“Συζήτηση” με τον Στ. Λυγερό για το πλήγμα στη Συρία: Το αποτέλεσμα… ΔΕΝ ήταν μόνο επικοινωνιακό!

Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα που σπανίως επιλέγουμε να συζητούμε δημιουργικά και προτιμούμε να «κραυγάζουμε» και να διχαζόμαστε… για να διχαζόμαστε, επιλέγουμε ένα άρθρο ενός εκ των κορυφαίων αναλυτών στη χώρα μας στα θέματα εξωτερικής πολιτικής και διεθνών σχέσεων, του φίλου Σταύρου Λυγερού, για να εκφράσουμε τις επιμέρους διαφωνίες μας σε ένα θέμα αμέσου επικαιρότητας. Αυτό του πλήγματος στη Συρία.

Γράφει ο ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΜΙΧΑΣ*

Την άποψή του διατύπωσε πριν από λίγες ώρες στον εξαιρετικό ιστοχώρο που έχει δημιουργήσει, το SLpress.gr, με τον οποίο έχουμε την τιμή να συνεργαζόμαστε, καθώς η πλειάδα των εξειδικευμένων σε διάφορους τομείς συνεργατών του, προσφέρουν στους αναγνώστες του «DP» μια οπτική την οποία διαφορετικά δεν θα ήμασταν σε θέση να τους προσφέρουμε.

Είναι αυτονόητο, ότι για να μπορέσει ο αναγνώστης να αντιληφθεί την ουσία των διαφορετικών απόψεων που καταγράφονται στα δυο δημοσιεύματα, θα πρέπει να διαβάσει το κείμενο του Σταύρου Λυγερού για το θέμα, ώστε να αποκρυσταλλώσει τη δική του αντίληψη και ενδεχομένως να διαφωνήσει ακόμα και με τις δυο πλευρές, επιλέγοντας κάποια «τρίτη» ερμηνεία!

Τηλεγραφικά λοιπόν, το ορθό και για μας βασικό επιχείρημα του Λυγερού είναι ότι οι «πολεμοχαρείς» (σ.σ. όσοι στις ΗΠΑ επιλέγουν την έμφαση στο «στρατιωτικό εργαλείο» στην ανάπτυξη της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, τους οποίους ονομάζει «κόμμα του πολέμου») δεν αφέθηκαν ανεξέλεγκτοι και αποδέχθηκαν να λειτουργήσουν πιο «πολιτικά».

Οι δυο πλευρές, ΗΠΑ και Ρωσία «συμβιβάστηκαν», με τις ΗΠΑ να υποδεικνύουν στους Ρώσους τους στόχους που θα πλήξουν για να μην υπάρξουν θύματα ανάμεσα στους Ρώσους που έχουν αναπτυχθεί στη χώρα, καθώς αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει μια κλιμάκωση που όλοι επιθυμούν, μέχρι στιγμής, να αποφύγουν.

Οι Ρώσοι ενημέρωσαν τους Σύρους και το αποτέλεσμα είχε κυρίως επικοινωνιακό περιεχόμενο. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ΜΗΝ πληγεί η αξιοπιστία του Τραμπ ο οποίος είχε σπεύσει με διάφορες (σ.σ. επιπόλαιες και ενίοτε αντιφατικές) αναρτήσεις μέσω Twitter να προδιαγράψει τις εξελίξεις, με τέτοιον τρόπο ώστε η χρήση του «στρατιωτικού εργαλείου» να έχει καταστεί αναπόφευκτη.

Εν ολίγοις το «κόμμα του πολέμου» στις ΗΠΑ ήθελε πολεμική εκστρατεία διαρκείας με στόχο την ανατροπή του Άσαντ και την εξουδετέρωση των συμμαχιών του (Ρωσία, Ιράν, Χεζμπολάχ), ακυρώνοντας στην πράξη τα στρατηγικά πλεονεκτήματα που έχουν πετύχει στον συριακό εμφύλιο. Επί της ουσίας, αυτό που θα επιζητούσαν να πετύχουν, θα ήταν να αποκλείσουν τη Ρωσία από την πρόσβαση στη Μεσόγειο.

Άρα βασικός στόχος των «γερακιών» ήταν ο Βλαντιμίρ Πούτιν και όχι τόσο ο Άσαντ. Αυτή ήταν η πεποίθηση του Ρώσου ηγέτη, ο οποίος εξέπεμψε αποτρεπτικό μήνυμα προς την Ουάσιγκτον, πως δεν του αφήνουν άλλο περιθώριο από το να αντισταθεί με όλα τα μέσα.

Πρακτικά, εάν κλιμακωνόταν η αντιπαράθεση και εξαιτίας του τακτικού μειονεκτήματος που συνεπάγεται η λόγω απόστασης δυσχέρεια ανεφοδιασμού, ενίσχυσης και γενικά υποστήριξης των ρωσικών δυνάμεων, η κλιμάκωση θα όδευε προς την εμπλοκή των στρατηγικών πυρηνικών οπλοστασίων για να ισορροπήσει.

Η ρωσική εναλλακτική, όπως έχει γράψει το «DP», θα ήταν η κλιμάκωση σε ένα μέτωπο το οποίο έχει η Μόσχα το τακτικό πλεονέκτημα, το οποίο εντοπίζεται κυρίως στην Ουκρανία. Ωστόσο, θα επρόκειτο για μια επιλογή η οποία με τη σειρά της θα είχε σοβαρά μειονεκτήματα, καθώς πέραν της γεωγραφικής επέκτασης της σύγκρουσης, θα ενέπλεκε ευθέως τα συμφέροντα ασφαλείας πολύ περισσοτέρων – ευρωπαϊκών – χωρών.

Για παράδειγμα, η Γαλλία και η Γερμανία, των οποίων η πολιτική απέναντι στη Μόσχα, παρά τη συμαχία τους με τις ΗΠΑ στο πλήγμα (έμπρακτη ή ρητορική), παραδοσιακά διαφοροποιείται από αυτή της Ουάσιγκτον.

Το ενδιαφέρον είναι ότι «φρένο» στους πολεμοχαρείς της Ουάσιγκτον έβαλε το Πεντάγωνο, ο υπουργός, στρατηγός των Πεζοναυτών εν αποστρατεία, Τζέιμς Μάτις και ο αρχηγός του Μικτού Επιτελείου, στρατηγός Ντάνφορντ. Έχοντας καλή γνώση του τι συνεπάγεται η χρήση του στρατιωτικού εργαλείου για λόγους πέραν της «αποτροπής» (deterrence), αντελήφθησαν τις δυνητικές συνέπειες και έσπευσαν να παρέμβουν.

Δεν θα μπορούσαν να στηριχθούν στην πεποίθηση των πολεμοχαρών ότι ο Πούτιν θα υποχωρούσε. Ίσως, ενδεχομένως, πιθανόν. Εάν όμως δεν υποχωρούσε τι θα συνέβαινε; Μήπως το διακύβευμα θα ήταν για τους νουνεχείς απλά μη αποδεκτό; Ασφαλώς όμως, η επίδειξη μη ρασιοναλιστικής συμπεριφοράς έχει από μόνη της τη δική της στρατηγική λογική (rationality of irrationality)…

Το καλό είναι ότι ο Τραμπ, λειτουργώντας όπως πάντα «διαισθητικά» (σ.σ. ενίοτε και «στο γόνατο») επέλεξε τη μέση οδό. Ίσως ρόλο έπαιξε και η θετική του προδιάθεση απέναντι στον Βλαντιμίρ Πούτιν. Η ουσία είναι, ότι το τελικό αποτέλεσμα κρίθηκε από την προσπάθεια όσων εμπλέκονταν συμβουλευτικά στην απόφαση, να «χειραγωγήσουν» τη σκέψη του προέδρου.

Ποια είναι η διαφορετική θέση με το σχόλιο του Σταύρου Λυγερού, θα αναρωτηθεί εύλογα κανείς διαβάζοντας το κείμενο αυτό. Είναι στις λεπτομέρειες και μόνο σε αυτές! Το σκεπτικό του ως είθισται είναι πολύ ισχυρό. Να διευκρινίσουμε όμως.

Η πρώτη διαφωνία αφορά στο ότι φέρεται να έπαιξε ρόλο στην τελική απόφαση των ΗΠΑ η αποτρεπτική απειλή των Ρώσων, ότι η Μόσχα θα εξέταζε «το ενδεχόμενο να πληγούν και τα κέντρα εκτόξευσης», τα κέντρα εκπομπής πυρός, δηλαδή οι πλατφόρμες εκτόξευσης των βαλλιστικών βλημάτων.

Κατά την εκτίμησή μας, αυτό θα επρόκειτο για ΜΗ αξιόπιστη απειλή, αφού θα συνεπαγόταν ισχυρό ενδεχόμενο / πιθανότητα κάθετης κλιμάκωσης κάτι το οποίο υποτίθεται ο Πούτιν ήθελε να αποτρέψει και οι «πολεμοχαρείς» εκτιμούσαν ότι έτσι κι αλλιώς θα υποχωρούσε. Άρα η προδιάθεσή τους δεν βοηθούσε στο να πειστούν από την εν λόγω αποτρεπτική απειλή.

Εξάλλου, εάν πραγματοποιούσε την απειλή αυτή, θα είχε δώσει το πρόσχημα στα «γεράκια» της Ουάσιγκτον να επιφέρουν ισχυρότατο επικοινωνιακά χτύπημα, αφού θα είχε νομιμοποιήσει το αντεκδικητικό πλήγμα.

Εάν για παράδειγμα έπληττε μια γαλλική φρεγάτα, διότι λογικά δεν θα επέλεγε αμερικανικό στόχο, όπως άλλωστε υπονόησε η χαμηλή διέλευση μαχητικού Su-35 με αντιπλοϊκούς πυραύλους πάνω από μια FREMM, θα εξέθετε σε θανάσιμο κίνδυνο δικό του πλοίο.

