Η πραγματική «παρεμβατική εμβέλεια» ενός ελληνοτουρκικού επιχειρηματικού φόρουμ…

Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας «ΧΡΟΝΟΣ» της Κομοτηνής, οριστικοποιήθηκε για τις 10 και 11 Δεκεμβρίου η διεξαγωγή του δεύτερου ελληνοτουρκικού επιχειρηματικού φόρουμ.

Η διεξαγωγή του θα πραγματοποιηθεί επί ελληνικού εδάφους και συγκεκριμένα στην ακριτική πόλη της Θράκης, την Κομοτηνή. Όπως ενημερώνει η εφημερίδα, «…η ημερομηνία γνωστοποιήθηκε από τις Κεντρικές Ενώσεις Επιμελητηρίων Ελλάδας και Τουρκίας, που είναι οι βασικοί φορείς διοργάνωσης και χθες το βράδυ συζητήθηκε σε συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου του Επαγγελματικού και Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Ροδόπης», το οποίο θα έχει ουσιαστικό ρόλο στη διοργάνωση, διεκπεραιώνοντας τις λεπτομέρειες διεξαγωγής του συνεδρίου.

Προς το παρόν παρουσιάζεται μικρή δυστοκία όσον αφορά στο χώρο διεξαγωγής του φόρουμ, καθώς για να προκριθεί το Συνεδριακό και Πολιτιστικό Μέγαρο της πόλης, απαιτείται η οικονομική συνδρομή των τοπικών φορέων, αφού το κόστος λειτουργίας είναι απαγορευτικό.

Το πρώτο ελληνοτουρκικό φόρουμ είχε πραγματοποιηθεί τον Ιούνιο στην Αδριανούπολη στο νεόδμητο κτίριο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, παρουσία του υφυπουργού Εσωτερικών και κυβερνητικού εκπροσώπου, Γιώργου Πεταλωτή (εκλέγεται στην περιοχή της Θράκης) και του τότε υφυπουργού Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Μάρκου Μπόλαρη. Είχε προηγηθεί η υπογραφή 21 συμφωνιών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, που είχαν υπογραφεί παρουσία των δύο πρωθυπουργών, με αντικείμενο να δοθεί στην ελληνοτουρκική προσέγγιση επιχειρηματική διάσταση.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της ακριτική εφημερίδας, «οι Τούρκοι ομιλητές είχαν παρουσιάσει ατζέντα αιτημάτων, με πρώτο το θέμα της βίζας και των δυσκολιών που δημιουργεί στην εμπορική συνεργασία των δύο χωρών. Επίσης είχαν διατυπωθεί προτάσεις συμπαραγωγής προϊόντων και εξαγωγής τους σε χώρες της δυτικής Ευρώπης και συνεργασιών στον κατασκευαστικό κλάδο, τον κλάδο των τροφίμων, των προϊόντων με αεροστεγή συσκευασία και ευπαθών προϊόντων. Σημαντικές ήταν και οι διμερείς εταιρικές συναντήσεις που είχαν πραγματοποιηθεί μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων επιχειρηματιών σε τομείς, όπως, οι κατασκευές, τα τρόφιμα, τα γεωργικά προϊόντα, γεωργικά μηχανήματα, έπιπλα, μάρμαρα και παράγωγα, τουρισμός/real estate, των τραπεζών, τη χρηματοδότηση, τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, ακίνητα, υλικά κατασκευής, τα ορυχεία, διεθνείς μεταφορές».

Το ρεπορτάζ του «ΧΡΟΝΟΥ» καταλήγει με την ευχή να καταστεί η πόλη στη συνείδηση των επιχειρηματιών των δυο χωρών «ως κέντρο προσέγγισης Ελλάδας και Τουρκίας, όπως και Βαλκανικών κρατών».

Θα προσθέσουμε, ότι θα ήταν ευχής έργον οι προβληματικές σχέσεις Ελλάδας και Τουρκίας να εξαρτιόντουσαν αποκλειστικά από τις σχέσεις μεταξύ των δύο λαών. Το πρόβλημα είναι πολύ ευρύτερο και σχετίζεται με αυτή καθαυτή τη συγκρουσιακή φύση των διεθνών σχέσεων. Όχι ότι στερούνται ουσίας και σημασίας τέτοιες πρωτοβουλίες, αφού η προσέγγιση σε επίπεδο κοινωνιών ασφαλώς ασκεί πίεση στις πολιτικές ελίτ.

Ωστόσο, θα ήταν λάθος να υπερτονίζουμε αυτή τη σημασία, όσο και το να υποτιμούμε το ενδεχόμενο τέτοιες πρωτοβουλίες να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης από πλευρές που έχουν αλλότριους σκοπούς. Και πάντα θα πρέπει να ενθυμούμαστε τη ρήση του Θουκυδίδη, ότι ο ισχυρός επιβάλλει όσα του επιτρέπει η ισχύς του, ενώ ο αδύνατος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του.

Εκεί βρίσκεται η ουσία…