Ελληνικό «άρωμα» στα εξοπλιστικά δρώμενα της Ινδονησίας!

Μία σημαντική εξέλιξη για το μέλλον της ελληνικής ναυπηγικής βιομηχανίας αναμένεται το επόμενο διάστημα με την ανακοίνωση της επιλογής από την κυβέρνηση της Ινδονησίας του αναδόχου για σειρά ναυτικών προγραμμάτων.

Όπως έγινε γνωστό, για τα προγράμματα της Ινδονησίας που αφορούν την προμήθεια νέων κορβετών, πλοίου ωκεανογραφικών ερευνών και υποβρυχίων, μεταξύ των διεθνών οίκων που συμμετέχουν περιλαμβάνεται και ο όμιλος Abu Dhabi Mar που ως γνωστόν αποτελεί πλέον τη μητρική εταιρεία των Ελληνικών Ναυπηγείων ΑΕ. Με βάση τις τελευταίες πληροφορίες, η συμμετοχή της ADM θεωρείται από τις πιο ισχυρές υποψηφιότητες, καθώς υποστηρίζεται πολιτικά από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ), αλλά και έχει πολύχρονη παρουσία στη συγκεκριμένη χώρα και την περιφερειακή αγορά της νοτιοανατολικής Ασίας.

Λεπτομέρειες για το περιεχόμενο των προτάσεων της ADM δεν έχουν γίνει γνωστές όμως ο όμιλος μετά από μία διαδικασία συγχωνεύσεων και εξαγορών που έχει ακολουθήσει τα τελευταία χρόνια μπορεί να διαθέσει μια μεγάλη γκάμα σχεδιάσεων για να καλύψει τις ιδιαίτερες επιχειρησιακές απαιτήσεις κάθε πιθανού χρήστη.

Ειδικά δε σε ό,τι αφορά το πρόγραμμα υποβρυχίων είναι προφανές ότι η συμμετοχή αφορά άμεσα τα ΕΝΑΕ αφού αποτελούν το μοναδικό ναυπηγείο του ομίλου που είναι εξειδικευμένο στη ναυπήγηση υποβρυχίων. Στην περίπτωση δε που η ADM επιλεχθεί ως ανάδοχος τότε για πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά η ελληνική ναυπηγική βιομηχανία θα βρεθεί στη θέση του εξαγωγέα και θα εγκαταλείψει τον μέχρι σήμερα δευτερεύοντα ρόλο της ως τύποις κυρίου αναδόχου ή απλώς εγχώριο υποκατασκευαστή ξένων οίκων αποκλειστικά για τα προγράμματα του Πολεμικού Ναυτικού. Εξάλλου όπως είναι γνωστό, με επανειλημμένες δηλώσεις της η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Εθνικής Άμυνας έχει καταστήσει σαφές ότι τόσο τα ΕΝΑΕ όσο και η γενικότερη ναυπηγική βιομηχανία δεν πρέπει ούτε και μπορούν πλέον να στηρίζονται αποκλειστικά στα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα. Η μοναδική λύση για τη διασφάλιση της επιβίωσης και της διατήρησης των θέσεων εργασίας είναι ο προσανατολισμός σε εξαγωγικές αγορές και στη συγκεκριμένη περίπτωση στην Ινδονησία αποτελεί την πρώτη καταγεγραμμένη υπαρκτή προοπτική.

Η συγκεκριμένη επίσης εξέλιξη επιβάλλει την άμεση κινητοποίηση της ελληνικής κυβέρνησης σε δύο επίπεδα. Το πρώτο είναι το πολιτικό όπου η ελληνική εξωτερική πολιτική και διπλωματία θα πρέπει να υποστηρίξει πολιτικά τη συμμετοχή στους διαγωνισμούς της Ινδονησίας ακολουθώντας την πεπατημένη όλων των κυβερνήσεων του κόσμου στα σχετικά ζητήματα. Η κινητοποίηση της ελληνικής πρεσβείας στη Τζακάρτα, οι επαφές με την πρεσβεία της Ινδονησίας στην Αθήνα αποτελούν κάποιες από τις ενέργειες που θα συμβάλλουν υποστηρικτικά. Επιπρόσθετα, η παροχή εκπαίδευσης σε σχολές και σχολεία του Πολεμικού Ναυτικού (με την απαραίτητη χρέωση φυσικά), μπορεί να αποτελέσει πρόσθετη πηγή εσόδων για τον δοκιμαζόμενο από τις συνεχείς περικοπές ελληνικό αμυντικό προϋπολογισμό.

Το δεύτερο και σημαντικότερο επίπεδο, που χρειάζεται άμεση παρέμβαση της ελληνικής κυβέρνησης, αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση και το περιβόητο πρόστιμο. Όπως έχει διαμορφωθεί η κατάσταση, η μία από τις δύο μεγαλύτερες ελληνικές ναυπηγικές βιομηχανίες περιορίζεται σε ένα ασφυκτικό περιβάλλον δραστηριοποίησης με κύρια επιλογή την εσωτερική αγορά ναυτικών προγραμμάτων η οποία ακόμη και για τον πιο αισιόδοξο παρατηρητή πλέον δεν υφίσταται ούτε για το άμεσο ούτε για το μεσοπρόθεσμο μέλλον. Θα πρέπει λοιπόν να ζητηθούν διευκρινίσεις επί της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και πιο συγκεκριμένα επί του προσδιορισμού της έννοιας της εμπορικής δραστηριότητας και των περιορισμών που επεβλήθησαν, δηλαδή αν και κατά πόσο αφορούν εξαγωγές πολεμικών σκαφών σε τρίτες χώρες και επισκευές – μετασκευές του. Ταυτόχρονα να γίνουν πολιτικές παρεμβάσεις στις Βρυξέλλες για την ανατροπή των προβλέψεων που περιλαμβάνει η απόφαση για τη ρύθμιση του προστίμου.

Σε νομικό επίπεδο οι διαδικασίες έχουν ήδη αρχίσει από τα ΕΝΑΕ, σε πολιτικό επίπεδο η ελληνική κυβέρνηση πρέπει άμεσα και συντονισμένα να επισημάνει και να επιβάλλει στους τεχνοκράτες των Βρυξελλών ότι η ναυπηγική βιομηχανία της χώρας που διαθέτει υπό τη σημαία της ή ελέγχει μέσω συμφερόντων της το 22,5% της παγκόσμιας χωρητικότητας του παγκόσμιου εμπορικού στόλου και το 50% της χωρητικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν μπορεί να μην διαθέτει ισχυρή εθνική ναυπηγική βιομηχανία που να στηρίζει το εμπορικό και κατ’ επέκταση το Πολεμικό Ναυτικό.

Όταν σήμερα όλοι αναφέρονται στην ανάγκη αναδιοργάνωσης του παραγωγικού ιστού της χώρας και τη μετάβαση από την οικονομία υπηρεσιών στην πραγματική οικονομία, η ανασυγκρότηση της εθνικής ναυπηγικής βιομηχανίας, της μοναδικής βαριάς βιομηχανίας που υπάρχει ακόμη στην Ελλάδα (δευτερογενής τομέας), αποτελεί «πεδίον (πολιτικής) δόξης (αλλά και ουσίας) λαμπρόν»! Αν αυτό επιτευχθεί τα αποτελέσματα θα είναι ευεργετικά και για τη ναυτιλία (τριτογενής τομέας) αλλά και την εθνική οικονομία γενικότερα.

Φυσικά, όλα τα παραπάνω θα πρέπει να συνδεθούν και με άλλες άμεσες δράσεις στον τομέα (διαρθρωτικές αλλαγές, εκπόνηση και υλοποίηση εθνικής ναυπηγικής πολιτικής, άρση των εμποδίων και αγκυλώσεων που έχουν απομακρύνει το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο, αναδιάρθρωση της σχετικής με τον τομέα εκπαίδευσης, συγχωνεύσεις, κ.λ.π.). Όλα αυτά θα πρέπει να γίνουν με ταχύτητες… ολυμπιακών αγώνων.

Αν αυτό δεν ανατραπεί, τότε βιώσιμο μέλλον για τον κλάδο και τους εργαζόμενους σε αυτόν, απλώς δεν μπορεί να υπάρξει.