Ένοπλες Δυνάμεις: Οι προτεραιότητες της χώρας, η εξοπλιστική… διπλωματία και οι άμεσες ανάγκες

Αυτό που δύσκολα γίνεται κατανοητό στη σημερινή συγκυρία, είναι πως οι κυβερνήσεις δεν αντιλαμβάνονται ότι τα προβλήματα των Ενόπλων Δυνάμεων είναι εντελώς αδικαιολόγητο να αντιμετωπίζονται με τρόπο, που δεν απέχει πολύ από την αδιαφορία. Προς το παρόν, η κυβέρνηση Μητσοτάκη δείχνει να ακολουθεί πανομοιότυπη συνταγή με αυτή της κυβέρνησης Τσίπρα. Με τα πλεονάσματα φρόντιζε να μοιράσει “φιλοδωρήματα” σε πληθυσμιακές ομάδες, τις οποίες θεωρούσε δυνάμει ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ.

Γράφει ο ΖΑΧΑΡΙΑΣ Β. ΜΙΧΑΣ*

Η κυβερνητική φθορά σε εποχή Μνημονίων είχε πλήξει σοβαρά τον Τσίπρα, άρα από πολιτικής απόψεως, η απόφαση να δίνει “φιλοδωρήματα” εν όψει εκλογών μπορεί να γίνει κατανοητή. Εξάλλου, η πολιτική λογική ήταν ανέκαθεν λίγο περίεργη… Μπορεί να αντιβαίνει κραυγαλέα με το οφθαλμοφανές συμφέρον της χώρας, το οποίο αναγνωρίζουν σχεδόν οι πάντες σε ιδιωτικές συζητήσεις, αλλά παραμένει τουλάχιστον εξηγήσιμη.

Ω του θαύματος, όταν έρθει η κρίσιμη στιγμή, οι ιδιοτελείς πολιτικά υπολογισμοί τελικά πάντα επικρατούν. Ίσως, οι εκάστοτε κρατούντες να σκέφτονται, ότι για να σώσουν την Ελλάδα, πρέπει πρώτα να διατηρηθούν με όσο το δυνατόν καλύτερους όρους στην εξουσία! Τι άλλο να πει κανείς;

Σήμερα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι έτοιμη να ανακοινώσει ένα καλό οικονομικό αποτέλεσμα, με ένα σεβαστό ποσό που έχει περισσέψει συγκριτικά με τον στόχο. Οπότε υπάρχει ποσό προς αξιοποίηση. Προφανώς, η κατανομή του θα γίνει με κριτήριο τον τρόπο που αντιλαμβάνεται η κυβέρνηση τις προτεραιότητες.

Η ελληνική κοινωνία έχει συνηθίσει να περιμένει να πληροφορηθεί ποιοι θα ωφεληθούν από αυτά τα χρήματα. Επί ημερών Τσίπρα επωφελήθηκαν ορισμένοι, σε μια πολιτική που απαξίωσε η τότε αντιπολίτευση, προκρίνοντας επί της ουσίας ως πολιτική το κινέζικο ρητό “από το να σε ταΐσω μια φορά ψάρι, προτιμώ να σε μάθω να ψαρεύεις”.

Οπότε, αναμενόταν η σημερινή κυβέρνηση να χρησιμοποιήσει τους περισσευούμενους πόρους για να απελευθερώσει τις δυνάμεις της οικονομίας από τις δυσβάστακτες επιβαρύνσεις, με σκοπό την ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας.

ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ Η ΑΜΥΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ;
Έλα όμως που η συγκυρία με την αυξημένη περιφερειακή αστάθεια και μια Τουρκία που επιδεικνύει πρωτοφανή επιθετικότητα, αλλάζει τις εθνικές προτεραιότητες. Από τη μία είναι η υβριδική επίθεση διά του Μεταναστευτικού κι από την άλλη η διαρκής απειλή στρατιωτικής εμπλοκής, καθώς η πολιτική του στρατιωτικού καταναγκασμού μπορεί ανά πάσα στιγμή να οδηγήσει σε θερμό επεισόδιο.

