Dassault RAFALE: Είναι αιτία για πανηγυρισμούς η σημερινή τελετή υπογραφής, ή και για περίσκεψη;

Αν διδάσκει κάτι η ζωή, σύμφωνα με τους παλαιότερους, είναι πως όταν σου συμβαίνει το πιο δυσάρεστο περιστατικό που σου προκαλεί την απόλυτη λύπη, την απόλυτη αναστάτωση, αν υποτεθεί ότι για όλα αυτά υπάρχουν “απόλυτες” καταστάσεις, το σωστό είναι να αναζητήσεις τι είναι αυτό που θα επηρεαστεί ή επηρεάστηκε ήδη θετικά στη ζωή σου από αυτή τη δυσάρεστη εξέλιξη. Κάτι που θα ανακαλύψεις στην πορεία και αν το αντιληφθείς νωρίτερα, αφενός θα διαχειριστείς καλύτερα τη δυσάρεστη πραγματικότητα του παρόντος και αφετέρου θα μπορέσεις συνειδητά να κινηθείς κατά τρόπον που θα φέρει την επιθυμητή θετική εξέλιξη συντομότερα.

Σχολιάζει ο ΜΙΧΑΗΛ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Ισχύει όμως και το ανάποδο. Σε περίπτωση μεγάλης ευφορίας, οι “υποψιασμένοι” αναζητούν τι είναι αυτό που μπορεί να διαταράξει την κατάσταση ευδαιμονίας, το οποίο ίσως αποδειχθεί ευθεία συνέπεια της ευτυχούς εξέλιξης. Αν το αντιληφθείς εγκαίρως, μπορεί μεν να περιορίζεται η βραχυπρόθεσμη χαρά για τη θετική εξέλιξη, όμως εργάζεσαι για να αποτρέψεις, στον βαθμό που μπορείς, το αρνητικό που επωάζεται…

Και στα δυο εντάσσονται στην ανάλυση του γνωστού γνωμικού “ουδέν κακόν αμιγές καλού” και φυσικά το αντίστροφο. Προς τι όμως αυτή η -καταρχήν- βαρετή εισαγωγή; Ο λόγος είναι η ευφορία που έχει προκληθεί στο μεγαλύτερο τμήμα της ελληνικής κοινής γνώμης λόγω της υπογραφής της σύμβασης για τα 18 Rafale, τα όπλα και την υποστήριξή τους (FOS: Follow-on-Support).

Ας το ξεκαθαρίσουμε εκ προοιμίου. Η πρόκληση ευφορίας είναι εξαιρετικά θετική στο μέτρο που βελτιώνει το ηθικό της κοινωνίας. Αρκεί όμως να ΜΗΝ επικρατήσει η αντίληψη ότι με 18 έστω υπερσύγχρονα νέας γενιάς μαχητικά στο ελληνικό οπλοστάσιο, “θα πάμε να πάρουμε την Πόλη”.

Διότι η απογοήτευση παραμονεύει και μπορεί να μας προκαλέσει δυσανάλογα πολλά αρνητικά συναισθήματα συγκριτικά με τη σημερινή ευφορία. Όταν μάλιστα κινείσαι με βάση το συναίσθημα της στιγμής, αυτό αποτελεί συνταγή διάπραξης σημαντικότατων σφαλμάτων που θα έχουν δυσμενείς επιπτώσεις.

Άρα με βάση τις παραπάνω παρατηρήσεις τι πρέπει να κάνουμε ως κοινωνία; Να εντοπίσουμε όλα αυτά τα προβληματικά σημεία τα οποία συγκαλύπτονται από την κατάσταση ευφορίας, όμως δεν εξαφανίζονται. Να θυμόμαστε πάνω από όλα, ότι τα όπλα που διαθέτουμε από μόνα τους δεν κάνουν απολύτως τίποτε.

