H σχέση του Γιάννου με τις γαλλικές φρεγάτες [email protected]… διαφθορά, ευκταίο και εφικτό

Η «υπόθεση Παπαντωνίου» πρέπει να εξεταστεί 1) υπό το πρίσμα της διαφθοράς, 2) ως επιχειρησιακό ζήτημα που αφορά το Πολεμικό Ναυτικό και φυσικά τη διαδικασία έγκριση ενός εξοπλιστικού προγράμματος που εμπλέκει πολιτική και στρατιωτική ηγεσία στο ΥΠΕΘΑ και 3) ως ζήτημα που άπτεται της πραγματικής οικονομικής δυνατότητας μιας χώρας στη δεδομένη χρονική στιγμή έγκρισης και προώθησης υλοποίησης μιας προμήθειας.

Του Ζαχαρία Β. Μίχα
(Διευθυντής Μελετών Ινστιτούτου Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας, ΙΑΑΑ/ISDA, συντομευμένη έκδοση του άρθρου φιλοξενείται σήμερα στην εφημερίδα ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ)

Η διάσταση της διαφθοράς

Μια βασική θεμελιακή παρατήρηση, είναι ότι ασχέτως του αν έτυχε έγκρισης της στρατιωτικής και εν συνεχεία της πολιτικής ηγεσίας μια εξοπλιστική προμήθεια, με όλες τις προβλεπόμενες διαδικασίες, η αποδοχή «παρανόμων πληρωμών» είναι ποινικώς κολάσιμη πράξη και ορθώς η Δικαιοσύνη ασχολείται για να διαλευκάνει την υπόθεση. Το ζητούμενο βέβαια είναι η ύπαρξη ακλόνητων αποδεικτικών στοιχείων.

Δηλαδή και να εντοπιστεί η πορεία του χρήματος και αυτό να συνδεθεί με την εταιρία που υποτίθεται ότι τα κατέβαλε. Εάν ο πρώην υπουργός καταδικαστεί για δωροληψία από την εταιρία Thales που εμπλέκεται στην υπόθεση της αναβάθμισης των φρεγατών τύπου «S», το ελληνικό κράτος θα πρέπει να κινηθεί εναντίον της.

Κι αυτό τη στιγμή που υποτίθεται ότι Πολεμικό Ναυτικό και ΥΠΕΘΑ συζητούν την προμήθεια των φρεγατών τύπου [email protected], των οποίων πολλά συστήματα κατασκευάζονται από την Thales. Άρα, η υπόθεση θα εμπλέξει και τις διεθνείς σχέσεις της χώρας.

Επιχειρησιακή παράμετρος και οικονομική κατάσταση

Οι δυο παράμετροι συνδέονται, με την πρώτη να εξαρτάται από τη δεύτερη. Επίσης, μια θεμελιακή επισήμανση που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης, είναι η ακόλουθη: Είναι σαφέστατα προτιμότερες οι νέες ναυπηγήσεις, σταδιακά, ώστε με πρόγραμμα να αποσύρονται κάθε 2-5 χρόνια πολεμικά πλοία που εξαντλούν το όριο του επιχειρησιακού τους βίου, παρά να αναβαθμίζεις υφιστάμενα.

Κι αυτό, χωρίς να γίνονται «εκπτώσεις» στο επιχειρησιακό επίπεδο. Δηλαδή, να γίνονται αποδεκτές «μειωμένες επιδόσεις», συνεπεία της γήρανσης των οπλικών συστημάτων, καθώς και νεότατα συστήματα να ολοκληρώσεις σε ένα παλιό «σκαρί», το τελευταίο δεν θα πάψει να βγάζει προβλήματα.

Τούτου λεχθέντος, το ενδιαφέρον περνάει στο οικονομικό σκέλος. Θα πρέπει να διασφαλιστεί η ροή των κονδυλίων που απαιτούνται σε βάθος χρόνου, ώστε να ολοκληρωθεί με επιτυχία το ναυπηγικό πρόγραμμα και να αποσύρονται σταδιακά τα πλοία του παλαιότερου τύπου, συνήθως με την ίδια σειρά που ναυπηγήθηκαν.

Κατά συνέπεια, κομβικό ρόλο παίζουν τα διαθέσιμα κονδύλια. Διότι για να τεκμηριωθεί ότι ο Γιάννος Παπαντωνίου επέβαλε την αναβάθμιση, υπονοώντας ότι υπήρξε μη νόμιμη συνεννόηση με την εταιρία, πρέπει να αποδειχθεί ότι τα χρήματα για νέες ναυπηγήσεις υπήρχαν.

Άρα υπάρχει το ευκταίο και το εφικτό, η ναυπήγηση νέων φρεγατών και η αναβάθμιση των υφισταμένων, αντίστοιχα. Εκείνη την εποχή όμως, τα βάρη από προμήθειες οπλικών συστημάτων από το παρελθόν ήταν ήδη δυσβάστακτα. Γι’ αυτό απαιτείται προσεκτικός και μακροχρόνιος προγραμματισμός στις εξοπλιστικές προμήθειες, ώστε να καλύπτονται με ορθολογισμό οι ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας.

Για να επιλεγεί με ασφάλεια η λύση της ναυπήγησης νέων φρεγατών, έπρεπε να διασφαλιστεί η διάθεση κονδυλίων στους επόμενους προϋπολογισμούς. Η εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας όμως, δεν συνηγορεί στο ότι η επιλογή της αναβάθμισης δεν ήταν ορθολογική. Ο σχετικός πίνακας που ακολουθεί είναι αποκαλυπτικός.

Είναι ενδεικτικός για τις «ουρές» των αποπληρωμών των εξοπλιστικών προγραμμάτων που επεκτείνονται για πολλά χρόνια μετά την υπογραφή των συμβάσεων. Επίσης, είναι φανερή η ραγδαία αποκλιμάκωση του ύψους των συμβάσεων των κύριων εξοπλιστικών προγραμμάτων από το 2004 και μετά.

Οι οικονομικές υποχρεώσεις για την αποπληρωμή των προγραμμάτων που συμβασιοποιήθηκαν το διάστημα 1998-2003 δεν άφηναν περιθώρια για υπογραφή νέων συμβάσεων μεγάλου ύψους.

Συμπερασματικά, η πολυπλοκότητα του προβλήματος αποδεικνύει ότι μαζί με την ανάγκη ύπαρξης διαφάνειας και νομιμότητας στα εξοπλιστικά των Ενόπλων Δυνάμεων, υπάρχει και η ανάγκη ορθολογισμού στη συζήτηση των πραγματικών δεδομένων μιας υπόθεσης που αφορά την ελληνική άμυνα και ασφάλεια.