Γιατί ο Μητσοτάκης ίσως έπρεπε ακόμα και να ζητήσει ο ίδιος παρέμβαση του Αντ. Σαμαρά…

Πολλά σχόλια γράφτηκαν για την παρέμβαση του πρώην πρωθυπουργού, Αντώνη Σαμαρά, με την ευκαιρία της επανέναρξης των διερευνητικών επαφών Ελλάδας-Τουρκίας στην Κωνσταντινούπολη, στο πλαίσιο της συνέντευξής του στην “Καθημερινή της Κυριακής”. Όλα σχεδόν κινήθηκαν στη γενική εκτίμηση ότι επρόκειτο για μια δημόσια επανεμφάνιση η οποία στόχο είχε να καταγραφεί η διαφορά αντιλήψεων που επικρατεί στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας για την ενδεικνυόμενη πολιτική αντιμετώπισης της Τουρκίας. Τα… κακεντρεχή σχόλια έφτασαν στο σημείο να κατηγορήσει τον Σαμαρά, ότι η στάση του είναι διαφορετική όταν είναι επικεφαλής “εσωτερικής αντιπολίτευσης” από αυτή ως επικεφαλής κυβέρνησης..

Σχολιάζει ο ΜΙΧΑΗΛ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Στην ερώτηση τι κάνουμε ως Ελλάδας εάν η Τουρκία επιμείνει στην τακτική να απαιτεί συζήτηση ακόμα και επί ζητημάτων που άπτονται της ελληνικής κυριαρχίας, ο Αντώνης Σαμαράς έδωσε μια απάντηση η οποία υποτίθεται δυσκολεύει τη διαχείριση του θέματος από την ελληνική κυβέρνηση.

Απάντησε: “Επιμένουμε κι εμείς: Αρνούμαστε να συζητήσουμε πώς θα μοιράσουμε τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας! Γιατί, εάν δεχόμασταν να μπούμε σε τέτοια συζήτηση, το θέμα δεν είναι «να τους δώσουμε κάτι, ώστε να σώσουμε τα υπόλοιπα»-όπως υποστηρίζεται από ορισμένους. Διότι, αφού πάρουν κάτι τώρα, θα επανέλθουν με νέες απειλές, ώστε να πάρουν και άλλα… Γι΄αυτό και έχω πει: Με «πειρατές» δεν κάνω διάλογο”. Και συνέχισε: “Πέρα από το blame game που προσπαθούμε να παίξουμε, υπάρχει και το power game, που πρέπει κάποτε να μάθουμε”.

Τις αντιρρήσεις του εξέφρασε όμως και για την προοπτική προσφυγής στη Χάγη για τη διευθέτηση… όχι των διμερών διαφορών, αλλά των μονομερών τουρκικών διεκδικήσεων. «Μην κάνετε λάθος. Αυτό που μας ζητούν δεν είναι να προσφύγουμε στη Χάγη με βάση το διεθνές δίκαιο. Γιατί η Τουρκία δεν δέχεται το διεθνές δίκαιο της θάλασσας. Ούτε να το υπογράψει. Και άρα τέτοιο κοινό πλαίσιο προσφυγής δεν υπάρχει”.

Ο Σαμαράς όμως έβαλε και τη διάσταση η Ελλάδα να πιεστεί, “να συρθεί” στη Χάγη υπογράφοντας συνυποσχετικό με την Τουρκία. “Δηλαδή, να δεχθούμε να λυθούν οι διαφορές μας όχι όπως προβλέπει το διεθνές δίκαιο, αλλά όπως θέλει η Τουρκία”. Εδώ η απάντηση που δίνει ο πρώην πρωθυπουργός δεν γίνεται επαρκώς κατανοητή, διότι ο ίδιος δεν τη διευκρίνισε σωστά.

Η αναφορά προφανώς αφορά την επιβολή στο διεθνές δικαστήριο μέσω του συνυποσχετικού, του νομικού πλαισίου βάσει του οποίου η Χάγη θα εκφράσει τη δικανική της κρίση, όπως δικαιούνται οι προσφεύγοντες. Επί της ουσίας όμως θα έχει βάλει τη “σφραγίδα” του νομιμοποιώντας μια λύση στην οποία θα έχουν καταλήξει από πριν οι δυο χώρες. Αυτό έχει τη χρησιμότητα ότι θα βοηθήσει το να “πουληθεί” η συμφωνία στο εσωτερικό.

