Τα Μνημόνια απέτυχαν (κατά Τόμσεν)… όμως ο γάιδαρος του Χότζα ακόμα κινδυνεύει

Για την κυβέρνηση Τσίπρα η ελάφρυνση του χρέους, η συμμετοχή της Ελλάδας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και η μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων μετά το 2018, δεν ήταν απλώς και μόνο ένα αφήγημα για εσωτερική πολιτική κατανάλωση. Στο Μαξίμου θεωρούσαν όλα τα ανωτέρω όρο πολιτικής επιβίωσης.

Του Σταύρου Λυγερού

Όπως είναι γνωστό, για να κλείσουν τη 2η αξιολόγηση υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν ουσιαστικά τους στόχους τους. Και για να κλείσουν την 3η ουσιαστικά έσπευσαν να αποδεχθούν τις απαιτήσεις των δανειστών, χωρίς μακρόσυρτες διαπραγματεύσεις.

Η οριστικοποίηση των μεσοπρόθεσμων μέτρων για την ελάφρυνση του χρέους έχει μετατεθεί για το καλοκαίρι του 2018 και μάλιστα θα κριθεί τότε εάν είναι αναγκαία, όπως δεν παρέλειπε να υπογραμμίζει ο Σόιμπλε. Όσον αφορά τη συμμετοχή στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, έχει κι αυτή μετατεθεί χρονικά, χωρίς να είναι κι αυτή σίγουρη.

Χωρίς πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 (και 2% στη συνέχεια) είναι ανέφικτος. Το 2016 και το 2017 η κυβέρνηση εξασφάλισε πολύ υψηλότερα των στόχων πρωτογενή πλεονάσματα, απορροφώντας, μέσω της υπερφορολόγησης, πολύτιμη ρευστότητα από την πραγματική οικονομία.

Όπως είναι η ελληνική οικονομία, ανάπτυξη μπορεί να προκύψει κυρίως από ισχυρό ρεύμα άμεσων ξένων επενδύσεων. Χωρίς γενναία ελάφρυνση του χρέους η αβεβαιότητα δεν πρόκειται να αρθεί. Αυτό σημαίνει πως δεν πρόκειται να έλθουν μεγάλες παραγωγικές επενδύσεις.

«Μη δεχόμενη επιδιόρθωση»

Ο Τόμσεν έχει από το 2016 χαρακτηρίσει την ελληνική οικονομία «μη δεχόμενη επιδιόρθωση». Και για να μην αφήσει καμία αμφιβολία είχε υπογραμμίσει ότι αν δεν γίνει γενναία ελάφρυνση καμία κυβέρνηση δεν θα μπορεί να σώσει την κατάσταση. Πρόκειται για δήλωση, η οποία ναι μεν αντανακλούσε τη σύγκρουση μεταξύ ΔΝΤ και Ευρωζώνης, αλλά συνιστούσε και ομολογία της δραματικής αποτυχίας των Μνημονίων.

Είναι αληθές ότι η συμφωνία για το κλείσιμο της 2ης αξιολόγησης και το αναμενόμενο σε μερικές ημέρες κλείσιμο και της 3ης, έδωσαν μία ανάσα στην αγορά. Αποκατέστησαν ένα κλίμα στοιχειώδους σταθερότητας και στο οικονομικό και στο πολιτικό επίπεδο. Από την άλλη πλευρά, όμως, οι όροι τους ουσιαστικά εγκλωβίζουν την ελληνική οικονομία σε συνθήκες στασιμότητας ή αναιμικής ανάπτυξης.

Δεδομένου ότι ένα σημαντικό ποσοστό επιχειρήσεων και νοικοκυριών αδυνατεί να ανταποκριθεί στις διογκωμένες φορολογικές υποχρεώσεις του, τα υπερβολικά υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα μπορούν να προκύψουν με δύο τρόπους ή με συνδυασμό τους: ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΠΗΓΗ