Η μεγάλη ‘γκέλα’ στην παρακολούθηση της Χρ. Αυγής από ΕΥΠ

Το ότι σήμερα το πολιτικό σύστημα της χώρας είναι σε θέση να αποδομήσει την παράνομη δράση της Χρυσής Αυγής, το οφείλουμε σε μεγάλο βαθμό στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (ΕΥΠ) και τις συστηματικές παρακολουθήσεις δεκάδων στελεχών του κόμματος, αφού οι δραστηριότητες είχαν επισημανθεί έγκαιρα, μαζί με τη ορθή όπως αποδεικνύεται από τα πράγματα εκτίμηση, ότι αυτές αποτελούν κίνδυνο για την εσωτερική ασφάλεια της χώρας.

Του Μιχαήλ Βασιλείου

Ψάχνοντας το συγκεκριμένο θέμα, σε μια προσπάθεια εντοπισμού του χρονικού σημείου έναρξης συστηματικής παρακολούθησης της δράσης της Χρυσής Αυγής, η έρευνα μας παρέπεμψε πίσω στο 2008, όταν ψηφίστηκε από τη Βουλή ο νέος νόμος που διέπει τη λειτουργία της υπηρεσίας. Στον νέο νόμο είχε προστεθεί ένα άρθρο, το οποίο όσο αυτονόητο και να φαίνεται, έμελλε να παίξει καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις που ζούμε σήμερα…

Είναι το Άρθρο 2 του νόμου 3649/2008 – ΦΕΚ 39/Α’/3.3.2008, που τιτλοφορείται ως «Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών και άλλες διατάξεις», το οποίο άρθρο αναφέρεται στη «αποστολή» της υπηρεσίας:

1. Η Ε.Υ.Π. έχει ως αποστολή, στο πλαίσιο του Συντάγματος και των νόμων, την αναζήτηση, συλλογή, επεξεργασία και γνωστοποίηση στις αρμόδιες αρχές των πληροφοριών που αφορούν:

α. Την προστασία και προώθηση των πολιτικών, οικονομικών, στρατιωτικών και εν γένει εθνικών στρατηγικών συμφερόντων της Χώρας.

β. Την πρόληψη και αντιμετώπιση δραστηριοτήτων που συνιστούν απειλή κατά του δημοκρατικού πολιτεύματος, των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, της εδαφικής ακεραιότητας και της εθνικής ασφάλειας του Ελληνικού Κράτους, καθώς και του εθνικού πλούτου της Χώρας.

γ. Την πρόληψη και αντιμετώπιση δραστηριοτήτων τρομοκρατικών οργανώσεων, καθώς και άλλων ομάδων οργανωμένου εγκλήματος.

2. Η Ε.Υ.Π. σε περίοδο πολέμου, επιστράτευσης ή άμεσης απειλής της εθνικής ασφάλειας υπάγεται στον Αρχηγό Γ.Ε.ΕΘ.Α., ο οποίος, δια του Διοικητή της Ε.Υ.Π., ασκεί πλήρη έλεγχο σε ό,τι αφορά τη συμβολή της στην άμυνα και την ασφάλεια της Χώρας. Στην περίπτωση οποιασδήποτε δράσης που αποβλέπει στη βίαιη κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος, η Ε.Υ.Π., μετά από απόφαση του ΚΥ.Σ.Ε.Α., λειτουργεί ως κεντρική υπηρεσία διαχείρισης πληροφοριών της Χώρας.

Επανερχόμενοι στο θέμα που αποτελεί το αντικείμενο του ρεπορτάζ, προκύπτει αβίαστα από μια απλή ανάγνωση του άρθρου, ότι καλύπτει νομικά την παρακολούθηση δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο πλαίσιο των «θεματικών» που καλύπτει. Κάνει σαφή αναφορά στην με κάθε τρόπο προστασία του δημοκρατικού πολιτεύματος, καθώς επίσης στην υποχρέωση προστασίας της ελληνικής κοινωνίας από το οργανωμένο έγκλημα.

Με κομβικό σημείο την ψήφιση του νόμου αυτού συστάθηκε στην ΕΥΠ ειδική υπηρεσία με αντικείμενο τη συλλογή πληροφοριών που αφορούν σε δράσεις που εμπίπτουν στον ορισμό της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος. Αποστολή δηλαδή της υπηρεσίας, ήταν η συλλογή πληροφοριών στον τομέα της αντικατασκοπείας, της αντιτρομοκρατίας και της εσωτερικής ασφάλειας.

