Η σύγκρουση Ρωσίας και Τουρκίας έχει την Άγκυρα όμηρο…

Οι σχέσεις Ρωσίας-Τουρκίας βρίσκονται στην κόψη του ξυραφιού και η Δύση κρατάει την ανάσα της. Η αλαζονική και αναθεωρητική πολιτική του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν βρίσκεται σε πορεία σύγκρουσης με την machtpolitik του Βλαντίμιρ Πούτιν και οι συνέπειες μπορεί να είναι καταστροφικές για ολόκληρη την περιοχή. Όμως, η κρίση αυτή δεν προέκυψε ούτε ξαφνικά ούτε εκ του μηδενός.

Του Δρ. Γεωργίου Φίλη

Ιστορικά, η σχέση των δύο συγκεκριμένων κρατικών δρώντων είναι κυρίως συγκρουσιακή, τόσο σε γεωπολιτικό όσο και σε γεωπολιτισμικό επίπεδο, ενώ στον οικονομικό τομέα είναι πάντα έντονη και εκτεταμένη. Έτσι, μία σύντομη εξέταση των γεωοικονομικών και γεωπολιτικών/γεωπολιτισμικών παραμέτρων που δομούν την σημερινή σχέση Άγκυρας-Μόσχας καταδεικνύει την σημασία και την κρισιμότητα των εξελίξεων.

«Ζωηρό» το εμπόριο… αλλά ανισοβαρές

Σε γεωοικονομικό επίπεδο ο δεσμός της Ρωσίας με την Τουρκία είναι πολύπλευρος και βαθύς αφού μόνο για το 2014 και παρά την εύθραυστη ισορροπία και σχέση μεταξύ των εθνικών συμφερόντων των δύο χωρών σε διάφορα μέτωπα, με προεξέχοντα αυτά της Ουκρανίας και της Συρίας, το διμερές εμπόριο άγγιξε τα 31,6 δις δολάρια.

Το συγκεκριμένο ποσό είναι μεν εντυπωσιακό αλλά υποκρύπτει μία μη ισορροπημένη σχέση μεταξύ των δύο κρατών η οποία δεν είναι άλλη από την πλήρη εξάρτηση της Άγκυρας από την Μόσχα τουλάχιστον στον ενεργειακό τομέα. Η Τουρκία εισήγαγε περί τα 27,4 δις / κυβικά μέτρα φυσικού αερίου από την Μόσχα, δηλαδή περί το 56% της συνολικής της κατανάλωσης, καθιστώντας τη χώρα σε έναν μεγάλο «ενεργειακό αιχμάλωτο» του Κρεμλίνου. Η συγκεκριμένη σχέση καθιστά την Τουρκία τον δεύτερο μεγαλύτερο πελάτη για την Gazprom μετά τη Γερμανία.

Επιπροσθέτως, στον τομέα του τουρισμού τα νούμερα είναι εξίσου εντυπωσιακά. Περί τα 3,3 εκατομμύρια Ρώσοι τουρίστες επισκέφθηκαν την Τουρκία το 2014 συμβάλλοντας στην Τουρκική οικονομία περί τα 3,7 δις δολάρια. Ενώ τα τελευταία 20 έτη, οι τουρκικές κατασκευαστικές εταιρίες έχουν επωφεληθεί από συμβόλαια στην Ρωσία, συμπεριλαμβανομένων και των έργων για τους Ολυμπιακούς Αγώνες στο Σότσι, που αγγίζουν τα 50 δις δολάρια. Με βάση τα προηγούμενα νούμερα η φιλοδοξία της Τουρκίας να οικοδομήσει μία εμπορική σχέση με τη Ρωσία η οποία να αγγίξει τα 100 δις δολάρια το 2023 από τα 31 δις δολάρια που είναι σήμερα φάνταζε ρεαλιστική.

Ενεργειακή συνεργασία… θα πονέσουν και οι δυο

Πέραν όλων των παραπάνω και με βάση τις εξελίξεις το πλέον σοβαρό ζήτημα στον γεωοικονομικό τομέα που ανακύπτει έχει να κάνει με την υπό ανάπτυξη ενεργειακή συνεργασία των δύο χωρών η οποία βρίσκεται πλέον στον αέρα, κάτι που θα επηρεάσει σημαντικά και τις δύο οικονομίες, ειδικά όμως την Τουρκική, η οποία και εξαρτάται άμεσα από τις ρωσικές εισαγωγές.

Στον συγκεκριμένο τομέα, δύο είναι τα προγράμματα που βρίσκονται υπό υλοποίηση και υπό σχεδιασμό αντίστοιχα. Το ένα αφορά την κατασκευή του πρώτου πυρηνικού εργοστασίου στην Τουρκία, ένα συμβόλαιο δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων (περί τα 20 δις δολάρια). Υπενθυμίζεται, πως το 2013 η ρωσική Rosatom ανέλαβε την κατασκευή στο Ακούγιου, περιοχή πλησίον της Μερσίνας, ενός εργοστασίου τεσσάρων αντιδραστήρων των 1,200 megawatt στο οποίο η εταιρία έχει επενδύσει ήδη 3 δις δολάρια.

Το δεύτερο πρόγραμμα είναι ο πολυδιαφημισμένος αγωγός φυσικού αερίου Turkish Stream ο οποίος αναμένεται να παρακάμψει την Ουκρανία και να στείλει φυσικό αέριο στην Ευρώπη μέσω της Τουρκίας και της Ελλάδας. Όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό και τα δύο σχέδια θα δοκιμαστούν εάν και εφόσον η κατάσταση σε διμερές επίπεδο κλιμακωθεί περαιτέρω και δε βρεθεί τρόπος εκτόνωσης της έντασης.

«Υδάτινος άξονας» γεμάτος προβλήματα

Στο γεωπολιτικό επίπεδο, ο δεσμός των δύο χωρών είναι πολύ στενός, αλλά με την αρνητική έννοια, αφού τα συμφέροντά τους σε όλους σχεδόν τους τομείς, σε όλα γεωγραφικά πλάτη και μήκη, είναι από αντίθετα έως απολύτως συγκρουσιακά.
Επιγραμματικά, να αναφέρουμε πως στον υδάτινο άξονα Μαύρη Θάλασσα-Στενά-Αιγαίο-Ανατολική Μεσόγειος, τα τέσσερα κύρια θέματα στα οποία οι δύο χώρες βρίσκονται η μία απέναντι στην άλλη είναι τα εξής: Ουκρανία – Καύκασος – Κύπρος/Ανατολική Μεσόγειος – Ευρύτερη Μέση Ανατολή & Βόρεια Αφρική (Συρία-Ιράκ, ΙSIS, Κούρδοι, Σουνιτισμός εναντίον Σιιτισμός, Ισραήλ, Αίγυπτος, Ιράν).

Επιγραμματικά, να αναφέρουμε πως στο θέμα της Ουκρανίας η Τουρκία από την πρώτη στιγμή υποστήριξε θερμά το Κίεβο και ενεπλάκην στο ζήτημα της Κριμαίας μέσω της προσπάθειάς της να οργανώσει ένα αντι-ρωσικό μέτωπο με άξονα τους Τατάρους της περιοχής. Στον Καύκασο, η εμπλοκή της Άγκυρας σε κάθε αντιρωσική κίνηση είτε της Γεωργίας, είτε του ισλαμικού εμιράτου του Καυκάσου είτε των Τσετσένων είναι από εμφανής έως προκλητική.

Αναφορικά με το ζήτημα της Κύπρου, αλλά και των εξελίξεων στο θέμα των ενεργειακών κοιτασμάτων, η Τουρκία βρίσκεται για ακόμα μία φορά στον αντίποδα των επιδιώξεων της Μόσχας. Τέλος, όσον αφορά τις εξελίξεις στην περιοχή της Ευρύτερης Μέση Ανατολή και Βόρειας Αφρικής, η εμπλοκή στις σχέσεις των δύο χωρών βαίνει κλιμακούμενη με το περιστατικό με την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού να είναι ενδεικτικό της κατάστασης.

Η σύγκρουση των… γεωπολιτικών θεωριών

Σε κάθε περίπτωση και εάν κάποιος αποτολμούσε να κωδικοποιήσει τη γεωπολιτική αντιπαλότητα των δύο κρατικών δρώντων, θα μπορούσε να πει πως το «Νεοθωμανικό» / «Ισλαμοσουνιτικό» μοντέλο, όπως ακριβώς θέλει να το προωθήσει η ηγεσία της Άγκυρας, τόσο στα Βαλκάνια όσο και στην Μέση Ανατολή και τον Καύκασο, καθώς επίσης και η «Παντουρκική/Παντουρανική» ιδεολογία που προσπαθεί, έστω και αδύναμα πλέον να εκδηλωθεί στην Κεντρική Ασία έως την επαρχία Σινγιάνγκ της Κίνας, βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τη ρωσική έννοια του «Εγγύς Εξωτερικού» (Νear Αbroad) – δηλαδή της περιοχής των πρώην Σοβιετικών Δημοκρατιών, οι οποίες θεωρούνται ζώνη ειδικών συμφερόντων για τη Μόσχα– της θεωρίας της -κατά Ομπολένσκι- «Βυζαντινής Κοινοπολιτείας» («Ορθόδοξο Τόξο»/«Τρίτη Ρώμη»), αλλά και του «Πανσλαβισμού».

Φυσικά, η κυρίαρχη θεωρία του «Ευρασιανισμού», όπως αυτή εκπροσωπείται σήμερα από τον αρχετυπικό Ρώσο εκφραστή της Αλεξάντερ Ντούγκιν δεν χωράει άλλον πρωταγωνιστή στην περιοχή ενδιαφέροντος πέραν της Μόσχας και σίγουρα η Τουρκία παίζει δευτερεύοντα ρόλο.

Με λίγα λόγια, στον τεράστιο Ευρασιατικό χώρο που ορίζεται από την Ανατολική Ευρώπη (επί του άξονος Βαλτική-Αδριατική), τον υδάτινο άξονα Μαύρη Θάλασσα-Στενά-Αιγαίο-Ανατολική Μεσόγειος, και την περιοχή της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής (δηλαδή από τον Ατλαντικό έως και τον Ινδό ποταμό) οι γεωπολιτικές «αφηγήσεις» της Τουρκίας (Νεοθωμανισμός – Παντουρκισμός/Παντουρανισμός – Ισλαμικός Σουνιτισμός) έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με τις γεωπολιτικές «αφηγήσεις» της Ρωσίας (Εγγύς Εξωτερικό – Πανσλαβισμός – Βυζαντινή Κοινοπολιτεία (Ορθόδοξο Τόξο/Τρίτη Ρώμη) – Ευρασιανισμός).

Εν ολίγοις, η κατάσταση μυρίζει μπαρούτι…

Ο γεωοικονομικός δεσμός βαθιάς εξάρτησης της Τουρκίας από την Ρωσία αλλά και η γεωπολιτική / γεωπολιτισμική συγκρουσιακή σχέση μεταξύ των δύο κρατών, λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές της έντασης κάθε κρίσης που έρχεται στην επιφάνεια και εγγυώνται πως μία τέτοια κατάσταση μπορεί να οδηγήσει σε ατραπούς τις οποίες -λόγω του ειδικού βάρους των εμπλεκομένων αλλά και της περιοχής στην οποία εκτυλίσσεται η κρίση- ουδείς εχέφρων θα ήθελε να ακολουθήσει.

Κατά συνέπεια, το περιστατικό με την κατάρριψη του ρωσικού μαχητικού, όπως και πριν λίγες εβδομάδες η κατάρριψη ενός μη-επανδρωμένου οχήματος αλλά και πριν δύο περίπου χρόνια η κατάρριψη ενός τουρκικού μαχητικού-αναγνωριστικού από ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα στην Συρία, δεν αποτελεί την αιτία μίας διμερούς κρίσης αλλά το σύμπτωμα μίας βαθιάς και πολύ επικίνδυνης πολιτικής, πολιτισμικής και ιστορικής αντιπαλότητας, η όποια τα τελευταία δεκαπέντε έτη -από την εποχή που η Μόσχα άρχισε να λειτουργεί περισσότερο ως Ρωσική Αυτοκρατορία και η Άγκυρα ως Οθωμανική Αυτοκρατορία- έχει λάβει πολύ επικίνδυνες για την ασφάλεια όλης της περιοχής διαστάσεις.