Ελληνικοί Patriot στη Σ. Αραβία και η ατυχής αναφορά Μπακογιάννη για τα… χρήματα των εξοπλισμών

Η συζήτηση στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής με αφορμή το νομοσχέδιο για τον νέο Οργανισμό του υπουργείου Εξωτερικών, έδωσε την ευκαιρία να αναδειχθεί, για μια ακόμη φορά, ένα φλέγον θέμα. Αυτό της ανεπαρκούς διπλωματικής εκπροσώπησης της Ελλάδας στο εξωτερικό και της υποχρηματοδότησης των διεθνών σχέσεων της χώρας, Πρόσχημα, αλλά και συνάμα πραγματική αιτία της κατάστασης, είναι η υπερδεκαετής οικονομική κρίση που έχει ταλαιπωρήσει την Ελλάδα.

Γράφει ο Ζαχαρίας Β. Μίχας
(Διευθυντής Μελετών Ινστιτούτου Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας – ΙΑΑΑ/ISDA)

Όπως συνέβη και με την άμυνα της χώρας, η διπλωματική εκπροσώπηση της Ελλάδας έπεσε θύμα των προτεραιοτήτων του πολιτικού συστήματος της χώρας. Παρά την ορθότατη προσπάθεια θεραπείας της κατάστασης, η νοοτροπία που οδήγησε στην όξυνση του προβλήματος δεν δείχνει να έχει όμως υποχωρήσει.

Την παράσταση έκλεψε, δικαίως, η αναφορά του υπουργού Εξωτερικών για την απόφαση της Ελλάδας να υπογράψει συμφωνία με τη Σαουδική Αραβία για την αποστολή μιας πυροβολαρχίας του συστήματος αντιβληματικής και αντιαεροπορικής προστασίας μακρού βεληνεκούς Patriot.

Μια απόφαση πολύ σωστή, αν και καθυστερημένη, κατά την προσωπική άποψη του υπογράφοντος. Αν και η καθυστέρηση οφείλεται στην απαραίτητη διμερή διαπραγμάτευση για το νομικό καθεστώς που θα διέπει την ανάπτυξη των ελληνικών δυνάμεων στο βασίλειο των Σαούντ.

Ο Νίκος Δένδιας ορθώς ανέφερε ότι ο ρόλος του συστήματος κατά την ανάπτυξή του στη Σαουδική Αραβία θα είναι αμυντικός. Τις τελευταίες μέρες, οι εξελίξεις στο μέτωπο της σύγκρουσης των Σαουδαράβων με τους Χούθι της Υεμένης χαρακτηρίζεται από εκτοξεύσεις βλημάτων με στόχο πολιτικές εγκαταστάσεις όπως πολυσύχναστα αεροδρόμια. Δηλαδή τον ορισμό ενεργειών τρομοκρατικού χαρακτήρα.

Από αυτές τις απειλές θα επιχειρήσουν να προστατεύσουν οι ελληνικοί Patriot τα αστικά κέντρα και τους πληθυσμούς τους στη Σαουδική Αραβία. Με την Ελλάδα να υποστηρίζει με κάθε δυνατό τρόπο τις προσπάθειες ειρηνικής διευθέτησης της σύγκρουσης.

Όμως, πέραν του διπλωματικού πεδίου, η αποστολή των Patriot θα έχει χειροπιαστά οφέλη για την ελληνική πλευρά. Το προσωπικό της Πολεμικής Αεροπορίας που θα υπηρετεί τα συστήματα θα αποκτήσει πολύτιμη επιχειρησιακή εμπειρία. Την ίδια στιγμή, ο ελληνικός εξοπλιστικός προϋπολογισμός θα απαλλαγεί από το βάρος μιας επιχειρησιακής απαίτησης τεράστιας σημασίας:

Σε αντάλλαγμα της αμυντικής συνδρομής, θα προχωρήσει η αναβάθμιση των ελληνικών συστημάτων στην πλέον σύγχρονη έκδοση. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα αξίας πολλών δεκάδων εκατ. ευρώ, το οποίο θα ενισχύσει θεαματικά τις αντιαεροπορικές και αντιβαλλιστικές δυνατότητες της ελληνικής αεράμυνας.

Τι είπε η κ. Μπακογιάννη
Ωστόσο, το άλλο σημείο που επίσης προκάλεσε εντύπωση, ήταν η τοποθέτηση της πρώην υπουργού Εξωτερικών, Ντόρας Μπακογιάννη, η οποία σε μια αποστροφή του λόγου της ζήτησε ένα πολύ μικρό ποσοστό από τα ελληνικά κονδύλια για τους εξοπλισμούς, να δοθεί για τις δαπάνες του υπουργείου Εξωτερικών. Ας δούμε την ακριβή φρασεολογία που χρησιμοποίησε:

«Συμφωνώ ότι ο προϋπολογισμός του υπουργείου Εξωτερικών δεν είναι επαρκής, διότι η Ελλάδα έχει τα προβλήματα αυτά που έχει. Όταν η κυβέρνησή μας δίνει αυτά τα χρήματα που δίνει, με τη σύμφωνη γνώμη όλων, για εξοπλισμούς, θεωρώ ότι ένα ποσοστό πολύ μικρό από τα κονδύλια αυτά, μπορεί να δοθεί για την αύξηση του προϋπολογισμού του υπουργείου Εξωτερικών. Διότι σε κρίσιμες στιγμές, πρώτα πέφτει στη μάχη το υπουργείο Εξωτερικών και μετά το υπουργείο Άμυνας».

Η συγκεκριμένη διατύπωση, στην ουσία της θυμίζει την αλήστου μνήμης αναφορά του πρώην υπουργού Εξωτερικών, Θεόδωρου Πάγκαλου: «Είναι προτιμότερο να έχεις μερικούς ικανούς διπλωμάτες παρά ένα Σύνταγμα Πεζικού για να διαχειριστεί τις εθνικές υποθέσεις». Η ανοησία της εν λόγω τοποθέτησης, ειδικά μετά την πρόσφατη εμπειρία, καθίσταται αυταπόδεικτη.

Η συμβιωτική σχέση ανάμεσα στη διπλωματία και την άμυνα δεν θα έπρεπε καν να τίθεται υπό συζήτηση στην Ελλάδα. Όπως και πολλά άλλα αυτονόητα. Το ικανότερο διπλωματικό σώμα του κόσμου θα ήταν πρακτικά άχρηστο, εάν την κρίσιμη στιγμή που επίμαχο ζήτημα είναι η αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων ή η κυριαρχία της χώρας αυτή καθαυτή, δεν υπάρχει πειστική δύναμη στρατιωτικής αποτροπής.

Η αποτροπή είναι που θα ακυρώσει στην πράξη αναθεωρητικούς σχεδιασμούς χωρών όπως η Τουρκία. Είναι η μοναδική ελπίδα να διαπιστώσει το αδιέξοδο και να αναζητήσει έναν διπλωματικό συμβιβασμό.

Υπό τον φόβο του πολιτικού κόστους
Η διπλωματία με τη σειρά της μπορεί να ενισχύσει αποφασιστικά την αποτρεπτική ισχύ της χώρας εξασφαλίζοντας συμμαχίες. Όμως αποτελεί κοινό τόπο σε όλους τους πολιτικούς χώρους σήμερα, ότι αν χρειαστεί η χώρα να πολεμήσει, θα πρέπει να είναι έτοιμη αν το κάνει μόνη της. Κατά συνέπεια, η συζήτηση που θέτει τον έναν χώρο απέναντι στον άλλον, είναι τουλάχιστον άτοπη.

Η Ντόρα Μπακογιάννη αντιμετώπισε ορθά την άμυνα και την εξωτερική πολιτική ως ένα πράγμα. Άρα και το ταμείο της χώρας για τους δυο αυτούς σκοπούς. Το λάθος της έγκειται στην πρόταση “εσωτερικής μεταφοράς” κονδυλίων, από τους εξοπλισμούς στη διπλωματία και όχι να αναζητήσει την ενίσχυση αυτού του προϋπολογισμού.

Το πολιτικό σύστημα της χώρας, φοβούμενο το πολιτικό κόστος, ουδέποτε τόλμησε να θέσει θέμα για την επιδότηση από την πλευρά του κρατικού προϋπολογισμού, των δαπανών για τις συντάξεις κατηγοριών προνομιούχων συνταξιούχων οι οποίοι εξακολουθούν να εισπράττουν ποσά πολύ μεγαλύτερα από αυτές που λαμβάνουν ανώτατοι αξιωματικοί εν αποστρατεία και συνταξιούχοι διπλωμάτες της ανώτερης βαθμίδας.

Δεν τόλμησε καν να προχωρήσει στην κατάργηση παντελώς άχρηστων “οργανισμών” του ευρύτερου δημοσίου τομέα. Σε αυτούς έχουν διοριστεί και σιτίζονται πλουσιοπάροχα ακόμα και σήμερα, δημόσιοι υπάλληλοι που έχουν προσληφθεί με γνωστές διαχρονικά μεθόδους κομματικής “νομιμοφροσύνης”.

Στα δε διοικητικά συμβούλια, η εκάστοτε πολιτική εξουσία μπορεί και διορίζει κομματικούς αξιωματούχους οι οποίοι πιέζουν για “αξιοποίηση” των ιδίων και μελών των οικογενειών τους, με επιχείρημα τον “πολιτικό αγώνα” που διεξήγαγαν. Ο ευρύτερος δημόσιος τομέας βρίθει θυλάκων όπου ξοδεύεται πολιτικό -επί της ουσίας- χρήμα, το οποίο θα μπορούσε να κατευθυνθεί στην ενίσχυση της άμυνας και της εξωτερικής πολιτικής της χώρας.

Τα νούμερα δεν βγαίνουν
Πετά από μια 15ετία παραμέλησης της στρατιωτικής ισχύος της χώρας, είναι πολιτικά και ουσιαστικά ανεπίτρεπτο να ακούγονται φωνές υπέρ της όποιας περικοπής κονδυλίων για την άμυνα. Η κ. Μπακογιάννη, λογικά, ζητάει ένα μέρος από τα 10 δισ. που θα δαπανήσει η χώρα στην άμυνα -όπως είπε ο πρωθυπουργούς- να πάνε στο υπουργείο Εξωτερικών.

Μια εξέταση του θέματος όμως σε βάθος, αποκαλύπτει την αστοχία του επιχειρήματος. Εάν επιμεριστούν τα χρήματα αυτά στα 15 χρόνια αδράνειας, θα προκύψει ένα ποσό περί τα 650 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση. Αν προστεθούν σε αυτά και τα περί το μισό δισ. ευρώ που δαπανούσε η χώρα στον εξοπλιστικό (σ.σ. υποσύνολο του αμυντικού) της προϋπολογισμό, το ποσό δεν ανεβαίνει πολύ πάνω από το 1 δισ. ευρώ ετησίως.

Αν συνυπολογιστεί ότι τα 500 εκατ. ευρώ που δαπανούσαμε πολλές φορές δεν επαρκούσαν καν για την πληρωμή υφισταμένων υποχρεώσεων, μπορεί κανείς να αρχίσει να αντιλαμβάνεται το μέγεθος της εγκατάλειψης των Ενόπλων Δυνάμεων. Διότι μπορεί σε απόλυτες τιμές η Ελλάδα να εμφανίζεται να πληρεί το νατοϊκό κριτήριο της δαπάνης του 2% του ΑΕΠ για την άμυνα, όμως εκεί συμπεριλαμβάνονται από μισθοδοσίες μέχρι και συνταξιοδοτικές δαπάνες.