Η Χρυσή Αυγή για τη δράση της οποία υπήρχαν σαφείς αναφορές τέθηκε συστηματικά στο μικροσκόπιο και η «σοδειά» από τις παρακολουθήσεις δικαίωσε την επιμονή της ΕΥΠ, αφού οι υποψίες έδειχναν να επιβεβαιώνονται.

Οι αλλαγές που έγιναν στη διοίκηση της υπηρεσίας αλλά και σε θέσεις-κλειδιά οι οποίες και είχαν τότε προκαλέσει μεγάλες αντιδράσεις, δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη την έρευνα για τη Χρυσή Αυγή. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, περί τα τέλη του 2009 σημειώθηκε μεγάλη αναταραχή στην υπηρεσία που επηρέασε την ομαλή διεξαγωγή των ερευνών και όχι μόνο αυτών.

«Σκάνε» υποθέσεις που εμπλέκουν υποτιθέμενα ή πραγματικά ελληνικά δίκτυα πληροφοριών «στον περίγυρο» της χώρας, ενώ παγώνουν και οι έρευνες για τις εγκληματικές δραστηριότητες της Χρυσής Αυγής με τις αρμόδιες «δομές» να αποσαθρώνονται. Οι έρευνες ξανάρχισαν αρκετά αργότερα (σημερινή διοίκηση) κι όταν επιτέλους κάποιοι ξύπνησαν και αντιλήφθηκαν ότι η κατάσταση όδευε από το κακό στο χειρότερο.

Με βάση μάλιστα και τις τελευταίες αποκαλύψεις για «προσβάσεις» του κόμματος του Νίκου Μιχαλολιάκου στην υπηρεσία, εγείρεται υποψία περί του εάν και κατά πόσον αυτές έπαιξαν κάποιον «διαλυτικό» ρόλο, που οδήγησε εν τέλει στον – ευτυχώς προσωρινό – τερματισμό των παρακολουθήσεων.

Και προφανώς δεν μιλούμε για αξιωματικούς που όπου και να ρωτήσεις ακούς μόνο καλά λόγια για την πολυετή προσφορά τους στην ασφάλεια της χώρας, αλλά για κάτι άλλα «λουλούδια» με το «προσόν» των εξαιρετικών κομματικών και πολιτικών διασυνδέσεων, με δράση η οποία σε χώρες με σοβαρή κουλτούρα εσωτερικής – εθνικής ασφαλείας θα ενεργοποιούσε αυτομάτως «συστήματα αυτοπροστασίας» της υπηρεσίας και της κοινωνίας…

Εν ολίγοις, πρόκειται για ένα θέμα που αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας τον κομβικό ρόλο της υπηρεσίας αυτής στην εθνική ασφάλεια και του πως οι δραματικές αλλαγές που συμβαίνουν, είτε λόγω μειωμένης κατανόησης των θεμάτων από την ηγεσία είτε λόγω αλλαγών που έχουν ως αφετηρία την ικανοποίηση μικροπολιτικών (επί της ουσίας μικροκομματικών) υπολογισμών, δύναται να προκαλέσει μεγάλη ζημιά στον τόπο.

Ας αναλογιστούμε πόσα θα γνωρίζαμε σήμερα από αυτά που κυριαρχούν στα δελτία ειδήσεων και έχουν αφήσει τους πάντες με το στόμα ανοιχτό, εάν δεν είχε επιληφθεί, με άδεια πάντα εισαγγελέα, εάν δεν είχε γίνει συστηματική δουλειά «τω καιρώ εκείνο», κι εάν δεν είχε αξιοποιηθεί η «θεσμική εμπειρία» στελεχών που φρόντισαν να συμπεριλάβουν το «άρθρο 2» στον νέο νόμο, θωρακίζοντας την υπηρεσία από ενδεχόμενα πλήγματα από την πλευρά του πολιτικού κόσμου, ο οποίος παραδοσιακά, δεν διστάζει να «σηκώνει» θέματα, έστω κι αν μοναδικό επιδιωκόμενο αποτέλεσμα δεν είναι η ουσία, αλλά οι πολιτικές εντυπώσεις.