Η αρχή του τέλους για τα A-7 Corsair II

Τη σταδιακή απόσυρση των μαχητικών A-7E/TA-7C Corsair II αποφάσισε το Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας. Ήδη σε πρώτη φάση, σύμφωνα με έγκυρες πηγές, αποφασίστηκε η απόσυρση ενός διθέσιου εκπαιδευτικού αεροσκάφους TA-7C Corsair II και ενός μαχητικού τακτικής αναγνώρισης RF-4E Phantom II.

Σύμφωνα με έγκυρες πηγές, οι λόγοι που ελήφθησαν υπόψη για την αναγκαιότητα – σκοπιμότητα σταδιακής απόσυρσης των αεροσκαφών A/TA-7E/C είναι η παλαιότητα τους, η μειωμένη τους επιχειρησιακή ικανότητα και επιβιωσιμότητα στο σύγχρονο επιχειρησιακό περιβάλλον και οι υψηλές απαιτήσεις συντήρησης.

Υπενθυμίζεται ότι για πολλά χρόνια το συγκεκριμένο ζήτημα βρίσκεται στο προσκήνιο. Συγκεκριμένα η απόσυρση και η αναπλήρωση των αεροσκαφών A/TA-7E/C έχει προβλεφθεί στην ισχύουσα «Μελλοντική Δομή Δυνάμεων των Ενόπλων Δυνάμεων 2005-2020». Έχει, επίσης συμπεριληφθεί στις προτάσεις του Γενικού Επιτελείου Αεροπορίας στην υπό αναθεώρηση «Μελλοντική Δομή Δυνάμεων 2012-2025 της Πολεμικής Αεροπορίας».

Το ΓΕΑ, σύμφωνα με τις παραπάνω πηγές, «κατέληξε στην απόφαση για την αναπλήρωση του συγκεκριμένου αριθμού και τύπου αεροσκαφών, αφού επανεξέτασε τον ρόλο και την επιχειρησιακή χρησιμοποίηση του συνόλου των μαχητικών αεροσκαφών της ΠΑ, καθώς και την ένταξη των νέων οπλικών συστημάτων και όπλων, «έτσι ώστε να διασφαλίζεται με αυστηρά επιχειρησιακά κριτήρια η μαχητική ικανότητα της ΠΑ και η ασφάλεια της χώρας». Στο συγκεκριμένο αιτιολογικό η «μαγική» λέξη είναι η «αναπλήρωση». Εναλλακτικές πηγές για τη με χαμηλό κόστος προμήθεια μαχητικών, τα οποία όμως να βρίσκονται σε υπηρεσία με την Πολεμική Αεροπορία, ώστε να αποφευχθούν τα κόστη της εισαγωγής ενός νέου τύπου, είναι μεν περιορισμένες αλλά συνεχίζουν να υπάρχουν. Η υλοποίηση όμως μίας τέτοιας «ενδιάμεσης» λύσης εξαρτάται πρωτίστως από οικονομικούς αλλά και πολιτικούς παράγοντες.

Είναι αυτονόητο ότι η απόφαση της απόσυρσης τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή συνδέεται με τις πιέσεις για τη μείωση των λειτουργικών δαπανών του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας και την απέλπιδα προσπάθεια να αποφευχθούν οι μειώσεις (ή τουλάχιστον οι σημαντικές) στο ειδικό μισθολόγιο του στρατιωτικού προσωπικού.

Από την άλλη πλευρά ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει ότι παρά την εγνωσμένη αξία του το Corsair II αποτελεί πλέον ένα πεπαλαιωμένο μαχητικό, που η συντήρηση του, ακόμα και με εκτεταμένο «κανιβαλισμό» θα γίνεται όλο και πιο κοστοβόρα, ενώ η επιχειρησιακή του αξία βαίνει συνεχώς μειούμενη.

Η οροφή του στόλου των μαχητικών αεροσκαφών, που σύμφωνα με την ισχύουσα «Μελλοντική Δομή Δυνάμεων των Ενόπλων Δυνάμεων 2005-2020» ανέρχεται σε 301 μαχητικά θα επηρεαστεί σημαντικά καθώς θα μειωθεί κατά τουλάχιστον 41 αεροσκάφη (26 A-7E και 15 TA-7C, απο τα 62 που είχαν παραληφθεί από τα αποθέματα των ΗΠΑ το 1993, που επιχειρούν με την 336 Μοίρα Βομβαρδισμού «Όλυμπος» της 116ης Πτέρυγας Μάχης στον Άραξο).

Η απόσυρση των Corsair II ελπίζουμε ότι θα αποτελέσει το έναυσμα για μία διαφορετική προσέγγιση στο θέμα της αεροπορικής ισχύος και της διαχείρισης της. Η υψηλή διαθεσιμότητα και επιχειρησιακή ετοιμότητα και η αξιοποίηση – ένταξη πολλαπλασιαστών ισχύος μπορούν σε μεγάλο βαθμό να αποκαταστήσουν την προαναφερθείσα αριθμητική απώλεια. Εξάλλου η συσσώρευση μαχητικών με χαμηλές διαθεσιμότητες (όχι βέβαια αδικαιολόγητα) απλώς επιβαρύνει την Πολεμική Αεροπορία χωρίς να της προσδίδει σε ισχύ.

Όμως πρώτα και κύρια, οι κυβερνώντες θα πρέπει να αποφασίσουν τι είδους Αεροπορία θέλουμε και τι αποστολές και έργο θα της ανατεθεί. Σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο θα πρέπει να είναι η ποιότητα, αλλά όλοι θα πρέπει να θυμούνται ότι «η ποσότητα έχει τη δικιά της ποιότητα».