Τα “ασύμμετρα” αντίδοτα για τα F-35 της Τουρκίας… μια ιδέα – πρόταση

Στα δύο προηγούμενα άρθρα στα «Επίκαιρα» εξετάσαμε τη δυναμική που θα είχε στο παρελθόν και θα μπορούσε να έχει στο μέλλον η απόκτηση από τη χώρα μας του συστήματος ναυτικής αεράμυνας των ΗΠΑ Aegis, τόσο στο επιχειρησιακό όσο και στο γεωπολιτικό επίπεδο.

Του Δρ. Κωνσταντίνου Γρίβα
ΠΗΓΗ: Περιοδικό «ΕΠΙΚΑΙΡΑ», (αρ. τ. 387, σελ. 54 – 58)

Ωστόσο, όπως αναφέρθηκε στα δύο αυτά άρθρα, η συγκεκριμένη επιλογή έχει πρωτίστως νόημα μέσα σε μια στρατηγική που επενδύει ολοκληρωτικά και απόλυτα στην ενίσχυση των ελληνοαμερικανικών σχέσεων για το μέλλον της χώρας μας και στην ανάσχεση του τουρκικού αναθεωρητισμού, κάτι που ο γράφων δεν είναι καθόλου πεισμένος ότι θα ήταν η καλύτερη επιλογή για την Ελλάδα.

Στην πραγματικότητα, τουλάχιστον όσον αφορά στη στρατηγική εξοπλισμών, η βέλτιστη λύση για την Ελλάδα θα ήταν να «καβαλήσει το κύμα» των διεθνών τεχνολογικών και γεωστρατηγικών εξελίξεων και να αναπτύξει εγχώριες λύσεις χαμηλού κόστους, προσαρμοσμένες στα ελληνικά δεδομένα, έχοντας ως βάση έδρασης μια εγχώρια στρατιωτική σκέψη, που θα έχει αναπτυχθεί από εμάς για εμάς και όχι από κάποιους γκουρού του εξωτερικού.

Τα πλέγματα αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής…

Πιο συγκεκριμένα, ο συνδυασμός μιας σειράς εξελίξεων στην επιστήμη και την τεχνολογία του πολέμου, που έχουν προκύψει τα τελευταία χρόνια λόγω των μείζονων γεωπολιτικών αλλαγών στο διεθνές σύστημα, απειλεί να αλλάξει ριζικά τα δεδομένα στις ισορροπίες ισχύος στο ελληνοτουρκικό σύστημα αντιπαράθεσης και οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις θα πρέπει να τις λάβουν σοβαρά υπόψη τους.

Η πρώτη από αυτές τις αλλαγές είναι η διευρυνόμενη τάση για την ανάπτυξη πλεγμάτων αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής (Α2 / AD) σε διάφορα μέρη του κόσμου. Αυτή η τάση έχει συνεισφέρει ουσιαστικά στην ενίσχυση του βεληνεκούς, της φονικότητας, της ποικιλίας αποτελεσμάτων και της ακρίβειας πλήγματος των συστημάτων πυροβολικού, ιδιαίτερα των πολλαπλών εκτοξευτών ρουκετών, όπως έχουμε αναφέρει και σε προηγούμενα άρθρα που εξέτασαν τη λεγόμενη «Πυραυλική Επανάσταση» (“Missile Revolution”).

…και ο «διαχωρικός» πόλεμος

Η δεύτερη αλλαγή είναι η απόφαση του στρατού των ΗΠΑ εδώ και περίπου ένα έτος να μετατρέψει το πυροβολικό του σε δύναμη ικανή να εκπέμπει «διαχωρικά πυρά» (“cross domain fires”). Το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση ήταν η ανάπτυξη ενός εκδόχου του πυραύλου εδάφους – εδάφους ATACMS, που θα μπορεί να προσβάλλει πλοία εν κινήσει.

Εν συνεχεία, όπως μας πληροφορεί σε ένα εξονυχιστικό άρθρο του το έγκυρο περιοδικό για θέματα Άμυνας «Ελληνική Άμυνα & Τεχνολογία» στο τεύχος Νοεμβρίου 2017, ο στρατός των ΗΠΑ, έχοντας ανησυχήσει σοβαρά για τη δραστική αύξηση του βεληνεκούς συστημάτων πυροβολικού από τη Ρωσία, την Κίνα αλλά και άλλες χώρες, αναπτύσσει έναν διάδοχο πύραυλο του ATACMS, ο οποίος θα επιτυγχάνει βεληνεκές 499 χλμ., έτσι ώστε να μην παραβιάζει τα όρια της συνθήκης START, που συνεχίζει να ισχύει μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας και περιορίζει το μέγιστο βεληνεκές των πυραυλικών συστημάτων εδάφους – εδάφους των δύο χωρών στα 500 χλμ., αν και μάλλον αποτελεί θέμα χρόνου να πάψει να ισχύει, αφού δεν εκφράζει πλέον τα σημερινά γεωπολιτικά δεδομένα.