Τούτων λεχθέντων, γίνεται κατανοητή η αναφορά του Σαμαρά στο θέμα: “Δυστυχώς, αυτό μας ζητάνε…. Δηλαδή να παραιτηθούμε εξαρχής, μόνοι μας, από όλα όσα προβλέπει υπέρ μας το διεθνές δίκαιο. Με απλά λόγια: Εμείς, με το συνυποσχετικό να έχουμε παραχωρήσει από πριν θαλάσσια οικόπεδα και να ζητήσουμε μετά από τη Χάγη να βάλει τη σφραγίδα … του τοπογράφου μηχανικού. Σε αυτό έχω διαφωνήσει κατηγορηματικά. Και δεν διαφωνώ μόνον εγώ. Έχουν διαφωνήσει σχεδόν οι πάντες στην Ελλάδα”.

Τέλος, ο Αντώνης Σαμαράς επέμεινε στις γνωστές θέσεις του, ότι η Συμφωνία των Πρεσπών δεν ήταν εθνικά επωφελής και επί της ουσίας επιδείνωσε το πρόβλημα αντί να το επιλύσει, ξεκαθαρίζοντας ότι σε περίπτωση που έρθουν προς ψήφιση στη Βουλή οι συμφωνίες με τη “Βόρεια Μακεδονία”, ο ίδιος θα αρνηθεί να τις επικυρώσει. Ενδεχομένως προσκείμενοι σε αυτόν βουλευτές…

Με βάση τα προαναφερόμενα, είναι λογική η στάση των αναλυτών ότι δημιουργεί σημαντικό πρόβλημα στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Υπάρχει όμως και ένα μεγάλο “αλλά” και αφορά τη διαπραγματευτική θέση της χώρας. Η παρέμβασή του διευκολύνει μάλλον παρά δυσχεραίνει την αποστολή της κυβέρνησης.

Διότι η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα και το υπουργείο Εξωτερικών έχουν ένα μεγάλο όπλο στην “εθνική φαρέτρα”. Την αυταπόδεικτη, χάρη στην παρέμβαση Σαμαρά, αδυναμία της κυβέρνησης να περάσει όσα επιθυμεί η Τουρκία, ακόμα και αν υποτεθεί ότι το θέλει.

Οι δε τουρκικές επιθυμίες σιγοντάρονται εμμέσως από τον διεθνή παράγοντα που ως βασικό στόχο έχει τη γενική αποκατάσταση της ηρεμίας στην περιοχή, ασχέτως εάν αυτό θα συμβεί εις βάρος των νομίμων με βάση το διεθνές δίκαιο συμφερόντων της Ελλάδας.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει ένα ισχυρό όπλο στα χέρια της για να αμυνθεί. Κι αυτό δεν είναι άλλο από την προοπτική εσωτερικής αποσταθεροποίησης. Ουδείς μπορεί να ζητά αξιόπιστα από μια κυβέρνηση να αυτοκτονήσει πολιτικά για κάποιο γενικώς και αορίστως οριζόμενο “κοινό καλό”.

Επί της ουσίας δηλαδή της ψευδαίσθησης ότι η ηρεμία στην Ανατολική Μεσόγειο και γενικότερα τη Νοτιοανατολική Ευρώπη θα αποκατασταθεί επειδή θα ικανοποιηθεί η Τουρκία. Η χώρα του Ερντογάν και επί Κεμαλιστών και επί Ισλαμιστών, είναι μια χώρα που έχει πολλάκις αποδείξει ότι επανέρχεται διεκδικώντας και μάλιστα με την ίδια νοοτροπία του περιφερειακού “νταή“.

Αυτό φυσικά ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη επιθυμεί τουλάχιστον να αποτρέψει τις πιο κραυγαλέες από τις διεκδικήσεις των Τούρκων. Τα ίδια ισχύουν και για τις “Πρέσπες“, όπου οι εξελίξεις από τη χρονική στιγμή της υπογραφής κάθε άλλο παρά δικαιώνουν τις προσδοκίες.

Παράλληλα θα πρέπει να συνεχίσει να προωθεί το πρόγραμμα επανεξοπλισμού των Ενόπλων Δυνάμεων για την αποκατάσταση της αποτρεπτικής τους αξιοπιστίας. Το πραγματικό “όπλο” στα χέρια της ελληνικής διπλωματίας…