Θέλουν εξασφάλιση όσο το δυνατό ποιοτικότερου ανθρώπινου παράγοντα που θα τα υποστηρίξει. Και δεν αναφερόμαστε μόνο στους πιλότους και το προσωπικό εδάφους μιλώντας για ποιότητα. Αναφερόμαστε στην εκάστοτε πολιτική ηγεσία, καθώς η πολιτική φύση του στρατιωτικού εργαλείου δεν συνειδητοποιείται απόλυτα σε όλη της τη διάσταση.

Η αξιοποίησή τους με τρόπο που να παράγει αποτροπή και ασφάλεια είναι μια πολύπλοκη διαδικασία. Απαιτεί συναίσθηση, συνέχεια και συνέπεια, τόσο από την πλευρά της στρατιωτικής όσο και της πολιτικής εξουσίας. Εάν αυτό δεν εξασφαλιστεί, τότε συγγνώμη, αλλά θα έχουμε κάνει “μια τρύπα στο νερό“.

Παρά το ότι είναι απολύτως θετικό που η Πολεμική Αεροπορία παίρνει στα χέρια της ένα πολύ ισχυρό οπλικό σύστημα με προοπτικές να εξελιχθεί σε “game changer” (σ.σ. τέτοιο που να αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού υπέρ μας), αυτό είναι η μία πλευρά του νομίσματος.

Δεν παύει να είναι μια προμήθεια υπό την πίεση της συγκυρίας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε πολλαπλά επίπεδα που δεν είναι της παρούσης. Μια προμήθεια που έγινε όπως όπως, με σκοπό να ενταχθεί στην απόπειρα (συγ)κάλυψης της 15ετούς αβελτηρίας, της αφασίας και τελικά την ανοησία με την οποία το πολιτικό σύστημα αντιμετώπιζε τις Ένοπλες Δυνάμεις.

Οι αποσπασματικές προμήθειες “στο γόνατο” στοιχίζουν πανάκριβα και διατηρούν τη χώρα ως έναν πολύ καλό πελάτη της δυτικής αμυντικής βιομηχανίας. Υποδομή δισεκατομμυρίων για 18 μόλις αεροσκάφη. Όλοι ξέρουν ότι αυτό δεν είναι και το πιο οικονομικό, Χρειάζεσαι μίνιμουμ δυο “γεμάτες” μοίρες για να ξεκινήσει η υπόθεση να έχει λογική από οικονομικής απόψεως…

Θα επανέλθουμε; Ας γίνει, έστω κι αν αυτό θα έπρεπε να γίνει εξ αρχής. Γι’ αυτό δεν φτάνεις ποτέ “στο αμήν” για να καλύψεις τις αμυντικές σου ανάγκες. Εκτός του ότι τις στρατιωτικές δυνατότητες θα τις αποκτήσεις τελικά για αν τις χρησιμοποιήσεις… στην επόμενη κρίση.

Μιλώντας για την οικονομική παράμετρο, ας μην λησμονήσουμε ότι η υποστήριξη των οπλικών συστημάτων είναι πολύ πιο εξασφαλισμένη εάν σε αυτή εμπλακούν με την ιδιότητα του πιστοποιημένου εταίρου του κύριου κατασκευαστή, ελληνικές εταιρίες. Ούτε αυτό έγινε και παρά τις διαβεβαιώσεις, όλοι γνωρίζουν ότι μετά την απομάκρυνση από το ταμείο, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται. Εκτός κι αν αποφασιστεί να επανέλθουμε…

Επίσης, για μια ακόμη φορά λαμβάνεται μια απόφαση με (γεω)πολιτικά κριτήρια, αφού η κατανόηση της ελληνικής κοινωνίας θέλει τα Rafale να αποφασίζεται να προσγειωθούν στην Ελλάδα διότι η υπόθεση των φρεγατών Belh@rra δεν προχωρούσε καλά και το Μέγαρο Μαξίμου επειγόταν να δώσει κάποιο αντάλλαγμα στη Γαλλία, ως ανταμοιβή για τη στάση της υπέρ των ελληνικών θέσεων, βοηθώντας αποτελεσματικά την αποτροπή απέναντι στην Τουρκία. Κατανοητό, δεν παύει όμως να είναι προδίδει έλλειψης σοβαρότητας.

Αυτό σημαίνει ότι δεν προηγήθηκε μια ολοκληρωμένη μελέτη που υπέδειξε το συγκεκριμένο οπλικό σύστημα ως τη λύση σε μια σειρά προβλημάτων της ελληνικής άμυνας. Κάτι που ξεκινά από την οργανωμένη αντιμετώπιση του ζητήματος, του “ποια είναι η φύση της απειλής” απέναντι στη χώρα, “ποιος είναι ο τρόπος που αποφασίζουμε να την αντιμετωπίσουμε”.

Ας μην αντιμετωπίζουμε τα ερωτήματα αυτά ως θεωρητικά προδίδοντας τη συλλογική μας ανεπάρκεια. Είναι απολύτως πρακτικά ζητήματα σε θεσμικά κείμενα όπως η “Πολιτική Εθνικής Άμυνας” και η “Εθνική Στρατιωτική Στρατηγική“. Κείμενα τα οποία χρειάζεται απαραιτήτως η στρατιωτική ηγεσία για να σχεδιάσει μια ρεαλιστική απάντηση.

Εάν ήμασταν σοβαροί ως κράτος, αυτά τα κείμενα θα είχαν επικαιροποιηθεί εγκαίρως και θα είχαμε μια πυξίδα βάσει της οποίας θα οφείλαμε να κινούμαστε. Μετά θα αποφασίζαμε πόσα αεροσκάφη μας χρειάζονται σε βάθος χρόνου και με την άνεσή μας θα αναζητούσαμε τι προσφέρει η διεθνής αγορά για την κάλυψη της ανάγκης.

Στη σημερινή εποχή “ισχνών αγελάδων” για τους εξοπλιστικούς προϋπολογισμούς, κάθε κατασκευαστής -δεν είναι και πολλοί- θα έδινε γη και ύδωρ για να εξασφαλίσει το χρυσοφόρο συμβόλαιο το οποίο δεν είναι ανάγκη να ολοκληρώνεται σε μια πενταετία, αλλά σε 15, 20 ή και περισσότερα χρόνια.

Οι σοβαρές χώρες υπολογίζουν ότι μέσω της ανάπτυξης και της αύξησης του ΑΕΠ, το χρέος που επιβαρύνεται με την ανάληψη της υποχρέωσης εξυπηρέτησης ενός εξοπλιστικού συμβολαίου μερικών δισεκατομμυρίων ευρώ, θα εξυπηρετείται ευκολότερα όσο περνούν τα χρόνια. Αυτό είναι ένα από τα καλά του μακροχρόνιου σχεδιασμού και υλοποίησης εξοπλιστικών προγραμμάτων.

Με απλά λόγια λοιπόν, καταληκτικά, ορθώς χαιρόμαστε σήμερα που οι δυο υπουργοί Άμυνας θα συναντηθούν για την υπογραφή της σύμβασης για τα 18 Rafale. Αρκεί την ίδια στιγμή να αντιληφθούμε την ανάγκη να προβληματιζόμαστε για το τι τελικά δεν κάναμε σωστά. Διότι ως γνωστόν, τα λάθη πληρώνονται πολλαπλώς.

Εάν αποδείξουμε συλλογικά ότι έχουμε διάθεση να σοβαρευτούμε, ναι μεν μπορεί η χαρά μας να μετριαστεί, θα αυξηθεί όμως η συναίσθηση και ο ρεαλισμός. Δυο παράγοντες που συχνά λειτουργούν ευεργετικά απέναντι στον στόχο της εθνικής επιβίωσης. Εάν συμφωνούμε όλοι πως αυτό είναι τελικά το ζητούμενο.