Εντυπωσιακή διεθνής παρουσία, «μαύρη τρύπα» τα ελληνοτουρκικά

Η καταγραφή των εξελίξεων στον τομέα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής το τελευταίο διάστημα, αποκαλύπτει μια ενδιαφέρουσα αλλά λυπηρή αντίφαση. Ενώ η παρουσία της Ελλάδας στα διεθνή φόρα απέσπασε κολακευτικά σχόλια, η συμπεριφορά της χώρας στον τομέα των ελληνοτουρκικών σχέσεων δείχνει ακόμη να χωλαίνει σημαντικά, παρουσιάζοντας την εικόνα χώρας «μειωμένης κυριαρχίας»…

Ξεκινώντας από τη θετική πλευρά της εξίσωσης, τα δύο γεγονότα που όσο πιο αντικειμενικά μπορεί κανείς να τα αντιμετωπίσει, ενίσχυσαν τη διεθνή εικόνα της χώρας σε μια περίοδο κατά την οποία βάλλεται πανταχόθεν εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης και της πιθανότητας χρεοκοπίας, είναι η παρουσία του υπουργού Εξωτερικών Σταύρου Λαμπρινίδη στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και η ομιλία του πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου ενώπιον του Συνδέσμου Γερμανών Βιομηχάνων.

Στην πρώτη περίπτωση, η παρουσία Λαμπρινίδη στο βήμα του ΟΗΕ αποτέλεσε μια ακόμη ευχάριστη έκπληξη. Η ομιλία του, πέραν της εκφοράς του λόγου με εξαιρετικό και κατανοητό τρόπο ο οποίος αποκάλυπτε την πολυετή τριβή του Έλληνα εκπροσώπου με το αντικείμενο της εξωτερικής πολιτικής, ήταν και επί της ουσίας ικανοποιητική στην προβολή των ελληνικών θέσεων και την κοινοποίηση στο διεθνές ακροατήριο των αμφισβητήσεων που υφίσταται από την πλευρά της Τουρκίας.

Παρομοίως, πριν από λίγες ώρες, τα περισσότερα διεθνή δορυφορικά δίκτυα συνδέθηκαν απευθείας και μετέδωσαν ζωντανά την ομιλία Παπανδρέου ενώπιον του ακροατηρίου των Γερμανών βιομηχάνων. Στο τέλος της ομιλίας, οι Γερμανοί βιομήχανοι χειροκροτούσαν όρθιοι τον Έλληνα πρωθυπουργό, μια εικόνα η οποία μεταδόθηκε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου. Στην ομιλία αυτή τους ανέφερε όσα ήθελαν να ακούσουν:

Για τη δραστική αντιμετώπιση της γραφειοκρατίας και τους τομείς που θα μπορούσε να επενδύσει το γερμανικό κεφάλαιο. Επίσης, γνωρίζοντας τις διαφωνίες των βιομηχάνων με την κυβέρνηση της Άγκελα Μέρκελ, αφού γνωρίζουν πολύ καλά ότι έκαναν χρυσές δουλειές στην Ελλάδα τα περασμένα χρόνια και ότι η κρίση θα συμπαρασύρει και τις επιχειρήσεις τους, φρόντισε να προβεί σε μια ιστορική αποτίμηση με επίκεντρο το τρομακτικό κόστος που σήκωσε η γερμανική οικονομία με την επανένωση του ανατολικού και του δυτικού τμήματος μετά την κατάρρευση του ανατολικού συνασπισμού, καθώς επίσης και ότι μοναδική λύση στο πρόβλημα είναι η ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής ενοποίησης, όχι το πισωγύρισμα σε πολιτικές του παρελθόντος οι οποίες θα γεννήσουν συγκρούσεις ανάμεσα στα έθνη της Γηραιάς Ηπείρου.

Στην ουσία ζήτησε την επίδειξη ηγεσίας από τη Γερμανία και αλληλεγγύης προς την Ελλάδα, η οποία καταβάλλει αιματηρές προσπάθειες για να τα καταφέρει να διαφύγει από το οικονομικό αδιέξοδο. Ένα αδιέξοδο το οποίο προκαλεί κερδοσκοπικές επιθέσεις οι οποίες είναι απλώς θέμα χρόνου το να στραφούν πιο συστηματικά και εναντίον των ισχυρότερων μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τη θετική αυτή εικόνα που περιγράψαμε έρχεται για μια ακόμη φορά να αμαυρώσει η φοβική συμπεριφορά της χώρας μας απέναντι στην Τουρκία. Ενώ οι προκλήσεις της γειτονικής μας χώρας είχαν φτάσει στο αποκορύφωμά τους, με πολεμικά πλοία να σαλπάρουν για να συνοδεύσουν το ερευνητικό Πίρι Ρέις το οποίο δεδηλωμένα όδευε εντός της κυπριακής Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) και της – δυνητικής αφού φοβόμαστε να την ανακηρύξουμε – ελληνικής ΑΟΖ, η στάση της ελληνικής (ελλαδικής και κυπριακής) πλευράς παρέμενε υποτονική.

Ουδείς υποστήριξε ότι έπρεπε να σταλεί ο στόλος για «τσαμπουκά» με τους Τούρκους. Η διακριτική παρακολούθηση των ενεργειών και η δημοσιοποίηση αυτής της ενέργειας ήταν επαρκής σε πρώτη φάση, αφού το τελευταίο πράγμα που θα χρειαζόταν η χώρα μας σε αυτή τη συγκυρία θα ήταν το να χρεωθεί την κλιμάκωση στις σχέσεις με την Τουρκία.

Ωστόσο, το τηλεφώνημα Παπανδρέου στον Ερντογάν και οι διαβεβαιώσεις ότι το διμερές Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας θα διεξαχθεί κανονικά τον επόμενο μήνα, σαν να μην έχει γίνει απολύτως τίποτε, δεν μεταδίδει το σωστό μήνυμα στο διεθνές ακροατήριο. Εκτός και αν η παρούσα κυβέρνηση διαθέτει κάποια κρυφή ατζέντα προώθησης σεναρίων συνεκμετάλλευσης των αποθεμάτων υδρογονανθράκων στην ελληνική ΑΟΖ με την Τουρκία. Ακόμα και σε αυτή την περίπτωση όμως, πρώτα ανακηρύσσεις την δική σου ΑΟΖ, την κατοχυρώνεις με βάση το διεθνές δίκαιο, εφόσον καλύπτεσαι απόλυτα, και με τον τρόπο αυτό αφήνεις την ευθύνη της έγερσης διαφωνιών, με την οποιαδήποτε επιχειρηματολογία, στη μεριά του αντιπάλου σου.

Διότι σε περίπτωση κατά την οποία επιλέξει τη στρατιωτική κλιμάκωση, αυτή θα τελεί σε ένα περιβάλλον απόλυτης εναντίωσης στους διεθνείς νομικούς κανόνες – παρανομία, άρα έχεις εξ ορισμού το «πάνω χέρι», διπλωματικά. Όταν όμως δεν προχωράς στην ανακήρυξη της δικής σου ΑΟΖ, οι τουρκικές ενέργειες καταγγέλλονται ότι παραβιάζουν ένα δικαίωμά σου το οποίο δεν έχεις ασκήσει, για μια ακόμη φορά! Η διπλωματική σου θέση είναι εξ ορισμού πιο αδύναμη.

Όσον αφορά τη συνήθη ψευδαίσθηση η οποία κατατρύχει πολλούς στον ελληνικό πολιτικό κόσμο, ότι οι συσχετισμοί μας ευνοούν και πως ό,τι κι να κάνει η Τουρκία θα πέσει στο κενό, είναι εντελώς αυτοκαταστροφική. Εφόσον ο διεθνής παράγοντας κατοχυρώσει ότι η περιοχή Κύπρου – Ισραήλ θα «αποστειρωθεί» από κάθε τουρκική παρέμβαση και οι υδρογονάνθρακες στα κοιτάσματα επαρκούν για την τροφοδοσία της Δύσης για πολλά χρόνια, είναι πιθανό να μεταθέσουν στο μέλλον την αξιοποίηση των αποθεμάτων στην ελληνική ΑΟΖ ώστε να μην διαταράξουν την ισορροπία στην περιοχή. Δεν έχει κανείς την υποχρέωση να υπερασπίσει τα δικαιώματά σου εάν ο ίδιος δεν κάνεις τίποτα γι’ αυτά!

Κι αυτό είναι το χείριστο σενάριο για την ελληνική πλευρά για δυο λόγους. Αφενός διότι αποστερείς από την ελληνική οικονομία και τον ελληνικό λαό σημαντικότατα έσοδα τα οποία θα μπορούσαν να συμβάλλουν τα μέγιστα στην ανάταξη της χώρας. Αφετέρου, διότι η αξιοποίηση των όποιων αποθεμάτων είναι συνάρτηση των διεθνών τιμών στους υδρογονάνθρακες. Το ενδεχόμενο δραστικής μείωσης των τιμών, για τον οποιονδήποτε λόγο, ασχέτως του αν αυτό μοιάζει απομακρυσμένο ενδεχόμενο, δεν πρέπει να αποκλείεται, αντιθέτως θα πρέπει να μας απασχολεί έντονα, αφού σε περίπτωση που μας προκύψει στο μέλλον, θα πρόκειται κυριολεκτικά για εθνική αυτοκτονία…

Κατά συνέπεια, αντί επιλόγου, θα πρέπει να παρατηρήσει κανείς ότι η ικανοποιητική διεθνής παρουσία δεν πρόκειται να προσπορίσει στην Ελλάδα τα οφέλη που προσδοκά, εκτός κι αν αποφασίσει ότι θα θέσει ως προτεραιότητα την εξυπηρέτηση του εθνικού της συμφέροντος, όχι σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά σε πρακτικό, το οποίο σήμερα έχει πολύ συγκεκριμένο οικονομικό περιεχόμενο…