Αξίζει δε να επισημανθεί ότι το μειωμένο για λόγους διεθνών συνθηκών, όπως είναι η συνθήκη MTCR, βεληνεκές των πυραυλικών συστημάτων πολλές φορές είναι απλώς στα χαρτιά και δεν εκφράζει τις πραγματικές ικανότητες.
Το επόμενο βήμα όσον αφορά στις ικανότητες διαχωρικών πυρών είναι η προσθήκη συστημάτων πυροβολικού ικανών να ασκήσουν προβολή ισχύος όχι μόνο στη στεριά και τη θάλασσα, αλλά και στον αέρα.

Όπως έχουμε αναφέρει και σε προηγούμενα άρθρα στα «Επίκαιρα», ήδη η αμερικανική πολεμική βιομηχανία έχει αναπτύξει μια ρουκέτα που μεταφέρει πάνω της την «έξυπνη» αεροπορική βόμβα SDB (Small Diameter Bomb), λειτουργώντας ουσιαστικά ως φθηνό υποκατάστατο πολεμικού αεροσκάφους κρούσης μέσα σε περιορισμένων διαστάσεων γεωγραφικά συστήματα αντιπαράθεσης, επιτυγχάνοντας βεληνεκές που εκτιμάται ότι φθάνει τα 150 χλμ. Αντίστοιχο είναι και το σερβικό σύστημα Kosava.

Άρα, από τη στιγμή που μια ρουκέτα μπορεί να μεταφέρει ένα έξυπνο όπλο αέρος – εδάφους, για ποιον λόγο να μην μπορεί να μεταφέρει και ένα όπλο αέρος – αέρος, όπως έναν θερμοκατευθυνόμενο πύραυλο μέσα σε ένα αεροδυναμικό περίβλημα;

Μόλις η ρουκέτα διανύσει την απόσταση και ανέλθει στο ύψος που έχει επιλεγεί, το περίβλημα θα διαρρηγνύεται και ο πύραυλος θα ενεργοποιεί τον πυραυλοκινητήρα του, αρχίζοντας να αναζητά το αεροσκάφος – στόχο με τα δικά του μέσα.

Παρόμοια όπλα μπορούν να συνδυαστούν στο πλαίσιο μιας δικτυοκεντρικής φιλοσοφίας με ένα πλέγμα αισθητήρων διαφόρων τύπων που θα αναζητούν αεροσκάφη, είτε συμβατικά είτε με χαρακτηριστικά stealth.

Για τον εντοπισμό των τελευταίων μπορούν να χρησιμοποιηθούν διάφορα μέσα, όπως πολυστατικά ραντάρ, σαν αυτό που αναμένεται να ξεκινήσει να αναπτύσσει η Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία (ΕΑΒ) με τη Σχολή Ικάρων, παθητικά συστήματα εντοπισμού σαν το τσεχικό VERA, ραντάρ χαμηλών συχνοτήτων, θερμικοί ανιχνευτές αλλά και συμβατικά ραντάρ.

Τα δεδομένα των συστημάτων αυτών μπορούν να συντίθενται και να διαμορφώνουν μια ενοποιημένη εικόνα με τη βοήθεια τεχνολογιών διαχείρισης μεγάλου όγκου δεδομένων (Big Data) και τεχνολογιών νέφους (Cloud), που αποτελούν μέρος της λεγόμενης Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης.

Ακόμη κι αν τα συστήματα αυτά δεν μπορούν να προσδιορίσουν με ακρίβεια τη θέση ενός αεροσκάφους stealth, αναμένεται να είναι σε θέση να οριοθετούν ένα «κιβώτιο» μέσα στον χώρο με διαστάσεις μερικών χιλιομέτρων, μέσα στο οποίο θα βρίσκεται το αεροσκάφος, και να μπορούν να κάνουν μια πρόβλεψη για ένα αντίστοιχο «κιβώτιο» στο οποίο το αεροσκάφος θα βρεθεί έπειτα από λίγο.

Έτσι, θα μπορούν να εξαπολύουν παρόμοια «υβριδικά» βλήματα που θα κατευθύνονται προς το «κιβώτιο», όπου αναμένεται να βρεθεί το αεροσκάφος – στόχος σε λίγο και εκεί οι μεταφερόμενοι πύραυλοι αέρος – αέρος θα αναλαμβάνουν να εντοπίζουν τον στόχο τους με τους δικούς τους αισθητήρες.

Η επανάσταση μετά το 2020

Ωστόσο, η επανάσταση στις αντιαεροπορικές ικανότητες του πυροβολικού αναμένεται να προκύψει αν αναπτυχθούν αυτοκατευθυνόμενες ρουκέτες πυροβολικού «γενικής» (universal) χρήσης, ικανές να εντοπίζουν με τους δικούς τους αισθητήρες και να προσβάλλουν τόσο χερσαίους στόχους όσο και πλοία και αεροσκάφη, διεξάγοντας ελιγμούς με τη χρήση πλευρικών ωθητών (thrusters) ή πτερυγίων ή με συνδυασμό των δύο.

Η ανάπτυξη παρόμοιων όπλων μπορεί να διευκολυνθεί από ένα άλλο επίτευγμα της Τέταρτης Βιομηχανικής Επανάστασης, τη συνεχή μείωση του κόστους, του όγκου και του βάρους παράλληλα με τη βελτίωση της ποιότητας διαφόρων ειδών καμερών, συμπεριλαμβανομένων και των θερμικών αισθητήρων.

Έτσι, στο υπολογισμένο «μονοπάτι» ενός ή περισσότερων αεροσκαφών stealth θα μπορούν να εξαπολυθούν παρόμοιες ρουκέτες που θα αναλάβουν να τα στοχοποιήσουν με τις θερμικές τους κάμερες.

Βέβαια, οι δυνατότητες ελιγμών παρόμοιων βλημάτων είναι πολύ περιορισμένες και δύσκολα θα μπορούσαν να εγκλωβίσουν ένα ελισσόμενο μαχητικό αεροσκάφος, ενώ οι απλοϊκοί αισθητήρες τους μάλλον εύκολα θα παραπλανούνταν από θερμοβολίδες (flares).

Ωστόσο, η παθητική φύση λειτουργίας του αισθητήρα τους δεν θα προσέφερε άμεση προειδοποίηση στο αεροσκάφος – στόχο, όπως θα έκανε ένας πύραυλος με καθοδήγηση ραντάρ, άρα πιθανώς αυτό θα συνέχιζε να πετάει ανυποψίαστο χωρίς να διεξάγει ελιγμούς διαφυγής και να εξαπολύει θερμοβολίδες, διευκολύνοντας τη στοχοποίησή του.

Ακόμη, αεροσκάφη όπως το F-35, που έχουν βελτιστοποιημένες τις ικανότητες stealth στο εμπρόσθιο μέρος, πιθανώς θα επέλεγαν μια ίσια και ευθύγραμμη πορεία διείσδυσης στο πλέγμα της εχθρικής αεράμυνας, έτσι ώστε να μην εκθέσουν τα πιο ανιχνεύσιμα πλευρά τους στα ραντάρ. Άρα, δύσκολα θα έκαναν προληπτικούς ελιγμούς διαφυγής.

Επιπροσθέτως, ναι μεν οι ρουκέτες δεν έχουν τις ίδιες δυνατότητες ελιγμών με τους πυραύλους αέρος – αέρος, από την άλλη όμως μεταφέρουν κατά κανόνα πολύ ισχυρότερες κεφαλές, με αποτέλεσμα να είναι σε θέση να επιφέρουν πολύ μεγαλύτερη ζημιά στα αεροσκάφη – στόχους, ακόμη και αν εκραγούν σε σημαντική απόσταση από αυτά.

Τις ικανότητες αυτές αναμένεται να ενισχύσουν οι προσπάθειες του στρατού των ΗΠΑ να αναπτύξει ενιαίες εκρηκτικές κεφαλές (unitary warheads) για τις ρουκέτες του, με σημαντικά αυξημένη φονικότητα σε σχέση με τις σημερινές, έτσι ώστε να μπορέσει να αναπτύξει αξιόπιστα υποκατάστατα των ρουκετών με κεφαλές διασποράς υποπυρομαχικών (cluster warheads), που έχουν απαγορευτεί από τη συνθήκη του Όσλο – Δουβλίνου και έχουν δαιμονοποιηθεί από τις δυτικές κοινωνίες.

Επιπλέον, παρόμοιες διαχωρικές ρουκέτες αναμένεται να είναι χαμηλότερου κόστους σε σχέση με τους υπάρχοντες αντιαεροπορικούς πυραύλους, ιδιαίτερα δε αν πρόκειται για τροποποιημένα βλήματα που υπάρχουν ήδη στα οπλοστάσια των χωρών (legacy systems). Σε αυτή την περίπτωση μπορεί να επιτευχθεί, ειδικά σε περιπτώσεις μαζικής παραγωγής, η κατασκευή βλημάτων αυτής της κατηγορίας, το κόστος των οποίων δεν θα ξεπερνά τις μερικές δεκάδες χιλιάδες δολάρια.

Έτσι, θα μπορεί να εξαπολυθεί εναντίον ενός αεροσκάφους – στόχου με χαρακτηριστικά stealth όχι ένα βλήμα, αλλά μια ομοβροντία βλημάτων, ώστε να βελτιστοποιηθούν οι πιθανότητες προσβολής του.

Στρατηγική επιλογή των ΗΠΑ

Η ανάπτυξη παρόμοιων συστημάτων, όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, αποτελεί μέρος μιας γκάμας δυνητικών συνεπειών που προκύπτουν στην επιστήμη και την τεχνολογία του πολέμου από τη διεύρυνση της εφαρμογής πλεγμάτων αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής σε διάφορα σημεία του πλανήτη και συστημάτων διάτρησης των πλεγμάτων αυτών.

Άρα, θα ήταν μεγάλο σφάλμα να μην λάβουμε υπόψη μας τη δυναμική τους και τις πιθανότητες εφαρμογής τους στο ελληνικό γεωσύστημα, ενώ τα διαχωρικά πυρά αποτελούν δηλωμένο στόχο του στρατού των ΗΠΑ, τη σκέψη και πρακτική του οποίου υποτίθεται ότι παρακολουθούμε στενά.

Επιπροσθέτως, η ικανότητα ανάπτυξης όπλων διευρυμένων δυνατοτήτων προσβολής αεροσκαφών stealth, ακόμη και στο χαμηλό τακτικό επίπεδο, είναι σημαντική απαίτηση του στρατού των ΗΠΑ. Και αυτό όχι τόσο για την αντιμετώπιση εξεζητημένων επανδρωμένων αεροσκαφών stealth, όπως είναι το F-35 ή το κινεζικό J-20, αλλά για την άμυνα εναντίον οπλισμένων μικρών και μικροσκοπικών μη επανδρωμένων αεροχημάτων (mini και miniature UAV αντιστοίχως) και «περιφερόμενων πυρομαχικών» (loitering munitions), τα οποία λόγω μεγέθους παρουσιάζουν εκ φύσεως μικρή διατομή ραντάρ (RCS).

Και η προσβολή των στόχων αυτής της κατηγορίας, που είναι μικρού κόστους και κατά συνέπεια θα διατίθενται από τον αντίπαλο και σε μεγάλους αριθμούς, θα πρέπει να γίνεται από αντίστοιχα όπλα μικρού κόστους (πιθανώς πολύ μικρότερου από αυτό που αναφέραμε πιο πάνω) και διατιθέμενα σε μεγάλους αριθμούς.

Συμπερασματικά, αν και είναι πολύ νωρίς ώστε να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα, εντούτοις μπορούμε να πούμε ότι εντοπίζονται τάσεις στην τεχνολογία και την επιστήμη του πολέμου οι οποίες, αν αξιοποιηθούν κατάλληλα από τη χώρα μας, ενδέχεται να είναι σε θέση να συνεισφέρουν στην ανάπτυξη φθηνών ασύμμετρων αντίδοτων για τα τουρκικά F-35, στο πλαίσιο πάντοτε δικτυοκεντρικών δομών και σε συνδυασμό και με άλλα μέσα.

Το δε ελληνικό πυροβολικό μπορεί να μετατραπεί σε μια διαχωρική δύναμη, ικανή να ασκεί προβολή ισχύος και στους τρεις χώρους μάχης (στεριά, θάλασσα και αέρα) και να συνεισφέρει στη διαμόρφωση ενός «πλέγματος πλεγμάτων» (“complex of complexes”) αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής στο Αιγαίο και τον Έβρο, που θα αποτελεί μια παγίδα θανάτου για την τουρκική αεροπορία και το ναυτικό.

Είναι δεδομένο, βέβαια, ότι παρόμοιες προτάσεις, που προϋποθέτουν την ανάπτυξη μιας εγχώριας – εθνικής στρατιωτικής σκέψης, προβλέπουν τη μέγιστη αξιοποίηση εγχώριων παραγωγικών δυνατοτήτων και δίνουν μεγάλη έμφαση σε συστήματα που θα συνδυάζουν υψηλές ικανότητες με χαμηλό κόστος και θα προκαλούν την μήνιν των εγχώριων λάτρεων του F-35, για τους οποίους, μόνο η αγορά του «μαγικού» αυτού τεχνουργήματος, που συνοδεύεται από την άμεση δωρεά αρκετών δισ. δολαρίων στη Lockheed Martin και την ακόμη μεγαλύτερη σε βάθος χρόνου, είναι η αποδεκτή λύση.

* Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι αναπληρωτής καθηγητής Γεωπολιτικής στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας στην Ευρύτερη Μέση Ανατολή στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.