Από την ώρα δε που οι Ρώσοι «απορρόφησαν» την απώλεια Su-24 από τουρκικό F-16, κάθε επιχείρημα ότι θα ξέφευγε η κατάσταση π.χ. με τη Γαλλία, είναι μειωμένης αξιοπιστίας. Οι δε ΗΠΑ δεν θα μπορούσαν για ευνόητους λόγους να αφήσουν ακάλυπτους τους συμμάχους, οπότε θα κάλυπταν το αντεκδικητικό πλήγμα που θα περιλάμβανε κατάρριψη μαχητικού, πλήγμα στο έδαφος, ή επίθεση σε ρωσικό πλοίο στην περιοχή.

Άρα, το επιχείρημα είναι, ότι την ηγεσία του Πενταγώνου ΔΕΝ την απέτρεψε αυτή η απειλή των Ρώσων (αν υποτεθεί ότι ο Ρώσος πρεσβευτής στον Λίβανο εξέφραζε το Κρεμλίνο), καθώς ήταν προβληματικής αξιοπιστίας.

Ενδεχομένως να τη χρησιμοποίησε, με σκοπό να ενισχύσει τον αντικειμενικό της σκοπό, δηλαδή να χειραγωγήσει με επιτυχία τη σκέψη του προέδρου Τραμπ και να καθορίσει την τελική του απόφαση.

Επίσης, ο Ντόναλντ Τραμπ δείχνει να έκανε την επιλογή του, όχι με σκοπό να ισορροπήσει την κατάσταση με τη Ρωσία, αλλά με τις πολιτικές δυνάμεις – φίλιες ή εχθρικές – εντός των ΗΠΑ. Έχει ήδη δημιουργήσει τόσο πολλούς εχθρούς, που ακόμα και αυτός αντιλαμβάνεται ότι πλέον ξεπεράστηκαν τα όρια και έχει ανάγκη από συμμάχους.

Εκ των υστέρων κρινόμενο, όπως και την προηγούμενη φορά, η απόφαση για την εξαπόλυση πληγμάτων κατά της Συρίας, προκάλεσε θετικό σχολιασμό ακόμα και από επικριτές του. Παράδειγμα ο Γερουσιαστής (Αριζόνα) Τζον Μακέιν, εκ των μεγάλων επικριτών του Τραμπ, βασικό στέλεχος των Ρεπουμπλικάνων.

Μια δεύτερη διαφωνία, ή μάλλον για την ακρίβεια «επιφυλακτικότητα», θα επικεντρωνόταν στο ότι το αποτέλεσμα των βομβαρδισμών είναι αμελητέο σε στρατιωτικό επίπεδο. Οι τρεις συμμαχικές χώρες έπληξαν μία εγκατάσταση η οποία φαίνεται δεν ήταν καθόλου τυχαία…

Συγκεκριμένα, είχε εντοπιστεί εδώ και περισσότερο από ένα έτος από τις μυστικές υπηρεσίες και θεωρούνταν πλέον ως η βάση συνέχισης του μη συμβατικού προγράμματος του συριακού καθεστώτος, μετά το πλήγμα των ισραηλινών που εξουδετέρωσαν τον αντιδραστήρα.

Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι είχε επιβληθεί από το Ιράν και αφορούσε τη Χεζμπολάχ, ενώ οι Ισραηλινοί είχαν ζητήσει την καταστροφή του, αλλιώς θα αναλάμβαναν δράση οι ίδιοι. Πάσα επιπρόσθετη πληροφορία ή διάψευση, καλοδεχούμενη… Αυτό όμως το αποτέλεσμα είναι εξόχως μετρήσιμο.

Το δεύτερο χειροπιαστό αποτέλεσμα είναι κατά τη γνώμη μας ότι τουλάχιστον για ένα διάστημα, σε μεγάλο βαθμό «απελευθέρωσε τους κανόνες εμπλοκής», νομιμοποιώντας ενέργειες οι οποίες αμέσως προ των πληγμάτων θα συνεπάγοντας μεγαλύτερο επικοινωνιακό κόστος.

Δηλαδή, για να εξηγήσουμε, οτιδήποτε γίνει πλέον από την πλευρά των Σύρων ή/και των Ιρανών που θα παραβιάζει «κόκκινες γραμμές», για ένα διάστημα τουλάχιστον, θα προκαλεί σχεδόν αυτόματα στρατιωτική απάντηση, τουλάχιστον από ισραηλινής πλευράς… με το «κόμμα του πολέμου» στις ΗΠΑ να παράσχει άμεση πολιτική κάλυψη.

Καταληκτικά, αυτή είναι η δική μας συνεισφορά στη δημόσια συζήτηση περί του πλήγματος Αμερικανών, Βρετανών και Γάλλων στη Συρία, με σημείο αναφοράς το σχόλιο του φίλου Σταύρου Λυγερού, η ανάγνωση του οποίου, επαναλαβάνουμε, θα βοηθήσει στην ορθή κατανόηση των εκατέρωθεν επιχειρημάτων.

*Ο Ζαχαρίας Μίχας είναι διευθυντής μελετών στο Ινστιτούτο Αναλύσεων Ασφάλειας και Άμυνας (ΙΑΑΑ/ISDA)