Ο Ερντογάν ξηλώνει τον ΟΥΑΚ από το στράτευμα!

Η Τουρκική Αεροδιαστημική Βιομηχανία εντείνει τις προσπάθειές για μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα σε διεθνές επίπεδο και ταυτόχρονα οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις χάνουν τα πολιτικά στηρίγματα κάτω από τα πόδια τους. Στόχος της διοίκησής της ΤΑΙ είναι να προβεί σε πώληση ποσοστού έως και 25% σε ιδιώτες επενδυτές. Η μετοχική σύνθεση της εταιρείας σήμερα αποτελείται από συμμετοχή σε ποσοστό 45% της Γενικής Γραμματείας Αμυντικών Βιομηχανιών και σε 55% από το Ίδρυμα για την Ενίσχυση των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΟΥΑΚ).

 

 

Το τελευταίο είναι ίδρυμα που ελέγχεται από την στρατιωτική ηγεσία και έχει στην κατοχή του μετοχές από 18 συνολικά αμυντικές βιομηχανίες της χώρας.

Η αναδιάταξη αυτή πρόκειται να έχει άμεση επίπτωση στην κατανομή εξουσίας στο εσωτερικό πολιτικό σύστημα της Τουρκίας και έχει άμεση σχέση με την είδηση – ανάλυση του defence-point.gr για το ποια θα είναι η μελλοντική μορφή των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, σύμφωνα και με την ομιλία του Αμπντουλάχ Γκιούλ.

Όπως δήλωσε και ο Μουράτ Μπαγιάρ, ο Γενικός Γραμματέας Αμυντικής Βιομηχανίας, στόχος είναι να επικεντρωθεί η κάθε αμυντική βιομηχανία στα συγκριτικά της πλεονεκτήματα. Δηλαδή, στην παραγωγή των συστημάτων στα οποία είναι αποδοτικότερη.

Ταυτόχρονα, όμως, δήλωσε ότι στόχος είναι να μειωθεί η συμμετοχή του Ιδρύματος για την Ενίσχυση των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων στην αμυντική βιομηχανία. Για τις μικρότερες βιομηχανίες αυτό σημαίνει ότι θα μπορέσουν να αποκρατικοποιηθούν πλήρως ή να λειτουργήσουν ως αυτόνομες ιδιωτικές εταιρείες.

Τέλος, ο Μουράτ Μπαγιάρ και ο ΥΕΘΑ, Ισμέτ Γιλμάζ, τόνισαν ότι η τουρκική κυβέρνηση θα προσπαθήσει να μειώσει τις απευθείας αναθέσεις του Ιδρύματος, με τις προμήθειες να γίνονται μέσω διαγωνισμών, ώστε να ενισχυθεί ο ιδιωτικός τομέας.

 

 

Οι αποφάσεις αυτές είναι ένα ακόμα βήμα για τον περιορισμό της οικονομικής και κατ’ επέκταση πολιτικής ισχύος του στρατιωτικού καθεστώτος, στα πλαίσια της κατά το δυνατόν ήπιας μετάβασης στο νέο πολιτικό σύστημα. Ταυτόχρονα, οι αποφάσεις αυτές συνάδουν και με το μοντέλο ανοιχτής οικονομίας που προωθεί η τουρκική κυβέρνηση, προκειμένου να επιτύχει ανάπτυξη και να προσελκύσει νέες επενδύσεις.

Υπό αυτές τις συνθήκες παραθέτουμε την ανάλυσή μας για τη σημασία της ομιλίας του Αμπντουλάχ Γκιούλ στην έδρα των Σχολών Πολέμου στην Κωνσταντινούπολη, η οποία επιβεβαιώνεται πλήρως από τις νέες εξελίξεις.

 

Ομιλία Γκιούλ: Τι Ένοπλες Δυνάμεις χρειάζεται η Τουρκία;

Ο Τούρκος Πρόεδρος, Αμπντουλάχ Γκιούλ, ως ανώτατος αρχηγός των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων, ζήτησε να γίνουν οι αναγκαίες μεταβολές για στη δομή δυνάμεών τους, προκειμένου αυτές να είναι ικανές να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις του 21ου αιώνα.

Κατά την ομιλία του σε νέους αξιωματικούς, στην έδρα της Διοίκησης Σχολών Πολέμου στην Κωνσταντινούπολη, τόνισε ότι πρέπει να γίνουν σημαντικές αλλαγές, οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν γίνει πολύ καιρό πριν. Σημαντικό ρόλο σε αυτό θα παίξει η αλλαγή νοοτροπίας, ώστε να χρησιμοποιηθεί έξυπνα η ισχύς των Τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων στην περιοχή της Μεσογείου και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι, οι πολιτικοί, οι οικονομικοί, οι πολιτισμικοί και οι κοινωνικοί παράγοντες έγιναν και συνεχίζουν να γίνονται όλο και πιο σημαντικοί στην εξίσωση της ασφάλειας. Για το λόγο αυτό τόνισε πως μια σοφή δύναμη, ενδιαφέρεται όχι μόνο για την πολιτική και την στρατιωτική διάσταση, αλλά για τη δικαιοσύνη και τις ανθρώπινες αξίες. Και συμπέρανε λέγοντας πως, αυτή ακριβώς η δύναμη χρειάζεται για την Τουρκία.