Με αυτό το ποσοστό έχει ασκηθεί η συνήθης επιπόλαιη πολιτική κριτική περί υπερβολικών δαπανών για την άμυνα. Χωρίς όμως να μπαίνει κανείς στον κόπο να διακρίνει μεταξύ των “αμυντικών” και των “εξοπλιστικών” δαπανών! Τα ποσά που δαπανούσε η χώρα για εξοπλισμούς αναφέρθηκαν παραπάνω. Εκ των οποίων σχεδόν όλα κατευθύνονταν στην αποπληρωμή συμβατικών υποχρεώσεων από το παρελθόν.

Η άμυνα είναι ακριβό “σπορ”
Αυτά τα οπλικά συστήματα αντιπαρέταξε η χώρα απέναντι στην Τουρκία και την απέτρεψε. Η δε κυβερνητική πρωτοβουλία έχει προβλέψει περί τα 3,5 δισ. ευρώ μόνο για να αποκατασταθεί η επιχειρησιακή ετοιμότητα οπλικών συστημάτων που ήδη υπάρχουν στο ελληνικό οπλοστάσιο.

Τα υπόλοιπα θα κατευθυνθούν σε αγορές όπως των μαχητικών Rafale, των αναβαθμίσεων του στόλου των F-16, καθώς αν επέλθει το πέρας του επιχειρησιακού τους βίου, η εναλλακτική της προμήθειας νέων θα αποδειχθεί πολλαπλάσια δαπανηρή και τέλος της προμήθειας νέων φρεγατών. Διότι το πολιτικό σύστημα δεν αντιλήφθηκε ποτέ ότι η άμυνα χρειάζεται συνέχεια και συνέπεια.

Αν αφήσεις τον στόλο να γεράσει και δεν δράσεις έγκαιρα, τα ποσά που θα συγκεντρωθούν θα είναι ιλιγγιώδη. Και δεν έχουμε καν ξεκινήσει να ασχολούμαστε σοβαρά με τις ανάγκες των χερσαίων δυνάμεων της χώρας, αλλά μόνο για τις αεροπορικές και τις ναυτικές. Την ίδια στιγμή, ο αντίπαλος παρουσιάζει συνεχώς νέους τομείς επί των οποίων απαιτείται ελληνική απάντηση. Το πιο διαδεδομένο παράδειγμα ο τομέας των μη επανδρωμένων αεροχημάτων (UAV).

Η άμυνα είναι ακριβό “σπορ”. Χώρες που έχουν το ιδιαίτερο αμυντικό πρόβλημα της Ελλάδας επί της ουσίας έχουν δύο εναλλακτικές. Η μία είναι η ανάληψη του κόστους και η προσπάθεια να δοθεί στις αμυντικές δαπάνες επενδυτικός προσανατολισμός ώστε να αποτελέσουν εργαλείο ανάπτυξης της οικονομίας της χώρας (π.χ. Ισραήλ, Σιγκαπούρη, Ταϊβάν).

Η άλλη είναι η προσαρμογή στη βούληση του περιφερειακού ηγεμόνα, γνωστή και ως φινλανδοποίηση. Τα μηνύματα της τουρκικής ηγεσίας είναι συνεχή και σαφέστατα. “Το μόνο που θα καταφέρουν με τους εξοπλισμούς είναι το να φτωχύνει ο ελληνικός λαός”, σύμφωνα με τον υπουργό Άμυνας Ακάρ. Παρόμοιες δηλώσεις έχουν κάνει ο Νταβούτογλου και Ερντογάν.

Η Ελλάδα πρέπει να επιλέξει μια από τις δυο επιλογές. Μεσοβέζικες λύσεις δεν υπάρχουν. Διαφορετικά, δηλώσεις όπως αυτή της Ντόρας Μπακογιάννη θα γίνονται αντιληπτές στην Άγκυρα ως ευθυγραμμιζόμενες με την ουσία των δικών τους θέσεων. Κάτι το οποίο μοιάζει αδιανόητο για πολύπειρη πολιτικό με πολυετή θητεία στο υπουργείο Εξωτερικών και συνεχή ενασχόληση με τις διεθνείς σχέσεις της χώρας.