Το «Επιχειρησιακό Σχέδιο 1003V» και η σχέση με τα σχέδια για τη Συρία

Καθώς η κρίση στη Συρία πλησιάζει στην κορύφωση της τόσο πιο ακατανόητη γίνεται η επιλογή δυνάμεων της διεθνούς κοινότητας που προκρίνουν στρατιωτική επέμβαση. Από τη σωρεία δηλώσεων και εκτιμήσεων είναι εύκολα αντιληπτό ότι οι ΗΠΑ και οι λιγότερο ή περισσότερο «πρόθυμοι» σύμμαχοι τους, παρουσιάζονται να μην έχουν σαφή στρατηγικό αντικειμενικό σκοπό.

Με τη συνεργασία του Ινστιτούτου Αναλύσεων Ασφάλειας & Άμυνας (IAAA/ISDA)

Την ανατροπή του καθεστώτος του Μπασάρ Αλ Άσαντ; Μα αυτή διαψεύδεται από όλους τους κύριους εμπλεκόμενους. Την επαναχάραξη των συνόρων της περιοχής; Τη δημιουργία γενικευμένης αστάθειας σε μία ήδη εύφλεκτη περιοχή; Την έμμεση προειδοποίηση προς το Ιράν για τον περιορισμό των φιλοδοξιών του; Την «έξωση» της Ρωσίας από τη Μεσόγειο;

Όμως ακόμη και αν ισχύουν μερικά ή όλα από τα παραπάνω συνδυαστικά, εξαιρετικά ασαφές είναι το ΜΕΤΑ. Δηλαδή, μετά την κατάρρευση του καθεστώτος στη Συρία ποια θα είναι η διάδοχη κατάσταση; Πόσο πολύ επιθυμούν τελικά την απομάκρυνση του Μπασάρ Αλ Άσαντ; Οι φωνές που διαφωνούν πολλαπλασιάζονται. Όπως και να χαρακτηριστεί ο Σύρος ηγέτης, θα πρέπει η σύγκριση να γίνει όχι με τα δυτικά στάνταρ, αλλά με αυτά της Μέσης Ανατολής, όπου στην κατάταξη των αυταρχικών και καταπιεστικών ηγετών – καθεστώτων, ίσως και να μην ανεβεί… στο βάθρο.

Υπενθυμίζεται, ότι από το 2001 μέχρι σήμερα οι ΗΠΑ κυρίως και σύμμαχοι τους εκτέλεσαν με επιτυχία επιχειρήσεις στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, αλλά στην πράξη αποδείχθηκε ότι όχι μόνο δεν υπήρχε «στρατηγική εξόδου» (exit strategy), αλλά και η ανασυγκρότηση (εντός ή εκτός εισαγωγικών) αποδείχθηκε πολύ χρονοβόρα και κοστοβόρα (σε οικονομικούς και ανθρώπινους πόρους) υπόθεση. Τα δε αποτελέσματα της είναι τουλάχιστον αμφίβολα μέχρι σήμερα.

Ταυτόχρονα, μέχρι σήμερα δεν έχει παρατηρηθεί συγκέντρωση σημαντικών αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στο ευρύτερη περιοχή του θεάτρου επιχειρήσεων. Για να μην αναφερθούμε και στο παραλογισμό της προσβολής… «με ραντεβού», αφού στα διεθνή μέσα μαζικής ενημέρωσης έχουν ήδη δει το φως της δημοσιότητας εκτιμήσεις για τον χρόνο έναρξης και τη διάρκεια των επιχειρήσεων.

Επιπρόσθετα, θα πρέπει να επισημανθεί και μία άλλη παράμετρος που είναι η προσέγγιση της «κόκκινης γραμμής» (όπου στην Ελλάδα πάρα πολλοί αρέσκονται να την υιοθετούν). Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Μπάρακ Ομπάμα χαρακτηρίζοντας τη χρήση χημικών όπλων ως «κόκκινη γραμμή» αντιμετωπίζει ή όχι ζήτημα αξιοπιστίας; Η αποδεδειγμένα χρήση χημικών όπλων την 21η Αυγούστου τον αναγκάζει ή όχι να δράσει; Το κατά ποιων, είναι κομβικό ζήτημα αλλά και ζήτημα ερμηνείας αφού το συριακό καθεστώς χαρακτηρίστηκε προκαταβολικά ως ο βέβαιος ένοχος. Εφόσον όμως το ζήτημα τίθεται από δυτικής πλευράς επί αθρωπιστικής βάσης, τότε η υποχρέωση παρέμβασης υφίσταται αεξαρτήτως του ενόχου. Ή δεν είναι έτσι;

Τυχόν έλλειμμα αξιοπιστίας των ΗΠΑ θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αυτόματα μεταδίδει λάθος μηνύματα σε σειρά χωρών (με κύρια παραδείγματα το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα) όπου οι ΗΠΑ βρίσκονται σε αντιπαράθεση. Η παραδοχή αυτή θεωρούμε ότι θα έχει σημαντική βαρύτητα στους αμερικανικούς σχεδιασμούς καθώς επηρεάζει συνολικά την αμερικανική εξωτερική πολιτική και προβολή ισχύος.

Σε ότι αφορά αυτή καθαυτή την επέμβαση (εάν και όταν πραγματοποιηθεί), δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν τόσο τη στρατιωτική ισχύ όσο και τη μεθοδολογία για να επιφέρουν στο καθεστώς του Μπασάρ Αλ Άσαντ συντριπτικό πλήγμα εφόσον αυτό αποφασιστεί και επιλυθεί το πολιτικό μέρος της εξίσωσης.

Θα επικεντρώσουμε το ενδιαφέρον μας στη μεθοδολογία η οποία το 2003 δοκιμάστηκε με επιτυχία στο Ιράκ, καθώς οι ομοιότητες σε επίπεδο στρατιωτικού σχεδιασμού είναι σημαντικές. Υπενθυμίζεται, ότι η εισβολή των αμερικανικών δυνάμεων και των συμμάχων τους στο Ιράκ άρχισε στις 05.34 το πρωί της 20ης Μαρτίου 2003 και στις 9 Απριλίου (σχεδόν 3 εβδομάδες αργότερα) κατελήφθη η Βαγδάτη σηματοδοτώντας την πτώση του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσεΐν.

Η αυτοβιογραφία του στρατηγού Tommy Franks («American Soldier», Regan Books, 2004), διοικητή της Κεντρικής Διοίκησης των ΗΠΑ (US CENTCOM: Central Command) είναι εξαιρετικά αποκαλυπτική της μεθοδολογίας που έχουν αναπτύξει οι ΗΠΑ για παρόμοιες περιπτώσεις. Επισημαίνεται, ότι το σημερινό καθεστώς του Μπασάρ Αλ Άσαντ παρουσιάζει σημαντικές δομικές ομοιότητες με το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν.

Πρόκειται για προσωποπαγή καθεστώτα τα οποία στηρίζονται σε στενότερους και ευρύτερους οικογενειακούς και φυλετικούς δεσμούς που διασυνδέουν τον βασικό πυρήνα της εξουσίας, και εκτεταμένο σύστημα καταστολής που περιλαμβάνει τις δυνάμεις ασφαλείας, τις υπηρεσίες εσωτερικής ασφαλείας, τις υπηρεσίες πληροφοριών και φυσικά τις ένοπλες δυνάμεις συμπεριλαμβανομένων και επίλεκτων σχηματισμών που υπάγονται αποκλειστικά στον έλεγχο του ηγέτη. Ας σημειωθεί, ότι ο ίδιος ο Μπασάρ Αλ Άσαντ ως συνταγματάρχης, διετέλεσε διοικητής μίας από τις ταξιαρχίες της αποκαλούμενης Δημοκρατικής (ή Προεδρικής) Φρουράς της Συρίας.

Στην αυτοβιογραφία του ο στρατηγός Franks περιγράφει αναλυτικά τη διανοητική διαδικασία εκπόνησης των κατευθυντήριων γραμμών του επιχειρησιακού του σχεδιασμού για το Ιράκ και μάλιστα περιλαμβάνει και τα ιδιόχειρα σκαριφήματα του.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι συνομιλίες του με τότε υπουργό Άμυνας των ΗΠΑ Donald Rumsfeld που αφορούσαν τους στρατηγικούς αντικειμενικούς σκοπούς του πολέμου στο Ιράκ: την ανατροπή του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσείν και την καταστροφή της επιθετικής ισχύος του Ιράκ, είτε συμβατικών δυνάμεων είτε όπλων μαζικής καταστροφής, ώστε να μην αποτελεί κίνδυνο για τις γειτονικές του χώρες αλλά να διαθέτει ισχυρή ικανότητα αυτοάμυνας. Οι σκοποί παρατίθενται εδώ χωρίς να εξεταστούν στη βασιμότητα ή ορθότητα τους αλλά για να επισημανθεί η εξαιρετικά κρίσιμη σημασία τους στον επιχειρησιακό σχεδιασμό αφού απετέλεσαν τη βάση ανάπτυξη τους.

Από αυτή την αφετηρία ο στρατηγός Franks άρχισε να σχεδιάζει τον Δεκέμβριο του 2001 αυτό που περίπου 15 μήνες αργότερα θα ονομαζόταν Επιχειρησιακό Σχέδιο 1003V (Operational Plan – OPLAN 1003V), που αντικατέστησε την προηγούμενη έκδοση OPLAN 1003 και τελικά εφαρμόστηκε στην πράξη ως επιχείρηση «Iraqi Freedom».

Ο Franks αρχικά καθόρισε τις «επιχειρησιακές γραμμές» (Lines of Operations – LOO) για την προσβολή ή επίδραση (επί) των εχθρικών «κέντρων βαρύτητας» (κατά Κλαούζεβιτς) και τα οποία χαρακτήρισε ως «φέτες» (slices). Οι κατά Franks «φέτες», δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι δομικοί πυλώνες που υποστηρίζουν την εξουσία του καθεστώτος αλλά και την επιβολή της στην καθημερινή κοινωνική και οικονομική ζωή.

Οι επιχειρησιακές γραμμές (LOO), που όπως σημειώνει ο στρατηγός Franks είναι «πολύ περισσότερο από στρατιώτες, άρματα και αεροσκάφη», στην περίπτωση του Ιράκ ήταν οι ακόλουθες:

>Επιχειρησιακά Πυρά (Operational Fires)
>Επιχειρήσεις δυνάμεων ειδικών επιχειρήσεων (SOF Operations)
>Επιχειρησιακός Ελιγμός (Operational Maneuver)
>Πληροφοριακές Επιχειρήσεις (Information Operations)
>Ανορθόδοξος Πόλεμος / Υποστήριξη Δυνάμεων Αντιπολίτευσης (Unconventional Warfare / Support Opposition Groups)
>Πολιτική – στρατιωτική (Political – Military)
>Επιχειρήσεις πολιτικο-στρατιωτικές (Civil – Military Operations)

Ως «κέντρα βαρύτητας» («φέτες») του καθεστώτος καθόρισε τις:

>Ηγεσία (Leadership)
>Εσωτερική Ασφάλεια / υπηρεσίες πληροφοριών του καθεστώτος (Internal Security / Regime Intelligence)
>Υποδομή Όπλων Μαζικής Καταστροφής / έρευνας & ανάπτυξης (Weapons of Mass Destruction – WMD Infrastructure / Research & Development)
>Δημοκρατική Φρουρά / Ειδικές Δυνάμεις Δημοκρατικής Φρουράς (Republican Guard / Special Republican Guard Forces)
>Επιλεγμένες δυνάμεις των ενόπλων δυνάμεων (Selected Regular Army Forces)
>Επικράτεια (νότος, βοράς, δύση) [Territory (South, North, West)]
-Υποδομές (Infrastructure)
>Πληθυσμός (civilian population)
>Εμπορική (οικονομική) και Διπλωματική Επιρροή (Commercial and Diplomatic Leverage).

Στη συνέχεια δημιούργησε έναν πίνακα όπου οι LOO αποτελούσαν τις γραμμές και οι «φέτες» τις στήλες.

Τα «αστεράκια» που σημείωσε ο στρατηγός Franks (αξιοσημείωτη η ημερομηνία που δημιουργήθηκε το ιδιόχειρο σκαρίφημα: 8 Δεκεμβρίου 2001), στις διασταυρώσεις των γραμμών και των στηλών του πίνακα, αποτελούν σημεία εστίασης που θα αποτελέσουν τη βάση για τη λεπτομερειακή επιχειρησιακή σχεδίαση.

Για παράδειγμα, τα Επιχειρησιακά Πυρά θα προσέβαλαν την ηγεσία, τους μηχανισμούς εσωτερικής ασφάλειας – υπηρεσίες πληροφοριών του καθεστώτος, τη Δημοκρατική Φρουρά και τις Ειδικές Δυνάμεις Δημοκρατικής Φρουράς και τις επιλεγμένες δυνάμεις των ενόπλων δυνάμεων.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό του σχεδιασμού του στρατηγού Franks ήταν η ταυτόχρονη εξέλιξη των επιχειρήσεων σε πέντε μέτωπα. «…Ένα νέο στρατηγικό και επιχειρησιακό παράδειγμα… εφαρμόζοντας στρατιωτική μάζα ταυτοχρόνως σε καίρια σημεία, αντί να προσπαθούμε να επιτύχουμε μία ευρεία, αργή συμβατική προέλαση αναγκάζουμε τον εχθρό να χάσει την ισορροπία του… ταχύτητα και ορμή είναι τα κλειδιά…». Στη βάση αυτής της λογικής ο ίδιος σχεδίασε το συνημμένο σκαρίφημα.

Τα παραπάνω αποτελούν μικρό «στιγμιότυπο» από τη διαδικασία του επιχειρησιακού σχεδιασμού που ακολουθήθηκε αλλά αφορούν την εξαιρετικά σημαντική θεμελίωση των βάσεων για την ανάπτυξη του.

Όπως αναφέρθηκε στην περίπτωση της Συρίας, ο στρατηγικός αντικειμενικός σκοπός δεν φαίνεται, τουλάχιστον με όσα έχουν γίνει μέχρι τώρα γνωστά, να έχει καθοριστεί. Όμως, οι «φέτες» που χρησιμοποίησε ο στρατηγός Franks για το Ιράκ είναι προφανές ότι μπορούν να εφαρμοστούν και στην περίπτωση της Συρίας.

Τα μεγάλα ερωτήματα που προς το παρόν παραμένουν αναπάντητα είναι ποιες «φέτες» θα κριθεί σκόπιμο να προσβληθούν (άμεση συνέπεια του στρατηγικού αντικειμενικού σκοπού), τι επιχειρησιακές γραμμές θα επιλέξουν για να χρησιμοποιήσει ο αμερικανικός επιχειρησιακός σχεδιασμός και που θα τοποθετηθούν τα σημεία εστίασης.

Αν μη τι άλλο, τα προαναφερθέντα βοηθούν να γίνει επαρκώς αντιληπτό, ότι τα καθεστώτα δεν πέφτουν μόνο με πυραύλους εκ του μακρόθεν, αλλά με στρατεύματα στο έδαφος, με μεγάλες στρατιωτικές θυσίες και σημαντικό ρίσκο. Επίσης, συναφώς με τα αρχικά – εισαγωγικά σχόλια, η αναφορά της Δύσης σε «τιμωρητικό πλήγμα», εισαγάγει στην εξίσωση το στοιχείο του «ηθικού κριτηρίου».

Κατά συνέπεια, η ορθολογική ανάλυση και ανάγνωση όσων έχουν συμβεί μέχρι τώρα, επιτρέπει το συμπέρασμα, ότι εάν αποδειχθεί εμπλοκή των αντικαθεστωτικών, θα πρέπει να αναμένεται «τιμωρητικό πλήγμα» εναντίον τους. Ή μήπως ο λογικός κατά την υποκειμενική μας γνώμη συνειρμός, δεν ισχύει;