Ένα επαναληπτικό τυφέκιο τον 18ο αιώνα… Το “πολυβόλο” αεροβόλο (vid.)

Ο 18ος και ο 19ος αιώνας ήταν η περίοδος που όλοι οι στρατοί στηρίχθηκαν στο λειόκκανο εμπροσθογεμές μουσκέτο ως βασικό όπλο του πεζικού τους. Ωστόσο ένας οπλουργός στο Τυρόλο έβλεπε στο μέλλον. Ο Bartholomäus Girandoni ζούσε στο Τυρόλο. 

Παραδοσιακά η περιοχή αποτελούσε την πηγή των καλύτερων ελαφρών πεζών, των περίφημων «κυνηγών» του Αυστριακού Στρατού, οι οποίοι εκπαιδεύονταν κυνηγώντας οι ίδιοι στα ψηλά βουνά από την παιδική τους ηλικία. Για τους κατοίκους του Τυρόλο το τυφέκιό τους αποτελούσε απλώς προέκταση των χεριών τους.

Έτσι ο Αυστριακός εφευρέτης δημιούργησε, το 1779, ύστερα από χρόνια προσπαθειών, το πρώτο, πιθανότατα, επαναληπτικό τυφέκιο της ιστορίας. Το ομώνυμό του τυφέκιο ήταν αεροβόλο και ικανό να βάλει 30 βολές χωρίς επαναγέμιση της δεξαμενής πεπιεσμένου αέρα που διέθετε. Το τυφέκιο ήταν γνωστό σε Αυστρία και Γερμανία ως «τυφέκιο αέρος».

Ήταν σε χρήση με τον Αυστριακό Στρατό, σε περιορισμένους αριθμούς, στο διάστημα 1780-1815. Το βασικό του πρόβλημα όμως ήταν ότι για να γεμίσει πεπιεσμένο αέρα η δεξαμενή αέρος του χρειαζόταν ο χειριστής να χρησιμοποιήσει χειροκίνητη αντλία, πραγματοποιώντας 1500 περιστροφές του μοχλού αυτής! Το όπλο όμως είχε εξαιρετικά πλεονεκτήματα.

Είχε καταπληκτικό για την εποχή ρυθμό βολής και έβαλε άκαπνα βολίδες και άρα ο χειριστής του δεν προδίδονταν από τον καπνό. Ωστόσο παρουσίαζε προβλήματα που οδήγησαν και στην απόσυρσή του από την ενεργό υπηρεσία. Η δεξαμενή αέρος κατασκευάζονταν από σίδηρο, άλλα λόγω της ανεπαρκούς τεχνολογίας της εποχής υπήρχαν προβλήματα εφαρμογής, πέραν του ιδιαίτερα υψηλού κόστους παραγωγής.

Άλλο πρόβλημα ήταν ο χρόνος και ο κόπος για την επαναγέμιση της δεξαμενής αέρος. Το πρόβλημα αυτό περιορίστηκε με τη χρήση μεγάλων αντλιών μεταφερόμενων επί αμαξών. Ωστόσο η απόσυρση των στρατιωτών στις άμαξες με τις αντλίες την ώρα της μάχης δεν πρέπει να ήταν και ιδιαίτερα απλή υπόθεση. Επίσης το τυφέκιο αποδείχθηκε ιδιαίτερα ευαίσθητο και η δεξαμενή αέρος συχνά έσπαζε με αποτέλεσμα την αχρήστευσή του.

Λόγω των ανωτέρω οι στρατιώτες που έφεραν τα τυφέκια έπρεπε να είναι εξαιρετικά καλά εκπαιδευμένοι στη χρήση του, κάτι που δεν μπορούσε, πάντα, να συμβεί, αντίθετα με την εκπαίδευση στην χρήση του μουσκέτου που ήταν μια μάλλον απλή υπόθεση.

Το τυφέκιο είχε μήκος 1,2 μ. και βάρος 4,5 κιλών. Έβαλε βολίδες διαμετρήματος 13mm. (0,51 in ή κατ’ άλλους 0,46 in) και τροφοδοτείτο από γεμιστήρα 20 βολίδων. Μετά από κάθε βολή ο χρήστης έπρεπε να σηκώσει το τυφέκιο κάθετα για να κυλήσει στη θαλάμη από τον γεμιστήρα η επόμενη βολίδα. Ο κανονισμός εκστρατείας του ελαφρού πεζικού του 1788 αναφέρει ότι κάθε τυφεκιοφόρος έφερε μαζί τρεις, συνολικά, γεμάτες δεξαμενές πεπιεσμένου αέρος κατά τη μάχη. Έτσι κερδίζονταν χρόνος και αύξανε η ταχυβολία του όπλου.

Επίσης έφερε χειροκίνητη αντλία, ράβδο καθαρισμού, καλούπι χύτευσης μολυβένιων βολίδων, 100 συνολικά βολίδες – μια στη θαλάμη, 19 στον γεμιστήρα και οι λοιπές 80 σε τέσσερις μεταλλικές φυσιγγιοθήκες. Η δεξαμενή πεπιεσμένου αέρα βρισκόταν στο κοντάκιο του τυφεκίου. Το όπλο ήταν αποτελεσματικό σε απόσταση έως 120 μ. αν και μπορούσε να πλήξει στόχους σε μεγαλύτερη απόσταση. Μπορούσε με κάθε δεξαμενή να βάλει 30 βολίδες.

Το πρωτοποριακό αυτό τυφέκιο ήταν το πρώτο επαναληπτικό όπλο σε υπηρεσία με κάποιον στρατό στην ιστορία και το πρώτο που έφερε γεμιστήρα. Πέραν των Αυστριακών ακροβολιστών έγινε διάσημο κατά την εξερευνητική εκστρατεία των Λίουις και Κλαρκ. Εφοδιασμένοι με τυφέκια του τύπου οι Αμερικανοί εξερευνητές έφτασαν μέχρι τον Ειρηνικό Ωκεανό διασχίζοντας τη βόρεια Αμερική κατά μήκος και αντιμετωπίζοντας κάθε απειλή από τους Ινδιάνους.

Οι Αμερικανοί Λιούις και Κλαρκ με επαναληπτικά τυφέκια.