Ένα τέτοιο επεισόδιο, εάν δεν επιθυμούμε να οδηγήσει σε αρνητικά τετελεσμένα (π.χ. γεωτρήσεις στην ελληνική υφαλοκρηπίδα), δεν πρέπει να έχει την έκβαση της κρίσης των Ιμίων. Η Ελλάδα δεν πρέπει να συρθεί σε διαπραγμάτευση υπό το βάρος τετελεσμένου. Εάν συμβεί αυτό θα βραχυκυκλωθεί και η προσπάθεια οικονομικής ανάταξης, η οποία είναι αναγκαία για να δρομολογήσει την αποκατάσταση σε όλους τους παράγοντες ισχύος της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της στρατιωτικής ισχύος.

Καλό θα είναι βέβαια να μην προτρέχουμε, διότι μπορεί να γίνει η έκπληξη και μακάρι να γίνει. Η κυβέρνηση διαθέτει στελέχη με γνώση της “μεγάλης εικόνας”, που δεν πάσχουν από μονοδιάστατο οικονομισμό. Είναι η “μεγάλη εικόνα” που ανεβάζει τις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων στη λίστα των προτεραιοτήτων.

Κατά συνέπεια το ερώτημα είναι, εάν σκοπεύει η κυβέρνηση να αφιερώσει ένα μέρος του υπερπλεονάσματος για την κάλυψη κατεπειγουσών αναγκών των Ενόπλων Δυνάμεων. Ας πάρουμε το παράδειγμα του Πολεμικού Ναυτικού. Τα 350-400 εκατ. ευρώ που θα διατεθούν μπορούν να καλύψουν πολλές “τρύπες”.

ΠΡΩΤΑ ΔΙΑΣΦΑΛΙΖΕΙΣ ΝΑ “ΔΟΥΛΕΥΟΥΝ” ΟΣΑ ΗΔΗ ΔΙΑΘΕΤΕΙΣ…
“Τρύπες”, οι οποίες στην απευκταία περίπτωση που προκύψει κατάσταση στρατιωτικής ανάγκης, θα μπορούσαν να αλλάξουν την εικόνα, ακόμα και να κρίνουν το αποτέλεσμα. Το πιθανότερο είναι πως εάν έχουν κλείσει θα έχουν επηρεάσει τους υπολογισμούς της Άγκυρας, με την έννοια ότι μπορεί να την αποτρέψουν από τυχοδιωκτισμούς. Να σκεφτεί πολύ πριν αποφασίσει να “διαβεί τον Ρουβίκωνα” (όχι τον άλλον που το έχει ρίξει στον ιδιότυπο εσωτερικό ανταρτοπόλεμο).

Το DP που φιλοξενεί το σημερινό σχόλιο τοποθετήθηκε μόλις χθες, επιχειρηματολογώντας ότι από τη στιγμή που ο κίνδυνος που διατρέχει η χώρα είναι άμεσος και πέραν της οικονομικής στενότητας, το επιχειρησιακό όφελος από την απόφαση ναυπήγησης οποιουδήποτε καινούργιου τύπου πολεμικού πλοίου επιλεγεί, θα είναι μικρότερο από την κάλυψη άμεσων επιχειρησιακών αναγκών.

Αυτό δεν σημαίνει κατά καμία έννοια ότι το Πολεμικό Ναυτικό δεν έχει τεράστια ανάγκη από τη σταδιακή αντικατάσταση των κύριων μονάδων επιφανείας που διαθέτει. Όταν, όμως, η χώρα διαθέτει περιορισμένους πόρους και μια κατάσταση ασφαλείας που δεν θα σε περιμένει, τότε η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων δεν μπορεί να γίνεται με βάση το ευκταίο, αλλά το εφικτό, σε συνάφεια με την ταχύτητα παραγωγής μέρους έστω του επιθυμητού αποτελέσματος.

Όλα είναι απολύτως μετρήσιμα. Οι επιτελείς του Πολεμικού Ναυτικού με παρότρυνση από την πολιτική ηγεσία θα πρέπει να μετρήσουν κάτι πολύ απλό: Εάν επενδυθεί x ποσό άμεσα στη μερική έστω αποκατάσταση της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας του Κλάδου, άρα και των Ενόπλων Δυνάμεων συνολικά, πόσα χρόνια κερδίζει η χώρα, ώστε η εκταμίευση της δαπάνης για νέες ναυπηγήσεις να μετατεθεί χρονικά, έχοντας καλύψει πολύ πιο γρήγορα τις ανάγκες με “χειρουργικές” παρεμβάσεις;

Οι πλέον έμπειροι αναλυτές συμφωνούν ότι βασική προτεραιότητα για την Ελλάδα στον τομέα της άμυνας είναι να λειτουργούν όσο το δυνατόν αρτιότερα όσα οπλικά συστήματα η χώρα ήδη διαθέτει. Η τουρκική απειλή δεν πρόκειται να αναμένει το 2027 ή το 2028 να εντάξουμε επιχειρησιακά νέα οπλικά συστήματα για να την αντιμετωπίσουμε, ασχέτως πόσο αποτελεσματικά αναμένεται να είναι αυτά.

ΘΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΟΥΜΕ ΜΟΝΟΙ ΜΑΣ “ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΤΡΩΤΟΤΗΤΑΣ” Ή ΘΑ ΚΛΕΙΣΟΥΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΥΦΙΣΤΑΜΕΝΟ;
Εάν κινηθούμε σε μια τέτοια κατεύθυνση χωρίς να έχουμε καλύψει τις άμεσες ανάγκες, υπάρχει άλλος ένας κίνδυνος: Το μήνυμα που θα στείλουμε στην επιτιθέμενη τουρκική πλευρά, είναι ότι αν θέλει να πετύχει ευκολότερα τον στόχο της θα πρέπει να κάνει την κίνησή της πριν ενταχθούν οι νέες μονάδες. Ποιος θα αναλάβει ένα τέτοιο ρίσκο;

Πρόκειται για το περίφημο “παράθυρο τρωτότητας” (window of vulnerability) που μαθαίνουν στα “στρατηγικά” οι όχι λίγοι εξαιρετικά καταρτισμένοι αξιωματικοί που βρίσκονται σε θέσεις ευθύνης σήμερα. Το συμπέρασμα, λοιπόν, είναι ότι η κατανομή των κονδυλίων του υπερπλεονάσματος δεν μπορεί να μην συμπεριλαμβάνει τον τομέα της άμυνας.

Εκτός κι αν μια σύμβαση για την προμήθεια φρεγατών από τη Γαλλία συνοδεύεται από αμυντικό σύμφωνο, το οποίο θα προβλέπει ότι σε περίπτωση ελληνοτουρκικής κρίσης θα σπεύσει να συνδράμει την Ελλάδα ακόμα και το αεροπλανοφόρο Ντε Γκολ! Εάν αυτό υπήρχε στο τραπέζι, τότε θα μπορούσε κανείς να συζητήσει η επένδυση να γίνει στη ναυπήγηση νέων μονάδων επιφανείας, χωρίς να έχει διασφαλιστεί ότι στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα, ότι η Ελλάδα θα μπορεί να αντεπεξέλθει αμυντικά, αν προκύψει ανάγκη.

Ας επιστρέψουμε όμως στη σφαίρα του εφικτού. Δεν είναι δυνατό να συζητάμε εάν θα διατεθεί ένα εκατ. ευρώ περίπου ανά φρεγάτα για την αντικατάσταση του προωστηρίου σκεύους της, ώστε να διασφαλιστεί ότι στη δύσκολη στιγμή τουλάχιστον θα φθάσει εκεί που πρέπει το ταχύτερο. Πρέπει να φθάσει για να μπορέσει να αμυνθεί του πατρίου εδάφους, αν χρειαστεί.

Δεν είναι δυνατόν να συζητάμε σοβαρά για το αν αποτελεί προτεραιότητα ή όχι, το να διαθέτει το Πολεμικό Ναυτικό πολεμοφόδια γενικώς (πυρομαχικά, βλήματα, τορπίλες κ.λπ.). Η παραπομπή στη Βουλή του θέματος άμεσης απόκτησης τορπιλών βαρέως τύπου είναι ένα ενθαρρυντικό σημάδι. Θα αναμένουμε τις τελικές ανακοινώσεις.

Πρέπει να τονιστεί ότι και μόνο μια πρωθυπουργική αναφορά στην ανάγκη κάλυψης άμεσων αναγκών των Ενόπλων Δυνάμεων θα στείλει το σωστό μήνυμα σε φίλους και αντιπάλους, ότι η Ελλάδα επιστρέφοντας στην “κανονικότητα”, δεν εξαιρεί την άμυνά της. Αυτό από μόνο του δημιουργεί προϋποθέσεις συμμαχιών…

*Ο Ζαχαρίας Β. Μίχας είναι Διευθυντής Μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας