Αποχαιρετισμός στον Θάνο Μικρούτσικο… από κάποιον που τον γνώρισε καλά

Στο 309 δωμάτιο του νοσοκομείου Metropolitan γράφτηκε ο επίλογος της ζωής του καλλιτέχνη που βάδισε στα χνάρια των μεγάλων της ελληνικής μουσικής, που “χορεύοντας στο φτερό του καρχαρία” κατάφερε να τους αντικρίσει ισάξια. Εκεί, κυριολεκτικά αγκαλιά με τα τέσσερα παιδιά του και την σύζυγο του Μαρία, Ο Θάνος Μικρούτσικος πέρασε στην αιωνιότητα, ενώ οι δικοί του φρόντισαν να δώσουν τον αγαπημένο του ήχο στο ταξίδι του, το δίχως γυρισμό.

Γράφει η ΝΕΦΕΛΗ ΛΥΓΕΡΟΥ
ΠΗΓΗ: SLpress

Ο Θάνος λάτρευε τις αποδράσεις. Πολλές από αυτές τις πραγματοποίησε, άλλες τις ονειρεύτηκε, λίγα λεπτά στο κρεβάτι κάθε βράδυ πριν τον πάρει ο ύπνος. Η “αλς”, “θάλαττα” ή θάλασσα έγινε, άλλωστε, και η ψυχή του έργου του μέσω αυτής της μοναδικής σύζευξής του με το Νίκο Καββαδία.

Ίσως επειδή, όπως και αυτός, είναι παρουσία ζωντανή και αυθύπαρκτη. Ίσως πάλι επειδή ο Θάνος ήταν Έλληνας στην ψυχή, Έλληνας και στην τέχνη, μέσα από την ενασχόλησή του με το τραγούδι και τη μελοποιημένη ποίηση, το θέατρο, την όπερα και τη συμφωνική μουσική, και ως τέτοιος “κόλλησε” με τη θαλασσινή φύση του Έλληνα.

Τον γοήτευσε το πάθος του Καββαδία για το υγρό στοιχείο, το πάθος του να χαράξει εξωτικές ρότες, αλλά που όσο και αν ταξίδευε, η ψυχή του είχε ένα και μοναδικό αγκυροβόλιο, την Ελλάδα. Για τον Θάνο τα τελευταία χρόνια αυτό το αγκυροβόλιο είχε πάρει υπόσταση στην Κρήτη, στο ησυχαστήριό του στα Καπετανιανά με θέα από ψηλά το απέραντο Λιβυκό.

Εκεί ήταν που του έκαναν μία μεγάλη έκπληξη οι φίλοι του. Το καλοκαίρι του 2018 ετοιμαζόταν για τις δύο τελευταίες –έμελλε– συναυλίες του. Πάλευε ήδη έναν ολόκληρο χρόνο με το “θεριό”, αλλά το είχε βάλει πείσμα να μείνει όρθιος για όσους περισσότερους γύρους μπορούσε. Γνώριζε ότι όταν σφυρίξει η λήξη αυτός θα ήταν ο ηττημένος. Μέχρι τότε, όμως…

Το ιστιοφόρο με τη μουσική “συμμορία”

Κατέβηκε, λοιπόν, ένα πρωί μεγάλης Πέμπτης στον γιαλό. “Προσκύνησε” στο καφενείο της Σούλας, όταν παρατήρησε ένα ιστιοφόρο να πλησιάζει. Παίρνει τα κιάλια και τί να δει; Όλοι του οι φίλοι, η μουσική του “συμμορία”. Οι συναυλίες ολοκληρώθηκαν με τεράστια επιτυχία. Ήταν ένας συνωμοτικός αποχαιρετισμός, μεταξύ του Θάνου και του κόσμου που τον αγάπησε, ακολουθώντας τον 45 χρόνια.

“Άννα μην κλαις”, τραγούδησε. Σήμερα, όμως, πρέπει να πούμε: «Μαρία μην κλαίς». «Στέργιε μην κλαίς», «Αλεξάνδρα μην κλαις», «Κωνσταντίνα μην κλαις», «Σεσίλ μην κλαις» (η οικογένειά του). Και οι μαχητές δικαιούνται ξεκούραση. Και τί σφοδρή μάχη ήταν αυτή… Δυόμισι χρόνια πάλεψε με το “θεριό”. Τυχαία διάγνωση πριν από μία περιοδεία 40 συναυλιών. Για άλλο πήγαινε, άλλο του βρήκαν: Καρκίνος στο συκώτι, μια άνιση μάχη… Χειρουργείο και θεραπεία στο Λονδίνο. Επιστροφή στην Ελλάδα. Θεραπείες. Διάλειμμα. Και άλλες θεραπείες χωρίς τέλος…

Οι ημέρες γίνονται εβδομάδες και οι εβδομάδες μήνες. Η ανάγκη του να επικοινωνεί με τον κόσμο πανταχού παρούσα. Στέλνει σποραδικά μηνύματα, μιλάει ώρες με συγγενείς και φίλους για την ασθένεια. Γνωρίζει κάθε λεπτομέρεια, κάθε ιατρικό όρο, κάθε προγνωστικό. Τα περιγράφει ψύχραιμα και ζυγίζει τον χρόνο.

Μπορεί να κερδίσει λίγο, τόσο ώστε να ξαναπάει στην Ισπανία να δει την Μπαρτσελόνα με τον γιο του. Τόσο ώστε να απολαύσει ένα ακόμα καλοκαίρι στην Κρήτη. Ο χρόνος, όμως, γίνεται αμείλικτος και η πραγματικότητά του παραείναι οδυνηρή για να την αγνοήσει ακόμα κι αυτός ο μαχητής.

Εκεί στο Μετροπόλιταν, οι γιατροί ενημερώνουν ότι η αντίστροφη μέτρηση έχει αρχίσει. Τα εγγόνια του του λένε τα κάλαντα την παραμονή των Χριστουγέννων. Σάββατο 28 Δεκεμβρίου φεύγει. Όπως ακριβώς ήθελε, πλαισιωμένος από τους πέντε πιο λατρεμένους του ανθρώπους. Στην πόρτα του σπιτιού του στο Μετς οι γείτονές του θυροκολλούν ένα χειρόγραφο σημείωμα. «Καλό ταξίδι Θάνο. Οι γείτονές σου».

Ο Αλκαίος και το Ηρώδειο

«Ώρες αργόσυρτες σαν φορτωμένα κάρα, απ’ τα ηχεία ψιχαλίζει μια κιθάρα, φυτρώσαν κάκτοι και λωτοί στην κορδιλιέρα και εσύ κλειστός σε μια καμπίνα φεύγεις πέρα». Αυτούς τους στίχους του σπουδαίου Άλκη Αλκαίου, τραγούδησε ο Θάνος Μικρούτσικους. Του συνοδοιπόρου του Αλκαίου, τον οποίο ανακάλυψε τυχαία, διαβάζοντας ένα ποίημά του στον Ριζοσπάστη. Του Αλκαίου που ανέδειξε ως μέγα στιχουργό, που αγάπησε βαθιά ως φίλο και αναγκάστηκε να αποχαιρετίσει το 2012, όταν έφυγε από την ασθένεια που θα χτυπούσε και τη δική του πόρτα πέντε χρόνια αργότερα.

Ένα καλοκαιρινό βράδυ στο Ηρώδειο, μάλιστα, ο Θάνος είχε προτρέψει το κοινό του να κάνει τόσο θόρυβο, ώστε να ακουστεί στους ουρανούς. Άραγε ακούει τώρα εκείνος τον εκκωφαντικό απόηχο του δικού του φευγιού; Είναι λόγια που τον εκτοξεύουν στο πάνθεον, είναι οι μελωδίες του που ηχούν παντού στη διαπασών και κάπως μαγικά ενώνονται όλες μεταξύ τους: και η Ρόζα και ο Άμλετ και το Καραντί.

Όλα μαζί είναι που αποκτούν τη δική τους υπόσταση, έτσι συγχωνευμένα. «Και μια βραδιά που ντύθηκες ο Άμλετ της Σελήνης. Έσβησες μ’ ένα φύσημα τα φώτα της σκηνής. Και μονολόγους άρχισες κι αινίγματα να λύνεις. Μιας τέχνης και μιας εποχής παλιάς και σκοτεινής… Ήταν εκείνη η νυχτιά που φύσαγε ο βαρδάρης…» ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΠΟΛΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΠΗΓΗ