Προβλημάτισε η ομιλία Μπεγλίτη στους Έλληνες πρεσβευτές…

Κατώτερη των περιστάσεων και με εμφανή προσπάθεια να τηρηθούν οι ισορροπίες ανάμεσα στις προσωπικές πεποιθήσεις πολλών μελών της κυβέρνησης ότι στην πραγματικότητα κίνδυνος αναθεωρητικής ενέργειας πλευράς της Τουρκία, πρακτικά δεν υφίσταται.

Από την ομιλία έλειπε η φαντασία και η πρωτοβουλία και η στρατηγική σύλληψη, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιηθούν κάποια κεντρικά σημεία της ομιλίας, τα οποία και μπορεί κανείς να τα χαρακτηρίσει ως προβληματικά τουλάχιστον…

Ο υπουργός επισήμανε ότι μετά το την εισβολή στην Κύπρο το 1974, κυριαρχούσε η ποσοτική προσέγγιση στους εξοπλισμούς και υποστήριξε πως «στο όνομα υπαρκτών απειλών διαμορφωνόταν μια τεχνητή ζήτηση στον χώρο της άμυνας»… Μεταξύ άλλων, ο υπουργός ανέφερε – σαν να αποτελούσε κατόρθωμα – ότι τα εξοπλιστικά κονδύλια «από το 6% του ΑΕΠ σχεδόν φτάσαμε περίπου στο 2,13%»… χωρίς να επηρεαστούν οι λειτουργικές δαπάνες.

Διαβεβαίωσε τον ελληνικό λαό, ότι «δεν έχει να φοβηθεί τίποτα» από την αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας στο Αιγαίο, προσθέτοντας ότι παρατηρείται μια σημαντική, σταθερή ύφεση της τουρκικής αεροπορικής δραστηριότητας στο Αιγαίο, ιδιαίτερα μετά τις 15 Ιουνίου αν και στον θαλάσσιο χώρο σημειώνεται μια αύξηση της ναυτικής δραστηριότητας της Τουρκίας. Χαρακτήρισε αβίαστα ως «παρελθόν» την… από βορρά απειλή κάτι που επιτρέπει την αναδιάταξη των δυνάμεων της χώρας μας, για να καταλήξει με μια αναφορά που θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως ατόπημα:

Ούτε λίγο ούτε πολύ, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας υποστήριξε ότι η εθνική ισχύς μιας χώρας έχει δύο πυλώνες: την οικονομική και την εξωτερική πολιτική. Και υποτίθεται ότι προσκλήθηκε εκεί ως εκπρόσωπος του υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Να τους θυμίσουμε λοιπόν, ότι η απέχθεια του Κώστα Σημίτη για οτιδήποτε στρατιωτικό τον οδήγησε συνολικά στο φιάσκο της διαχείρισης της κρίσης στα Ίμια. Το να διακηρύσσει ο υπουργός Άμυνας της Ελλάδας, εμμέσως, ότι η στρατιωτική δύναμη δεν αποτελεί συντελεστή της εθνικής ισχύος, είναι τουλάχιστον περίεργο.

Πιθανή απόπειρα σύγκρισης ανάμεσα στην αντίστοιχη ομιλία Νταβούτογλου στους Τούρκους πρεσβευτές, μόνο πικρά συναισθήματα μπορεί να προκαλέσει. Κι αυτό διότι η απουσία στρατηγικής σκέψης και η παρουσίαση ενός οράματος ήταν εξόχως χαρακτηρίσει.