Δάνεια 1821: Ήταν απλώς ληστρικά, ή οι Έλληνες “διαχειριστές” ανόητοι;

Πρόσφατα, η απόδοση του 10ετούς οµολόγου του ελληνικού Δηµοσίου κατέβηκε για πρώτη φορά στην ιστορία της Ελλάδος κάτω από το 1%, πράγµα που αποτελεί επίτευγµα, µετά τις περιπέτειες της τελευταίας δεκαετίας, όταν έφθασε η απόδοση των δεκαετών οµολόγων το 36,5%. Αυτό µας θυµίζει τα δάνεια της Ανεξαρτησίας, τα πρώτα που συνήφθησαν από την Ελλάδα, πριν αυτή αποτελέσει επίσηµα ελεύθερο κράτος.

ΤΩΝ ΝΙΚΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗ, ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΒΕΛΕΝΤΖΑ
ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Πολλοί ακαδηµαϊκοί και πολιτικοί χαρακτηρίζουν τα δάνεια αυτά από το Ηνωµένο Βασίλειο «επαχθή», ή «ληστρικά», και απόδειξη εκµετάλλευσης µιας φτωχής χώρας από ξένους τραπεζίτες. Συνιστούσαν όµως πράγµατι τα δάνεια αυτά εκµετάλλευση της χώρας µας και ήταν ανόητοι ή ανίκανοι οι εκπρόσωποι της Ελλάδας που συµφώνησαν τους όρους;

Τα δάνεια αυτά ήταν δύο:

Το πρώτο συνήφθη το 1824, για 36 έτη, µε εκδότη τους Loughnan Sons και Ο’ Brien, και είχε ονοµαστικό ύψος δανείου £800.000. Το ποσό που εκταµιεύθηκε ήταν £472.000 ή το 59% του ονοµαστικού ποσού. Το δάνειο διαπραγµατεύθηκαν από ελληνικής πλευράς οι Ορλάνδος και Λουριώτης. Το δεύτερο δάνειο συνήφθη το 1825, για 36 έτη, µε εκδότη τους αδελφούς Ricardo και είχε ονοµαστικό ύψος δανείου £2 εκατ. Το ποσό που εκταµιεύθηκε ήταν £1,1 εκατ. ή το 55,5% του ονοµαστικού ποσού. Και τα δύο δάνεια ήταν οµολογιακά, µε επιτόκιο 5% και ετήσιο χρεολύσιο 1% (αµφότερα επί του ονοµαστικού ποσού). Και στα δύο προεισπράχθηκαν τα τοκοχρεολύσια των δύο πρώτων ετών. Η σύµβαση του δευτέρου δανείου προέβλεπε τη διάθεση £250.000 για προεξόφληση οµολόγων του πρώτου δανείου, µε σκοπό τη στήριξη της τιµής τους στη δευτερογενή αγορά.

Οι όροι τότε και τώρα

Θα συγκρίνουµε τους όρους των δανείων αυτών µε όσα ισχύουν σήµερα µε τα δάνεια του ελληνικού ∆ηµοσίου. Για την αποπληρωµή του κεφαλαίου, και οι δύο συµβάσεις προέβλεπαν την καταβολή 1% του ονοµαστικού κεφαλαίου ετησίως επί 36 έτη. Φυσικά, το άθροισµα όλων αυτών των χρεολυσίων φθάνει το 36% του κεφαλαίου, πλην όµως (θεωρητικά) αν το χρεολύσιο αυτό κατετίθετο κάθε χρόνο σε λογαριασµό µε ένα ασφαλές επιτόκιο µε τα δεδοµένα της αγοράς (5%), η κατάθεση αυτή θα έφθανε στο τέλος των 36 ετών το 100% του κεφαλαίου.

Αυτή η µέθοδος υπολογισµού της τελικής αξίας σε ένα λογαριασµό (sinking fund) ενός ποσού X επί Ψ έτη, όπου το ποσό ανατοκίζεται κάθε χρόνο µε ένα ασφαλές επιτόκιο (safe interest rate), ισχύει µέχρι σήµερα. Η µόνη διαφορά είναι ότι σήµερα το ασφαλές επιτόκιο (π.χ. το επιτόκιo της Bundesbank ή των US bonds), είναι περίπου 3% ή µικρότερο, ενώ τότε ήταν 5%. Τα επιτόκια δανεισµού εκείνης της εποχής, τα οποία κυµαίνονταν βέβαια ανάλογα µε το ρίσκο της κάθε επένδυσης, ήταν σχεδόν διπλάσια από ό,τι σήμερα. Αυτό προκύπτει και από τη σχετική βιβλιογραφία.

Εκείνο που ξενίζει τους σηµερινούς αναγνώστες είναι η περικοπή του κεφαλαίου που τελικά εισέπραξε η επαναστατική κυβέρνηση των Ελλήνων, µε αποτέλεσµα αντί του ονοµαστικού ύψους (£800.000), να λάβει µόνο 59% (£472.000). Πολλοί νοµίζουν ότι η διαφορά κατακρατήθηκε καταχρηστικά και εποµένως τα δάνεια ήταν «ληστρικά». Επεσαν, λοιπόν, οι ξεσηκωµένοι Ελληνες θύµατα ξένων Σάιλοκ (όπως ο Εµπορος της Βενετίας);

Οχι βέβαια. Απλώς, οι όροι του δανείου διαµορφώθηκαν ανάλογα µε το ρίσκο. Σήµερα, η διαµόρφωση των όρων ενός δανείου ανάλογα µε το ρίσκο γίνεται µέσω του επιτοκίου. Οσο µεγαλύτερα το ρίσκο και η διάρκεια αποπληρωµής, τόσο υψηλότερο το επιτόκιο δανεισµού. Εκείνα τα χρόνια, όµως, ακολουθούσαν µια διαφορετική πρακτική. Η δανειακή σύµβαση προέβλεπε ένα «ασφαλές» επιτόκιο (5%) και η προσαρµογή ανάλογα µε το ρίσκο γινόταν µε την αγορά των οµολόγων σε τιµή κατώτερη της ονοµαστικής. Διαβάστε την συνέχεια στο history-point.gr