Ζοφερό κοντινό μέλλον, αυτόνομη απελευθέρωση όπλων… από ρομπότ

Μια εξαιρετικού ενδιαφέροντος κριτική στο άρθρο του Δρ. Κωνσταντίνου Γρίβα που αναδημοσιεύσαμε από το περιοδικό «ΕΠΙΚΑΙΡΑ», περιείχε ηλεκτρονικό μήνυμα που έλαβε το «DP», από ανώνυμο φίλο του ιστοχώρου, τις απόψεις του οποίου αποφασίσαμε να δημοσιεύσουμε, εκτιμώντας ότι τον λόγο θα τον αντιληφθούν άμεσα οι φίλοι μας διαβάζοντας το κείμενο που ακολουθεί.

Κεντρικό επιχείρημα του συγγραφέα, είναι ότι οι τεχνολογικές εξελίξεις είναι ακόμα πιο ραγδαίες από αυτό που περιέγραψε ο Κωνσταντίνος Γρίβας κάτι το οποίο έχει εξ ορισμού ενδιαφέρον, αφού συνεχίζει τη συζήτηση για ένα θέμα που αφορά τις παγκόσμιες ισορροπίες, του οποίου όμως η σοβαρή κάλυψη στην Ελλάδα είναι από ελάχιστη έως μηδενική.

Το άρθρο-κριτική που ακολουθεί, προφανώς θα τεθεί υπόψη του αγαπητού φίλου Δρ. Κωνσταντίνου Γρίβα, καθώς είναι αυτονόητο ότι τόσο υψηλού επιπέδου – κυριολεκτικά – ανταλλαγές απόψεως σε αυτά τα θέματα αποτελεί… «βούτυρο στο ψωμί» του ιστοχώρου και των φίλων του!

Ας δούμε λοιπόν με προσοχή τη συνεισφορά στη συζήτηση του ανώνυμου φίλου και αναγνώστη μας που θα σας απορροφήσει… τουλάχιστον αυτό πέτυχε με εμάς:

Στο ενδιαφέρον άρθρο που δημοσιεύθηκε και υπογράφεται από τον Δρ. Κωνσταντίνο Γρίβα, ο συγγραφέας προφανώς επηρεάστηκε σημαντικά από το περιεχόμενο του βιβλίου που παρουσιάζει (Ross Alec, «The Industries of the Future»). Εντούτοις, αρκετά από όσα αναφέρονται στο βιβλίο κι επομένως στο άρθρο είναι ευρέως γνωστά εδώ και χρόνια και σε κάποιο βαθμό θα μπορούσαν να θεωρηθούν ακόμα και ξεπερασμένα.

Την ιδέα για τα «συστήματα συστημάτων» (system of systems) την συνέλαβαν στις ΗΠΑ στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και ξεκίνησαν την έρευνα πριν τουλάχιστον οχτώ χρόνια. Με «ρευστά» υπερσυστήματα που αποτελούνται από πολυάριθμα μη επανδρωμένα αεροχήματα, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις πειραματίζονται εδώ και πολλά χρόνια.

Επί παραδείγματι, το Georgia Tech Research Facility «τρέχει» προγράμματα αυτόνομης καθοδήγησης αλλά και συνεργατικής δράσης μη επανδρωμένων οχημάτων από το 2005. Η DARPA «τρέχει» προγράμματα για σμήνη όπως το CICADA και το LOCUST εδώ και μία δεκαετία, αν και μόλις πριν δύο χρόνια δημοσιοποιήθηκαν οι πρώτες δοκιμές.

Δεν πρόκειται καν για εξωτική τεχνολογία, και δεν είναι απλώς η απάντηση στις ισχυρές αεράμυνες των ανταγωνιστών. Η ιδέα των σμηνών από πλατφόρμες αφορά όλα τα όπλα, σε αέρα, έδαφος και θάλασσα.

Και την αφετηρία της ερευνητικής προσπάθειας, αποτέλεσε λιγότερο το γεγονός ότι μία πλατφόρμα είναι ευάλωτη σε εξελιγμένα όπλα και αισθητήρες και περισσότερο το κλιμακούμενο κόστος το οποίο ούτε οι ΗΠΑ δεν θα μπορούν να σηκώσουν στο μέλλον.

Τα στρατιωτικά μη-επανδρωμένα αεροσκάφη του σήμερα σχεδιάστηκαν για να αποτελούν πολύ φθηνά υποκατάστατα των επανδρωμένων αεροσκαφών αλλά κατέληξαν να είναι εξελιγμένες πλατφόρμες εξελιγμένων συστημάτων υψηλού κόστους απόκτησης αλλά και χρήσης.

Ο συγγραφέας επίσης, θεωρώ ότι υπερτονίζει τις δυνατότητες αεράμυνας που καθιστούν τις αποστολές κρούσης εξαιρετικά δαπανηρές. Πράγματι, οι δυνατότητες αντιαεροπορικής προστασίας έχουν αυξηθεί, το ίδιο όμως και οι δυνατότητες κρούσης από ασφαλείς αποστάσεις (stand-off), οι δυνατότητες παρεμβολής και καταστροφής αισθητήρων και όπλων όπως και τα συστήματα αυτοπροστασίας αεροσκαφών, σκαφών και οχημάτων.

Οι θερμικοί απεικονιστές που αναφέρονται ως μέσο εντοπισμού της επερχόμενης απειλής, υπάρχουν από τη δεκαετία του 1960 και σήμερα έχουν ωριμάσει τεχνολογικά, αλλά δεν αποτελούν πανάκεια, ενώ εμφανίζουν σοβαρούς περιορισμούς στο «φάκελο» λειτουργίας τους.

Αυτά δεν είναι απόρρητα, στοιχεία για τις δυνατότητες συστημάτων όπως και για τα προγράμματα της DARPA δημοσιεύονται εδώ και δεκαετίες. Απλώς το βιβλίο του Ross στο οποίο βασίστηκε το άρθρο δεν είναι το μοναδικό, ούτε θεωρώ πως είναι και πλήρες.

Επιτρέψτε μου στο σημείο αυτό να συνεισφέρω στη συζήτηση προτείνοντας το «Wired for War» του Peter Singer (Brookings) το οποίο παρέχει μια εξίσου ενδιαφέρουσα απεικόνιση του τεχνολογικού status quo και δημοσιεύτηκε το 2009 (οπότε με τη λογική που ανέπτυξα παραπάνω, πολλά ακόμα έχουν συμβεί στο μεταξύ)!

Τη σημασία των σμηνών μη-επανδρωμένων την υπογραμμίζει και ο Stillion στο «Trends in air-to-air combat» του 2015. Και είναι ήδη ένα βήμα μπροστά γιατί θεωρεί ότι οι «ρευστές» τεχνολογίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για πολλά περισσότερα πέραν της κρούσης (για την οποία η χρησιμότητά τους θεωρείται δεδομένη).

Στην αντίπερα όχθη, ήδη αναπτύσσονται συστήματα άμυνας εναντίων σμηνών (όπλα λέιζερ που ήδη μπαίνουν σε υπηρεσία) και σχεδόν όλες οι χερσαίες και αεροπορικές πλατφόρμες και συστήματα σχεδιάζονται για να αντιμετωπίσουν ακριβώς αυτές τις απειλές.

Κατά συνέπεια, το μέλλον δεν είναι ξεκάθαρο και τα μηνύματα για το μέλλον της αντιαεροπορικής μάχης (και για την Ελλάδα) είναι όπως πάντα πολύπλοκα και χρήζουν ανάλυσης. Η συζήτηση για όλες αυτές τις τεχνολογίες γίνεται εδώ και αρκετά χρόνια, απλά δεν απασχολεί το κοινό. Γι’ αυτό ίσως και άρθρα για την εξέλιξη των τεχνολογιών προκαλούν το ενδιαφέρον.

Το σημαντικότερο από όλα δεν είναι καν η χρήση αυτόνομων σμηνών για αποστολές παρατήρησης και κρούσης, διότι αυτό είναι ένα ζήτημα το οποίο σε επίπεδο δόγματος και -σε σημαντικό βαθμό- σε επίπεδο τεχνολογίας είναι «λυμένο».

Εκείνο το οποίο αποτελεί την αιχμή της τεχνολογίας, και θα αποτελεί την αιχμή του δόρατος στο μέλλον, θα είναι η μερικώς ή πλήρως αυτόνομη απελευθέρωση όπλων από ρομποτικές μηχανές. Εκεί εστιάζεται πλέον η συζήτηση διότι θα πρέπει να συζητηθούν τεχνολογικές, στρατιωτικές αλλά και ηθικές διαστάσεις.

Η τεχνολογία έχει προχωρήσει πολύ, που πλέον ο κίνδυνος δεν είναι νέες τακτικές κρούσης με σμήνη κ.λπ. Τώρα όλοι κάνουν έρευνα για το πως ρομποτικές πλατφόρμες θα διεξάγουν πόλεμο ανεξάρτητα από την ανθρώπινη διαχείριση… χαρακτηριστικό το πολύ πρόσφατο δημοσίευμα π.χ. του βρετανικού Independent με φορμή δήλωση του επιχειρηματία Έλον Μασκ, όσο και οι δηλώσεις του Ρώσου προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν τις οποίες λίγοι πρόσεξαν όσο έπρεπε…

ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΧΗΤΙΚΟ ΠΕΜΠΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ F-35

Εν κατακλείδι, όσον αφορά το μαχητικό πέμπτης γενιάς F-35, δεν θεωρώ πως είναι ο «πρωταθλητής» όπως ισχυρίζεται ο Ross κι επομένως ο κ. Γρίβας. Το αντίθετο, η αρχή σχεδίασής του βασίζεται, τουλάχιστον εν μέρει, σε όλα εκείνα που ο Ross θεωρεί ότι πρέπει να αποτελούν τις βασικές αρχές σχεδιασμού του μέλλοντος.

Είναι το πρώτο αεροσκάφος που σχεδιάστηκε εξ αρχής για να επιχειρεί με υψηλό βαθμό συγκέντρωσης πληροφοριών, από και σε συνεργασία με μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Στο μέλλον δεν είναι καν βέβαιο ότι θα εισέρχεται στο πεδίο της μάχης, κι αν κάνει διείσδυση, θα είναι με τη βοήθεια δεκάδων μη επανδρωμένων αεροσκαφών που θα συντονίζονται από αυτό (από το F-35), αλλά θα επιχειρούν και αυτόνομα.

Εξάλλου, τα παράπονα των αμερικανικών κλάδων επικεντρώνονται, στο ότι προκειμένου να είναι πολύ «προωθημένο» σε αυτούς τους τομείς, το F-35 θυσίασε χαρακτηριστικά κλασικών μαχητικών και αυτό ήταν αναμενόμενο να μην αρέσει ούτε στην Αεροπορία ούτε και στο Ναυτικό (κι όχι για λάθος λόγους).

Πάντως, ακόμα και τα μελλοντικά επιθετικά ελικόπτερα (συμπεριλαμβανομένων και των πολύ γνωστών μας και στην Ελλάδα AH-64 Apache), θα επιχειρούν σε συνεργασία με μη-επανδρωμένα αεροχήματα, ουσιαστικά μεταλλάσσοντας το δόγμα χρήσης τους.

Σε κάθε περίπτωση, οι τεχνολογικές καινοτομίες προχωρούν τόσο γρήγορα και αγγίζουν τόσες πλευρές των στρατιωτικών δυνατοτήτων, που ακόμα και ο τελικός χρήστης (οι ένοπλες δυνάμεις) καθυστερούν στο να τις αφομοιώσουν και να τις χρησιμοποιήσουν.

Και σε αυτό ο Ross (και ο Γρίβας) έχουν δίκιο. Οι στρατιωτικοί πάντα ζητούν αυτό που έχουν, βελτιωμένο σε διάφορα επίπεδα. Και γι’ αυτό προκρίνουν ριζικές λύσεις μόνο μετά από επίπονες στρατιωτικές και πολιτικές διαδικασίες.