Κρίσιμη απόφαση στον οικονομικό πόλεμο ΗΠΑ – Κίνας

Οι αμερικανικές και όχι μόνο, επιχειρήσεις δέχονται συνεχή πίεση από την κινεζική πολιτική σε θέματα ισοτιμίας νομισμάτων. Η Κίνα έχει συμφέρον και για αυτό κρατάει το νόμισμα της σε χαμηλή ισοτιμία σε σχέση με τα ανταγωνιστικά, όπως είναι το ευρώ και το δολλάριο. Κατ’ επέκταση, το συνολικό κόστος παραγωγής, σε συνδυασμό με τα ημερομίσθια, έχουν δημιουργήσει σοβαρότατες πιέσεις στις οικονομίες των χωρών της Δύσης.

 

Οι ΗΠΑ έχουν χάσει ένα σημαντικό κομμάτι της παραγωγής τους, καθώς αυτή γίνεται σε κινεζικά εργοστάσια, αφήνοντας στην πρώτη το ρόλο του μεταπράτη, χάνοντας δισεκατομμύρια από το διεθνές εμπόριο. Τη μεγαλύτερη, όμως, πίεση έχουν δεχθεί οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που αδυνατούν να ανταγωνιστούν τους εμπορικούς κολοσσούς και τη δυνατότητά τους να μειώνουν το κόστος παραγωγής κάθετα, χάρη στα κινεζικά εργατικά χέρια.

&nbsp

Αυτό είναι και η αιτία που έχει δημιουργηθεί «σύγκρουση» στη Γερουσία των ΗΠΑ. Οι οπαδοί της λήψης μέτρων κατά του Πεκίνου, προσπαθούν να επικρατήσουν, προκειμένου να σώσουν τις αμερικανικές επιχειρήσεις. Η διαμάχη κρατάει οκτώ χρόνια και φαίνεται ότι βαίνει προς τη λήψη μέτρων.

Εχθές, η Γερουσία εμφανίστηκε διατιθεμένη να εγκρίνει πιο σκληρή στάση έναντι της Κίνας. Δεδομένου ότι και οι πιέσεις της αμερικανικής ηγεσίας προς την κινεζική, να σταματήσει την τεχνητή υποτίμηση του γιεν, η Γερουσία είναι πολύ κοντά στο να περάσει ψήφισμα για αύξηση των φόρων σε υψηλή ποσοστό, σε ορισμένα εισαγόμενα είδη.

Αντίθετοι σε αυτήν την τακτική είναι οι επιχειρήσεις που ήδη δραστηριοποιούνται στην Κίνα, οι οποίες αναφέρουν ότι η λήψη ενός τέτοιου μέτρου θα είναι η αιτία για έναρξη «εμπορικού πολέμου» με το Πεκίνο, αν και υπήρξαν γερουσιαστές που δήλωσαν ανοιχτά ότι ουσιαστικά βρίσκονται σε κατάσταση πολέμου… με άλλα μέσα. Οι Ρεπουμπλικανοί της Γερουσίας ήταν αντίθετοι με το σχέδιο νόμου, θεωρώντας το επικίνδυνο και αβέβαιο για το αν θα καταφέρει να βοηθήσει στην αύξηση των θέσεων εργασίας.

Όπως ήταν αναμενόμενο, η Κίνα αντέδρασε στις κινήσεις της Ουάσιγκτον, λέγοντας ότι η επέμβασή της στα θέματα ισοτιμίας του γιεν είναι κατά των διεθνών πρωτοκόλλων περί διεθνούς εμπορίου. Μάλιστα, η κινεζική πρεσβεία στις ΗΠΑ προσέλαβε την εταιρεία επικοινωνίας Patton Boggs για να υποστηρίξει και να παρουσιάσει τις θέσεις της. Το συμβόλαιο φτάνει τα 313.000 ευρώ το χρόνο!

Στο παιχνίδι των λόμπυ και τη υποστήριξης των θέσεων έχουν εισέλθει και οι δύο πλευρές των ΗΠΑ. Για παράδειγμα, οι μεγάλες βιομηχανίες, όπως για παράδειγμα η General Motors και η Caterpillar που είναι κατά της λήψης μέτρων, ενώ εταιρείες κλωστοϋφαντουργίας, αγροτικών προϊόντων και άλλες, είναι υπέρ της υψηλής φορολόγησης.

Στα πλαίσια της συζήτησης στη Γερουσία, κλήθηκε να καταθέσει ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, Μπεν Μπερνάνκε, ο οποίος, ούτε λίγο, ούτε πολύ, κατέληξε στο να συνδέσει, μέχρι κάποιου σημείου, την παγκόσμια ανάκαμψη η οποία είναι χαμηλή, με την υποτίμηση του γιεν.

Τέλος, ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα, ήταν επιφυλακτικός με το μέτρο και μέχρι στιγμής δεν έχει ξεκάθαρη στάση. Από τη μία πλευρά αποδέχεται ότι η κινεζική συναλλαγματική πολιτική είναι άκρως επιθετική και υπερβολικά παρεμβατική στις αγορές συναλλάγματος, χτυπώντας τα αμερικανικά οικονομικά συμφέροντα. Από την άλλη πλευρά, όμως, διατηρεί επιφυλάξεις για τη στάση που θα κρατήσει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου στην αμερικανική απόφαση. Είναι πιθανό ο ΠΟΕ να ταχθεί κατά της απόφασης των ΗΠΑ και να επιβάλει αντίμετρα στις αμερικανικές επιχειρήσεις, γεγονός που θα δυσκολέψει ακόμα περισσότερο τη θέση των Αμερικανών εργαζομένων.