συστήματος, “μπασταρδεύτηκε” επικίνδυνα στην τελική ευθεία, όπως συζητιέται ήδη στα Επιτελεία.

Η Επιτροπή Εξοπλισμών, έχει την υποχρέωση να εμφανιστεί διαβασμένη στη σχετική συζήτηση. Κι εμείς από την πλευρά μας, έχουμε καταθέσει επιχειρηματολογώντας ευθαρσώς, την άποψή μας.