 

 

Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, σύμφωνα με τον Αμπντουλάχ Γκιούλ, απαιτούνται διακλαδικές ικανότητες εκ μέρους των τριών κλάδων, η μείωση των δαπανών που δε συμβάλλουν στην αποτελεσματικότητα των ΤΕΔ, αύξηση της αναλογίας μάχιμου προσωπικού, αύξηση της ποιότητάς τους από ευκαιρίες που παρουσιάζονται στην οικονομία γενικότερα και την τουρκική αμυντική βιομηχανία ειδικότερα, καθώς και ενίσχυση των εγχώριων ικανοτήτων στις προμήθειες.

Σε πολιτικό επίπεδο, τόνισε για μία ακόμη φορά ότι οι στρατιωτικές και οι πολιτικές ικανότητες πρέπει να συμπληρώνουν η μία την άλλη, θέτοντας τη δημοκρατία στο κέντρο του προβλήματος της σταθερότητας, της ευημερίας και της ασφάλειας κάθε χώρας.

Η ομιλία του Αμπ. Γκιούλ έχει πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία. Το πρώτο είναι η εμπέδωση του αισθήματος περί δημοκρατίας. Η Τουρκία έχει προχωρήσει σε μία μετάβαση στο εσωτερικό της, με σχετικά ήπιο τρόπο, αν τη συγκρίνουμε με μεταβάσεις άλλων κρατών στις διεθνείς σχέσεις. Για να εμπεδωθεί η δημοκρατία σε μία χώρα απαιτείται η υπαγωγή των ενόπλων δυνάμεων στις εντολές της πολιτικής ηγεσίας, «επιστροφή του στρατού στους στρατώνες» όπως λέγεται χαρακτηριστικά στις θεωρίες μετάβασης, εγκαθίδρυση της πολιτικής κοινωνίας και της κοινωνίας των πολιτών.

 

 

Ο λόγος του Αμπ. Γκιούλ, επί της ουσίας έθεσε αυτά τα ζητήματα στους νέους Τούρκους αξιωματικούς. Χαρακτηριστικά είναι τα σημεία όπου αναφέρει ότι οι στρατιωτικές ικανότητας της χώρας πρέπει να λειτουργούν συμπληρωματικά με τις πολιτικές. Πρόκειται, μεταξύ άλλων, και για διδάγματα των δυτικών στρατών από τις αντιαντάρτικες επιχειρήσεις στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, αλλά και σε άλλες χώρες παλαιότερα.

Η στρατιωτική ισχύς δεν αποτελεί αντίδοτο για κάθε πρόβλημα. Κι εδώ εισέρχονται οι παράγοντες της οικονομίας, της δημοκρατίας, της ευημερίας και των ανθρώπινων αξιών. Οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις βασίζονται στην στράτευση των πολιτών και λαμβάνουν τα χρήματά τους από τη φορολόγηση των πολιτών. Κατ’ επέκταση απαιτείται ορθή χρήση του προσωπικού τους, σεβασμός προς το προσωπικό αλλά και τους πολίτες (βλέπε και τα περί διώξεων ισλαμιστών στο στράτευμα, αλλά και αντιμετώπισης του Κουρδικού προβλήματος).

Η δε αξιοποίηση των κονδυλίων πρέπει να είναι ορθολογική είπε ο Αμπ. Γκιούλ. Όχι εξοπλισμός μόνο για την ισχυροποίηση του στρατιωτικού καθεστώτος και της αυτοεπιβεβαίωσης του ρόλου του, αλλά δαπάνες για ξεκάθαρους πολιτικούς στόχους. Υπό αυτές τις συνθήκες θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε τη θέση ότι, η Τουρκία επιθυμεί να εδραιωθεί ακόμα περισσότερο ως περιφερειακή στρατιωτική δύναμη. Όμως, η ανάπτυξη της στρατιωτικής ισχύος σε περιφερειακό επίπεδο ίσως να μπορεί να εξαναγκάσει τους πάντες σε «υποταγή», αλλά δεν πρόκειται να πείσει.

Η στρατιωτική ισχύς, όμως, σε συνδυασμό με την πολιτική και οικονομική ισχύ, είναι σαφώς πιο ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση σε επίπεδο διεθνών σχέσεων. Είναι, όμως, και περισσότερο συναινετική πολιτική πρόταση στο εσωτερικό της χώρας. Εξάλλου οι διεθνείς σχέσεις δεν είναι μόνο μια μακρο-αντίληψη των πραγμάτων. Τα επίπεδα ανάλυσης στις διεθνείς σχέσεις που εισήγαγε ο Κένεθ Γουόλτζ με το βιβλίο του «Man, state and the state of war», είναι μια πολύ καλή αρχή για να κατανοούμε, μελετώντας, τις αλλαγές στο διεθνές σύστημα και τα περιφερειακά υποσυστήματά του.