Hydra 70… «Fire & Forget» και για τα ελληνικά ελικόπτερα;

(VIDEO) Το αμερικανικό Ναυτικό παρουσίασε σε Συμπόσιο της Ένωσης Ναυτικών Ελικοπτέρων, μια διαφορετική έκδοση της ρουκέτας Hydra 70 από την έκδοση APKWS του στρατού, σε μια προσπάθεια να αναπτύξει φθηνότερα έξυπνα πυρομαχικά. Το αντίστοιχο πρόγραμμα του στρατού, μετά την προσαρμογή κατάλληλου μηχανισμού καθοδήγησης στον κορμό της ρουκέτας, απέδωσε ένα βλήμα που κατευθυνόταν στο στόχο μέσω ιχνηλάτισης της δέσμης λέιζερ από τον φορέα εκτόξευσης ή άλλη αντίστοιχη πηγή.

Στις 15 Φεβρουαρίου το defencepoint.gr είχε κάνει σχετική αναφορά για το APKWS II (Advanced Precision Kill Weapon System II) την οποία μπορείτε να ξαναδιαβάσετε στον ακόλουθο σύνδεσμο: http://www.defence-point.gr/news/?p=9039

Από την πλευρά του, το αμερικανικό Ναυτικό ξεκίνησε το 2000 δικό του πρόγραμμα ανάπτυξης έξυπνων πυρομαχικών τα οποία θα βάλλονται από τα ελικόπτερα του κι από τα ελικόπτερα των Πεζοναυτών. Υπεύθυνο για την ανάπτυξη του προγράμματος είναι το Γραφείο Ναυτικών Ερευνών, με βοήθεια σε ορισμένους τομείς (ηλεκτρο-οπτικά) από τη DARPA και την υπηρεσία προμηθειών του υπουργείου Άμυνας της Νοτίου Κορέας, έπειτα από Μνημόνιο Κατανόησης που υπεγράφη το 2007.

Η ονομασία που του έδωσε αρχικά το ναυτικό ήταν LOGIR (Low-cost Guided Imaging Rocket) με κύρια διαφορά την καθοδήγηση με υπέρυθρα, αντί της ημι-ενεργού λέιζερ. Αρχικά το πρόγραμμα είχε ξεκινήσει ως μία ιδέα για τον εξοπλισμό των Μη Επανδρωμένων Αεροχημάτων της Ν. Κορέας και των Fire Scout του αμερικανικού ναυτικού. Σήμερα, το ίδιο πρόγραμμα εξελίσσεται με την ονομασία LCITS (Low Cost Imaging Terminal Seeker)στοχεύοντας στην εμπλοκή στόχων σε χρονικό διάστημα κάτω των 15 δευτερολέπτων.

Το πρόγραμμα LOGIR λάμβανε τον κορμό της ρουκέτας Hydra 70 και προσέθετε νέο σύστημα καθοδήγησης κι ελέγχου, αδρανειακό σύστημα πλοήγησης και θερμικό ανιχνευτή για την τερματική καθοδήγηση. Η κατάδειξη του στόχου θα γινόταν από το σύστημα FLIR του φορέα εκτόξευσης. Μετά την βολή του το βλήμα θα χρησιμοποιούσε τα ιδία μέσα για την παρακολούθηση του στόχου και την καταστροφή. Το βεληνεκές του υπολογίζεται στα 5.000 μέτρα.

Όταν το πρόγραμμα έλαβε τη νέα του ονομασία, LCITS, απέκτησε σύνδεση δεδομένων (WDL – Weapons Datalink), που σημαίνει ότι το βλήμα θα είναι fire & forget, αλλά θα έχει και τη δυνατότητα να επαναπρογραμματιστεί για την προσβολή άλλου στόχου κατά τη διάρκεια της πτήσης του. Σε αυτό το σημείο ο ασύρματος QNT της DARPA προσφέρει τη μεταφορά δεδομένων, με μεγαλύτερες δυνατότητες από αυτές του Link 16.Ταυτόχρονα μεγιστοποιήθηκε το βεληνεκές του στα 7.000 μέτρα. Η δυνατότητα εμπλοκής των στόχων γίνεται σε τόξο 120 μοιρών.

Δοκιμές αποδοχής της τεχνολογίας εκτελέστηκαν πριν από ένα χρόνο περίπου, με τον στόχο να αποτελούν ταχύπλοα σκάφη μεγέθους φουσκωτών, τα οποία θα ήταν πολύ ακριβό να προσβληθούν με μεγαλύτερα και ακριβότερα βλήματα. Φυσικά η χρήση φουσκωτής λέμβου είχε στόχο να αποδείξει τις δυνατότητες του βλήματος κι όχι αποκλειστικά τη λογική ότι θα προσβάλλουν φουσκωτές λέμβους με αυτού του είδους τα βλήματα. Η βολή εκτελέστηκε από ελικόπτερα AH-1W των Πεζοναυτών, σε συνεργασία με τη Raytheon.

Σύμφωνα με την έρευνα και τις πληροφορίες του defencepoint.gr, το κόστος του νέου βλήματος υπολογίζεται ότι θα ανέρχεται στα 25.000 δολάρια περίπου ανά μονάδα. Αν αναλογιστούμε ότι το κόστος ενός Hellfire των αρχικών εκδόσεων κοστίζει 80.000 δολάρια περίπου και της έκδοσης «–K» 100.000 δολάρια, ανά μονάδα, γίνεται κατανοητό πόσο ελκυστική είναι η προμήθεια ενός τέτοιου βλήματος.

Προφανώς μια τέτοια προσθήκη στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, και πάντα με την προϋπόθεση να το επιτρέψουν τα οικονομικά της χώρας, θα προσφέρει μεγάλη οικονομία περιορίζοντας την ανάγκη χρήσης των κατά πολύ ακριβότερων βλημάτων Hellfire για την προσβολή μικρότερων και «μαλακών» στόχων, ακόμα και για την προσβολή θαλασσίων στόχων. Επιπλέον, σε μελλοντικό στάδιο δεν είναι καθόλου απίθανο να δούμε την ενσωμάτωση των έξυπνων ρουκετών σε κάποια χερσαία πλατφόρμα.